Legislator Case Law & Legislation
790/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of res judicata evidence and orders costs against appellants.

Case Number 790/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's finding that no res judicata existed regarding their property ownership. The appellants argued that a prior final judgment established their co-ownership, but failed to submit the specific final decision required to prove this fact. Consequently, the Court ruled that the appeal argument was inadmissible due to the missing evidence, leading to the rejection of the appeal and an order for the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 16, Art. 561 no. 2, Art. 568 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the document proving res judicata to validate the argument that a prior final judgment exists, and such an argument is inadmissible if the required document is not submitted.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility Code of Civil Procedure property ownership evidence submission final judgment legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 16 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 568 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 321 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 no. 1 of Law 3693/1957
Art. 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 790/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Ι., 2) Σ. Ν. του Ι., 3) Α. Ν. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσεβρένη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7610/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5866/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-2-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η κρινόμενη υπόθεση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες . με την από 21-6-2016 (αρ.κατ.32975/2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι ,κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά συνιδιοκτησίας τους εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο, (γονική παροχή και κληρονομική διαδοχή) επί του επίδικου ακινήτου εκτάσεως 451,90 τ.μ.

μετά του επ' αυτού ισογείου παλαιού κτίσματος επιφάνειας 133,82 τ.μ. Ότι η κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου έχει αναγνωρισθεί αμετακλήτως, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την 6026/1978 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι η Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής εξέδωσε σε βάρος των εναγόντων τα υπ' αριθμ.

…/2014 και …/2014 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης αιγιαλού και παραλίας και διοικητικής αποβολής αντίστοιχα και κατ' αυτόν τον τρόπο το εναγόμενο αμφισβητεί την κυριότητά τους, ενόψει του ότι στην περιοχή έχει γίνει χάραξη αιγιαλού και παραλίας υπό την ισχύ του α.ν.2344/1940, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως κοινόχρηστο πράγμα, αυτομάτως και αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε αποζημίωση .Ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου δεν ευσταθούν ,καθόσον το επίδικο τμήμα βρίσκεται εν μέρει εντός αιγιαλού και εν μέρει εντός παραλίας και δεν έχει συντελεσθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση ,σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω α.v., ούτως ώστε να απωλέσει την ιδιότητα του ιδιωτικού κτήματος και να περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου.

Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγοντες ζήτησαν την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στο επίδικο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την 7610/2017 οριστική του απόφαση, με την οποία αφού έκρινε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από την ανωτέρω 6026/1978 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, με τις παραδοχές ότι τα επίδικα τμήματα αφορούν έκταση 325,50 τ.μ.

με τα εντός αυτής κτίσματα που εμπεριέχονται στα παραπάνω πρωτόκολλα, και εμπίπτουν αποκλειστικά εντός της ζώνης του αιγιαλού και όχι εντός της ζώνης της παραλίας , ότι αποτελούν δημόσιο κτήμα και ότι οι επικαλούμενοι τίτλοι των εναγόντων ,δεν ήταν ικανοί να τους προσπορίσουν κυριότητα. Για την υπόλοιπη έκταση δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της κυριότητας των εναγόντων, εφόσον αυτή δεν αμφισβητείται από το Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά της πιο πάνω απόφασης αυτής άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών οι ενάγοντες ,και επ' αυτής εκδόθηκε προσβαλλόμενη 5866/2018 απόφαση του άνω Εφετείου, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση, με τις ίδιες ως άνω πρωτόδικες παραδοχές. Ήδη με την κρινόμενη από 17-12-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5866/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 26-2-2020 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ).

2.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ" και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001 ορίζεται ότι: "ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ' αυτού".

Κατά τη σαφή έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αιγιαλό αποτελεί η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα. Η ζώνη αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας, όχι δε και από τις έκτακτες πλημμύρες. Ο αιγιαλός, ως κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει στο Δημόσιο, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ.

Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837), όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940, που προπαρατέθηκε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν, δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Ο αιγιαλός, μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (π.ρ.β.λ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940), μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Έτσι, ακόμη και οι βράχοι, καθώς και οι απόκρημνες ή όχι ακτές αποτελούν μέρος του αιγιαλού, όπως, επίσης, αιγιαλό αποτελεί και το τμήμα αυτού που προστατεύεται με κρηπίδωμα, έτσι, ώστε να μη φθάνει μέχρι το τελευταίο (όπως προηγουμένως) το συνήθως μεγαλύτερο κύμα.

Εξάλλου, μόνος ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 20 του ν. 719/1977, από την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του α.ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή, με απόφαση της τελευταίας, με τη σύνταξη του σ' αυτή αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια κύματα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος του εδάφους που περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, χωρίς το τελευταίο να είναι κατά τα φυσικά του όρια αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισμού του άρθρου 17 του Συντάγματος.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προπαρατέθηκαν, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε κτήματα, έστω και αν αυτά χαρακτηρίστηκαν από την παραπάνω Επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό (ΑΠ 1150/2018).

Συνεπώς ,ο αιγιαλός προστατεύεται, ως κοινόχρηστο, το οποίο ανήκει στην περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης παραγώγως αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία, αφού τέτοια δεν χωρεί σε κοινόχρηστο πράγμα, όπως είναι και ο αιγιαλός, εκτός αν αφορά χρησικτησία των απώτατων δικαιοπαρόχων, η οποία, να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11/9/1915 (ΑΠολ.75/1987), ενόψει του ότι μετά την πιο πάνω χρονολογία δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτων του Δημοσίου (ΑΠ 812/2020).

Περαιτέρω, το άρθρο 4 α.ν. 2344/1940 ορίζει ότι:"1. Τμήματα ιδιωτικών τυχόν κτημάτων, χαρακτηρισθέντα υπό της κατά το άρθρον 3 επιτροπής ως μη τοιαύτα, αλλ' ως ανήκοντα εις τον αιγιαλόν, θεωρούνται ως κηρυχθέντα απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου ίνα περιληφθώσιν εις τον αιγιαλόν, άμα τη δημοσιεύσει διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως της εκθέσεως της επιτροπής μετά του διαγράμματος κατά τα εν άρθρω 3 οριζόμενα 2.

Εις τους κυρίους των κτημάτων τούτων και εις τους αξιούντας οιαδήποτε δίκαια επ' αυτών παρέχεται εξάμηνος προθεσμία από της κατά την παράγραφον 3 του προηγουμένου άρθρου δημοσιεύσεως της εκθέσεως ,εντός της οποίας οφείλουσι ν' αναγγείλωσιν εις τον υπουργόν των Οικονομικών τας αξιώσεις των, υποβάλλοντες και τους τίτλους, εφ' ων στηρίζουσι τα αξιούμενα δικαιώματά των. 3.

Ως πρός τον καθορισμόν τιμής μονάδος αποζημιώσεως και την περαιτέρω διαδικασίαν απαλλοτριώσεως εφαρμόζονται αι διατάξεις του Αναγκαστικού Νόμου 1731/1939 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων". Μετά τον προσωρινόν καθορισμόν του τιμήματος το Δημόσιον καταθέτει το καθορισθέν τίμημα εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, περίληψις δε της πράξεως καταθέσεως δημοσιεύεται διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως..."

3..Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει ,όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι δε ορισμένος, και κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν αρκεί να μνημονεύονται και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, αλλά απαιτείται επιπλέον να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (παραδοχές) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου (ολ ΑΠ 57/1990).

4. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης που δεν εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 24/2000). Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν η πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ολ ΑΠ 24/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. …/1907 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Κρωπίας, Περικλέους Καλλάρη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στον τόμο …, και με αύξοντα αριθμό …, ο Ι.

Σ. Ν. Ν., απέκτησε κατά κυριότητα ένα ακίνητο, που περιγράφεται, ως "μαγαζείον κείμενο στη θέση ... ή ..., μετά του συνεχόμενου ανωγείου οικίσκου και τον έναντι σταύλον και μεθ' όλων των παραρτημάτων και παρακολουθημάτων οικοπέδου και περιοχής του, όσης έκτασης είναι, χωριζομένου από τον σταύλο υπό της οδού και οριζομένου εν όλω ανατολικώς με αγρόν Σ.

Μ., δυτικώς με θάλασσαν, αρκτικώς με Ι. I. Ν. και μεσημβρινώς με δρόμο και μετ' αυτόν με κτήμα Α. Μ. Σ., πρώην Κ. Δ.". Μετά το θάνατο του ανωτέρω, στις 26-6-1957, το ακίνητο περιήλθε στον υιό του Σ. Ν. του Ι., και τον εγγονό του, Ι. Ν. του Κ., κατ' ισομοιρία, με κληρονομική διαδοχή, σύμφωνα με την υπ' αριθ. …/1952 δημόσια διαθήκη ενώπιον του τότε Συμβολαιογράφου Κρωπίας, Ευαγγέλου Καλαχάνη, ο Σ.

Ν. δε, αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθ. …/1967 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου Κρωπίας, Αντωνίου Αντώνακα, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στον τόμο …, και με αύξοντα αριθμό …. Εν συνεχεία, στις 25-7-1987, απεβίωσε άνευ διαθήκης ο Σ.

Ν. του Ι., και κληρονομήθηκε εξ' αδιαιρέτου από τη σύζυγο του, Α., το γένος Ν. Κ., και τα τέκνα του, Π. και Ι., κατά ποσοστό 1/4 η σύζυγος, και 3/8 το κάθε τέκνο, εξ' αδιαιρέτου, ήτοι 2/16 και 3/16 επί του όλου ακινήτου αντιστοίχως. Η Α. Ν. απεβίωσε στις 12-9-1987, και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου και κατ' ισομοιρία από τα ανωτέρω τέκνα της, που πλέον απέκτησαν από 4/16 εξ' αδιαιρέτου έκαστος επί του όλου ακινήτου, ο δε υιός της, Ι. , απεβίωσε στις 16-1-2002, και κληρονομήθηκε επίσης εξ' αδιαθέτου από τη σύζυγο του, δεύτερη, ενάγουσα, και ήδη εκκαλούσα, και από τα τέκνα του τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, και ήδη εκκαλούντων, οι οποίοι πλέον απέκτησαν ποσοστό 2/32 η δεύτερη ενάγουσα, και ήδη εκκαλούσα, και 3/32 εξ' αδιαιρέτου έκαστος από τους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, και ήδη εκκαλούντων, επί του όλου ακινήτου, ήτοι ποσοστό 62,5/οο, 93,75/οο, και 93,75/οο, εξ' αδιαιρέτου του ακινήτου, αντιστοίχως.

Δυνάμει δε των υπ' αριθ. …/2002 και …/2002 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Κρωπίας, Παναγιώτας Καρναμπάκου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στον τόμο …, και με αύξοντες αριθμούς .. και …, έγινε η αποδοχή των διαδοχικών κληρονομιών του Σ. Ν. του Ι., της Α.

χήρας Σ. Ν. το γένος Κ., και του Ι. Ν. του Σ.. Εξάλλου, δυνάμει του υπ' αριθ. …./2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κρωπίας, Δημητρίου Αντώνακα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στον τόμο …, και με αύξοντα αριθμό …, ο Ι. Ν. του Κ., που είχε το έτερο '/2 του όλου ακινήτου, κατά τα ανωτέρω, μεταβίβασε αυτό περαιτέρω στον πρώτο ενάγοντα, και ήδη εκκαλούντα, λόγω γονικής παροχής, με παρακράτηση της επικαρπίας υπέρ αυτού, και της συζύγου του, Μ.

το γένος Σ. Κ., μετά δε το θάνατο τους, στις 3-5-2006, και 26-2-2015, αντίστοιχα, η επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα του πρώτου ενάγοντος, και εκκαλούντος, καθισταμένου αυτού κυρίου πλήρως. Στο συμβόλαιο αυτό της γονικής παροχής ο δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος, και ήδη εκκαλούντος, επικαλείται κτήση κυριότητας επί του εξ' αδιαιρέτου μεριδίου του, με έκτακτη χρησικτησία, επομένως, ως προς το ήμισυ του ακινήτου, ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας άρχεται από το 2001.

Εξάλλου, ο παράγωγος αυτός τρόπος αφορά το ακίνητο όπως περιγράφεται στους αρχικούς τίτλους, δηλαδή "το μαγαζί μετά του συνεχόμενου οικίσκου και τον έναντι αυτού σταύλον και μεθ' όλων των παραρτημάτων και παρακολουθημάτων οικοπέδου και περιοχής του, όσης έκτασης είναι", όπως ακριβώς περιγράφεται παραπάνω.

Όμως, το ακίνητο, με την επικαλούμενη από τους διαδίκους έκταση των 451,90 τ.μ., όπως περιγράφεται και στην αγωγή, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μεταβιβαστικά συμβόλαια το 2001, και ουσιαστικά προσδιορίζεται κατά δήλωση των συμβαλλομένων. Ειδικότερα, δυνάμει της υπ' αριθ. …/2001 πράξης της Συμβολαιογράφου Κρωπίας, Παναγιώτας Καρναμπάκου, νομίμως μεταγεγραμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στον τόμο …, και με αύξοντα αριθμό …, διορθώθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθ.

…./1967 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ως προς την περιγραφή του ακινήτου, την έκταση και το εμβαδόν των κτισμάτων, το οποίο πλέον κατά νεότερη καταμέτρηση και σύμφωνα με το από Φεβρουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού, Η. Φ., προσδιορίζεται ως έκτασης 451,90 τ.μ., μετά το εντός αυτού κείμενο ισόγειο παλαιό κτίσμα (μαγαζί), εμβαδού 133,82 τ.μ., και συνορεύει ανατολικά σε μήκος 32,59 μέτρων με την επαρχιακή οδό Μαρκοπούλου ..., δυτικά σε μήκος 33,60 μέτρων με λιμάνι, βόρεια σε μήκος 6,20 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β.

Ν., και νότια σε μήκος 13,20 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αγωγής ασκηθείσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από το Ελληνικό Δημόσιο κατά του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Μαρκοπούλου ή Συνιδιοκτησίας Μαρκοπούλου, με την οποία το εκεί ενάγον ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς του σε μικρή χερσόνησο εκτάσεως 100 περίπου στρεμμάτων με την ονομασία "..." στη θέση ..., επειδή η έκταση αυτή ήταν δημόσια δασική, περιήλθε δε στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κων/πόλεως, για οριστικό διακανονισμό των ορίων της Ελλάδος, άλλως δυνάμει των άρθρων 1, 2, 3 του από 17-11-1836 Β.

Δ/τος περί ιδιωτικών δασών, άλλως βάσει του άρθρου 1 του από 3 ή 15/12/1833 Β. Δ/τος, ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, και κατόπιν παρεμβάσεων, που ασκήθηκαν από διαφόρους φερόμενους ιδιοκτήτες επιμέρους τμημάτων, μεταξύ των οποίων και η κύρια παρέμβαση των Σ. Ι. Ν. και Ι. Κ. Ν., εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6026/1978 αμετάκλητη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αφού απέρριψε την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, αναγνώρισε του ως άνω κυρίως περεμβαίνοντες, ως κυρίους ενός μαγαζιού κείμενου στη θέση ...

ή ... επί της παραλιακής οδού, που οδηγεί από Μαρκόπουλο προς το Λιμένα Πόρτο-Ράφτη, μετά του συνεχόμενου ανωγείου οικίσκου και τον έναντι σταύλον, συνορευόμενης της όλης έκτασης, ανατολικώς με αγρό Σ. Μ., δυτικώς με θάλασσα, βορείως με Ι. Ν., και νοτίως με δρόμο, πέραν δε τούτου με κτήμα Α. Μ. Σ., που περιήλθε σε αυτούς με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το νέμονταν από το 1957, οπότε απεβίωσε ο δικαιοπάροχος τους, Ι.

Σ. Ν. Ν., προσμετρώντας το χρόνο τους και το χρόνο του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους, που το νεμόταν από το 1907, οπότε καταρτίσθηκε το υπ' αριθ. …/1907 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου ακινήτου υφίσταται διοικητικά καθορισμένος αιγιαλός και παραλία, των οποίων τα όρια έχουν καθορισθεί με την από 13-10-1961 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού χειμέριου κύματος και το από 5-5-1960 διάγραμμα του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων.

Η σχετική έκθεση επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. Δ. 13682/7951/18-11-1965 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 28/11-2-1966) και την υπ' αριθ. 2669/7-4-1982 απόφαση του Νομάρχη Αττικής (Φ.Ε.Κ. 449Δ/13-9-1982), οι οποίες έχουν νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, καθώς και το από 5-5-1960 διάγραμμα δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ.

τεύχος Δ' 52/7-3-1983, μαζί με την υπ' αριθ. Α5404/692π.ε./8-2-1983 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "περί έγκρισης δημιουργίας ζώνης παραλίας στην περιοχή από Πόρτο Ράφτη μέχρι Σχοινιά Μαραθώνα". Στην ίδια ως άνω περιοχή καθορίσθηκε, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και με την υπ' αριθ. 41582/21-10-1969 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, η χερσαία ζώνη λιμένα ... (Φ.Ε.Κ. 239Δ/16-12-1969), η οποία στη συγκεκριμένη περιοχή έχει μεγαλύτερο εύρος από αυτό του αιγιαλού και της παραλίας.

Η ζώνη αιγιαλού, όπως καθορίζεται ανωτέρω, εμφαίνεται με κόκκινη γραμμή στα υπ' αριθ. Π14/98α/7-5-2013 και Π14/98γ/18-6- 2013 τοπογραφικά διαγράμματα της Μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, Μ. Α., ενώ με κίτρινη γραμμή απεικονίζεται η οριογραμμή παραλίας και με πράσινη γραμμή απεικονίζεται η οριογραμμή χερσαίας ζώνης λιμένα.

Στο σημείο αυτό υπάρχει αιγιαλός, που έχει δημιουργηθεί από φυσικά φαινόμενα, δηλαδή από τις μεγαλύτερες συνηθισμένες αναβάσεις των χειμερινών κυμάτων. Τούτο προκύπτει και από το 12/9/2013 τοπογραφικό διάγραμμα των Μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, Μ. Α., και Μ. Ν., το οποίο συντάχθηκε βάσει αποσπάσματος ορθοφωτοχάρτη φωτοληψίας του 1945 της εταιρείας Κτηματολόγιο Α.Ε.

και στο οποίο απεικονίζεται η ακτογραμμή κατά το 1937, και ακολούθως το 1945, αμφότερες δε οι ακτογραμμές τοποθετούνται πολύ πιο μέσα από τον μεταγενεστέρως κατασκευασμένο κρηπιδότοιχο για την προστασία από τα κύματα. Στις 26-3-2013, διενεργήθηκε αυτοψία στο λιμένα ... από τις υπαλλήλους, Γ. Ρ., και Μ. Α., κατόπιν εντολής της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη κατασκευών εντός της κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού, οπότε συντάχθηκε η από 15-5-2013 έκθεση αυτοψίας των ανωτέρω υπαλλήλων, και ακολούθως η από 4-2-2014 έκθεση ελέγχου των ιδίων υπαλλήλων.

Με βάση τις εκθέσεις αυτές, εκδόθηκαν σε βάρος των εναγόντων, ήδη δε εκκαλούντων: Το υπ' αριθ. πρωτ. …/…-2-2014 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης αιγιαλού και παραλίας, σύμφωνα με το οποίο καθορίσθηκε αποζημίωση ποσού 232.789,48 €, και το υπ' αριθ. πρωτ. …/…-2-2014 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, καθώς και το υπ' αριθ.

πρωτ. …/…-2-2014 πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης κτισμάτων, κατασκευών και έργων σε χώρους αιγιαλού, παραλίας, θάλασσας της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, και συγκεκριμένα, για: α) ισόγειο κτήριο μεταλλικής κατασκευής, με ξύλινο πάτωμα, που περικλείεται από συρόμενη τζαμαρία με στοιχείο (Ζ), εμβαδού 105,52 τ.μ., β) στέγαστρο αλουμινίου με στοιχείο (Η), εμβαδού 10,24 τ.μ., γ) διώροφο κτήριο με στοιχείο (Θ), εμβαδού 171,59 τ.μ., δ) τμήμα ισογείου κτηρίου με στοιχείο (I), εμβαδού 27,19 τ.μ., ε) ξύλινο οικίσκο με τζαμαρία με στοιχείο (Κ), εμβαδού 9,62 τ.μ., και στ) φουγάρα κουζίνας, με στοιχείο (ε1), εμβαδού 1,21+ 0,13=1,34 τ.μ.

Κατά των δύο πρώτων πρωτοκόλλων, οι ενάγοντες και ήδη εκ- καλούντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανακοπές, που, όμως, απορρίφθηκαν, με τις υπ' αριθ. 6140/2014 και 6144/2014 αποφάσεις του Δικαστηρίου εκείνου, το οποίο έκρινε ότι τα εδαφικά τμήματα, για τα οποία εκδόθηκαν τα πρωτόκολλα, εμπίπτουν εντός του αιγιαλού.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, τα επίμαχα εδαφικά τμήματα, που συνολικά αφορούν έκταση 325,50 τ.μ., με τα επ' αυτής κτίσματα για τα οποία εκδόθηκαν τα ως άνω πρωτόκολλα, εμπίπτουν αποκλειστικά εντός της ζώνης του αιγιαλού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα διαγράμματα, κι' όχι εντός της ζώνης παραλίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, δεδομένου ότι εμφαίνεται εκεί πέρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, που απεικονίζεται με την ερυθρή γραμμή, και τα κτίσματα απεικονίζονται με γκρι χρωματισμό, και οι μεταλλικές κατασκευές με μπεζ χρωματισμό, ενώ τα εδαφικά τμήματα μεταξύ ερυθράς και κίτρινης γραμμής, απεικονίζουσας της κίτρινης γραμμής την οριογραμμή της παραλίας, δεν περιλαμβάνονται στα πρωτόκολλα.

Το προϋφιστάμενο δε του 1947 κτίσμα, που εμφαίνεται με κυανή σκιαγράφηση, βάσει και των επικαλούμενων από τους ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, τίτλων κτήσης τους, το οποίο και ταυτίζεται με το κτίσμα εμβαδού 133,82 τ.μ., δεν περιλαμβάνεται στα πρωτόκολλα, πλην ενός μικρού τμήματος του, επιφάνειας 27,19 τ.μ. Το κτίσμα δε αυτό, των 133,82 τ.μ., που κατά το μεγαλύτερο μέρος του εκφεύγει του αιγιαλού, είναι αυτό που περιλαμβάνεται, τόσο στους απώτατους τίτλους κτήσης των εναγόντων, και ήδη εκκαλούντων, όσο και στην υπ' αριθ. 6026/1978 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία δεν προσδιορίζεται η έκταση πέραν αυτού.

Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει, ότι οι τίτλοι αυτοί, και η ανωτέρω απόφαση, περιλαμβάνουν εκτάσεις πέραν του κτίσματος αυτού, που αποτελεί το λεγόμενο "μαγαζείον". Ειδικότερα, δε, ως προς την ανωτέρω απόφαση, αφενός μεν η έκταση που αναφέρεται σε αυτήν δεν ταυτίζεται με την επίδικη, πλην του τμήματος των 27,19 τ.μ., κατά τα ανωτέρω, αφετέρου δε, δεν συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου από το οποίο να δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο, καθόσον σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της εκκαλουμένης απόφασης, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, διότι στην πρώτη περίπτωση κρίθηκε το ζήτημα της κτήσης κυριότητας των εναγόντων, και ήδη εκκαλούντων, με χρησικτησία, και δεν εξετάσθηκε το ζήτημα του αιγιαλού, αφού το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε άλλους τρόπους κτήσης κυριότητας, που αναφέρονται παραπάνω (δασικό κ.λ.π.), ενώ δεν καταλύεται το δικαίωμά του, να θεμελιώσει την κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, σε διάφορη ιστορική αιτία.

Η χερσαία ζώνη, που αποτελεί αιγιαλό, συγκεντρώνει όλα τα φυσικά στοιχεία που απαιτεί ο νόμος, και μάλιστα από το 1945, όπως φαίνεται στο προαναφερόμενο, από 12/9/2013, τοπογραφικό διάγραμμα των Μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με το οποίο ένα μέρος της φερόμενης ιδιοκτησίας των πέντε πρώτων ανακοπτόντων βρισκόταν εντός της θαλάσσης, τόσο το 1945, όσο και το 1937.

Εξάλλου, οι ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, δεν ισχυρίσθηκαν ότι ο αιγιαλός δεν εκτείνεται στην έκταση, η οποία προσδιορίσθηκε από την Επιτροπή, και το επίδικο δεν εμπίπτει στο τμήμα της μεγαλύτερης ανάβασης των χειμερινών κυμάτων, αλλά ότι ενδεχομένως κατακλύζεται μόνο από έκτακτες θύελλες ή πλημμύρες, οπότε και δεν αποτελεί κοινόχρηστο, ούτε ότι για τον διοικητικό καθορισμό του αιγιαλού δεν λήφθηκαν υπόψη τα φυσικά και μόνο φαινόμενα, γι' αυτόν άλλωστε και το λόγο δεν προσέβαλαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την πράξη καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού και παραλίας, που έλαβε νόμιμη υπόσταση με τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Δ' 52/7-3-1983).

Επομένως, η έκταση των 325,50 τ.μ., που περιλαμβάνεται στα πρωτόκολλα της Κτηματικής Υπηρεσίας, κείται αποκλειστικά εντός αιγιαλού, δηλαδή εντός εδάφους βρεχόμενου από τις μεγαλύτερες συνήθεις αναβάσεις των θαλασσίων κυμάτων, και συνεπώς αποτελεί δημόσιο κτήμα, χωρίς να απαιτείται να ακολουθηθεί η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που αφορά τα ιδιωτικά κτήματα, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν από την επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, οπότε λογίζονται αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει όσων στη μείζονα σκέψη της εκκαλουμένης απόφασης διαλαμβάνονται.

Τούτο, καθόσον αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα είναι τα ακίνητα που περιλαμβάνονται μεν στο διοικητικό καθορισμό του αιγιαλού, πλην όμως, στην πραγματικότητα, δεν αποτελούν έδαφος βρεχόμενο από τις μεγαλύτερες συνήθεις αναβάσεις των θαλασσίων κυμάτων, γι' αυτό και εξακολουθούν να είναι ιδιωτικά και απαιτείται η αναγκαστική τους απαλλοτρίωση, αφού, χωρίς τη συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε αυτά, έστω και αν χαρακτηρίσθηκαν από την επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό.

Προκειμένου δε, να περιληφθούν σε αυτόν πρέπει να απαλλοτριωθούν. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, που δεν στηρίζονται στην υπόθεση, ότι η επίδικη έκταση, και αν ακόμη έχει περιληφθεί στον διοικητικό καθορισμό, ωστόσο στην πραγματικότητα δεν καλύπτεται από τις συνηθισμένες μέγιστες αναβάσεις των κυμάτων, αλλά αντιθέτως εσφαλμένα υπολαμβάνουν ότι όλα τα ακίνητα, στα οποία προβάλλουν αξιώσεις οι ιδιώτες και βρίσκονται εντός αιγιαλού, είναι απαλλοτριωτέα, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Επομένως, τα μεταβιβαστικά συμβόλαια, που επικαλούνται οι ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, δεν ήταν ικανά να τους προσπορίσουν την εξ' αδιαιρέτου συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου. Για την υπόλοιπη δε έκταση του επιδίκου ακινήτου, η οποία δεν εμπίπτει στα ανωτέρω πρωτόκολλα, δεν προκύπτει η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αναγνώρισης της εξ' αδιαιρέτου συγκυριότητας των εναγόντων, ήδη δε εκκαλούντων, στο επίδικο ακίνητο, λόγω μη ύπαρξης αμφισβήτησης της, εκ μέρους του εναγομένου, και ήδη εφεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου.

Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, και, με την εκκαλουμένη απόφαση του, ακολούθως, απέρριψε, ως αβάσιμη στην ουσία της την αγωγή των εκκαλούντων, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς, κρίνονται απορριπτέοι, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινομένης έφεσης.".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι τμήμα του επιδίκου ακινήτου ,έκτασης 325,50 τ.μ ,βρίσκεται εντός διοικητικά καθορισμένης ζώνης αιγιαλού ,ήτοι εντός εδάφους βρεχόμενου από τις μεγαλύτερες συνήθεις αναβάσεις των θαλάσσιων κυμάτων και ,ως εκ τούτου .αποτελεί δημόσιο κτήμα, χωρίς να απαιτείται να ακολουθηθεί η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επίσης, ότι οι ενάγοντες δεν υποστηρίζουν ότι η επίδικη έκταση καίτοι έχει περιληφθεί στον διοικητικό καθορισμό, ωστόσο στην πραγματικότητα δεν καλύπτεται από τις συνηθισμένες μέγιστες αναβάσεις των κυμάτων, αλλά αντιθέτως υπολαμβάνουν ότι όλα τα ακίνητα, στα οποία προβάλλουν αξιώσεις οι ιδιώτες και βρίσκονται εντός αιγιαλού είναι απαλλοτριωτέα και ότι, επομένως, τα μεταβιβαστικά συμβόλαια που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν ήταν ικανά να τους προσπορίσουν κυριότητα.

Τέλος ,έγινε δεκτό ότι για την υπόλοιπη έκταση δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της κυριότητας των εναγόντων, εφόσον αυτή δεν αμφισβητείται από το Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή .Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 3α.ν.2344/1940 και του άρθρου 17 του Συντάγματος και επιπλέον δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού του επίδικου ακινήτου ως τμήματος αιγιαλού και, άρα, κοινόχρηστου κτήματος, ανήκοντος στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος ,μέρος δεύτερο, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης , από τον αριθμ. 11 περ.

του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος: Α) την 1907/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο των μνημονευόμενων σε αυτή εγγράφων, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι υπάρχει ανάγκη επανακαθορισμού της γραμμής του αιγιαλού στην περιοχή του επιδίκου, λόγω μεταβολής της πραγματικής κατάστασης ,αλλά και της εσφαλμένης αποτύπωσης αυτής στην υφιστάμενη πράξη οριοθέτησής του κατά το έτος 1961, επειδή στηρίχθηκε σε μη αξιόπιστο διάγραμμα, αφού δεν ήταν υψομετρικό και εμφάνιζε ελάχιστα την τότε πραγματική κατάσταση (δεύτερος λόγος αναίρεσης).

Β)Την από Οκτωβρίου 2015 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Δ. Ν., μαζί με τα προσαρτημένα σ' αυτήν επτά τοπογραφικά διαγράμματα του ίδιου μηχανικού που αφορούν φωτοτυπική αποτύπωση και φωτοερμηνεία ισάριθμων στερεοζευγών αεροφωτογραφιών των ετών 1939,1945,1960,1969,1972,1988 και 1997 ,καθώς και την από 28-6- 1974 έκθεση αυτοψίας του εισηγητή του εκδόσαντος την 6026/1978 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα που προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσείοντες στο εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το επίδικο ταυτίζεται με το ακίνητο που αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση και ότι, συνεπώς, υφίσταται υπέρ αυτών δεδικασμένο σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου. (τέταρτος λόγος αναίρεσης).

Όπως, όμως, προκύπτει από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση ότι το Εφετείο κατέληξε στην προαναφερόμενη αποδεικτική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα πιο πάνω έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Επομένως οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

6. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 561 παρ. 2 και 568 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα για τον προσδιορισμό δικασίμου της αναιρέσεως και, πάντως, κατά τη συζήτησή της πρέπει να προσκομίζονται και όσα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ' ουσίαν βασίμου των λόγων αναιρέσεως, τα οποία για το σκοπό αυτό ο Άρειος Πάγος επισκοπεί.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του, που πλήττεται με λόγο αναιρέσεως. Επομένως, η απόφαση αυτή πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, διαφορετικά ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 152/2007).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Δεδικασμένο παράγεται και όταν η τελεσίδικη δικαστική απόφαση είναι εσφαλμένη για οποιοδήποτε λόγο, ανατρέπεται δε, μόνο, με την εξαφάνιση της αποφάσεως μετά από επιτυχή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ή αναψηλαφήσεως.

Στη προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναιρέσεως, από τη διάταξη του αριθ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 6026/1978 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, προεχόντως διότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση με βάση την οποία το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς την κυριότητα των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου ακινήτου.

7. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, τα οποία ορίζονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.2.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 201/2020 αίτηση για αναίρεση της 5866/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης