Legislator Case Law & Legislation
790/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite essential facts of the lower court's decision.

Case Number 790/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a labor dispute. The appellant argued for various legal violations but failed to specify the critical factual assumptions underlying the lower court's ruling in the appeal document. Consequently, the court ruled that the grounds for appeal were vague and inadmissible because they did not allow for a proper review of the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 561 of the Code of Civil Procedure; The grounds for appeal must clearly state the essential factual assumptions of the lower court's decision to enable a substantive review, otherwise they are inadmissible as vague.

Keywords

AI generated
vague grounds for appeal essential factual assumptions inadmissible appeal labor dispute procedure substantive review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 790/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ό.Ζ. του Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παπαγγέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4895/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 377/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/8/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 8.8.2018 [Γ.Α.Κ. 903 / Ε.Α.Κ. 89 / 10.8.2018 - Εφετείο Πειραιώς] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ό. Ζ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ... Προσβάλλεται δε, η 377/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, την 23.8.2016, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 19.9.2014 εφέσεως της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκκαλούμενη ήταν η 4895/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, την 6.11.2012, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 27.3.2012 αγωγής της εναγούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης? αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις της εναγούσης από παροχή εργασίας.

Με την 4895/2012 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, κατά τις βάσεις της, κύρια και επικουρική, κρίθηκε νόμιμη και απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία. Με την 377/2016 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και δεκτή 'εν μέρει' στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 4895/2012 πρωτόδικη απόφαση, 'κατά το κεφάλαιο εκφοράς κρίσεως επί της επικουρικής αγωγικής βάσεως', στη συνέχεια, η αγωγή διακρατήθηκε, εκδικάσθηκε, κατά την επικουρική βάση της και απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη? ενώ, η 4895/2012 πρωτόδικη απόφαση, καθ' όσον έκρινε την αγωγή, ως προς την κυρία βάση της, νόμιμη και την απέρριψε στην ουσία, επικυρώθηκε.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 10.8.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 23.8.2016 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 4895/2012 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ. Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(

ΙΙ).- Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος? ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο αποτέλεσμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Κατά ταύτα, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο, (1).- την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή / και (2).- την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς για την υπό στοιχείο (1) περίπτωση, η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων - ενάγων είχε επικαλεσθεί στην αγωγή του για τη θεμελίωσή της και για την υπό στοιχείο (2) περίπτωση, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, ως προς την υπό στοιχείο (2) περίπτωση, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος? αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ]? δηλ. η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ ολ. 27/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ιδρύεται αυτός ο αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα.

Οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ έχουν στόχο τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος [άρθρο 106 ΚΠολΔ], κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Ο όρος 'πράγματα', στους λόγους αυτούς, είναι ταυτόσημος. Νοούνται δε, ως 'πράγματα', οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν 'πράγματα' και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά, οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποτελούν 'πράγματα' η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 261/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340 παρ.1, 240, 346 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, δηλ.

αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε επίκληση ή (γ).- δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων [άρθρα 339, 352 ΚΠολΔ]. Ιδρύεται δε, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και οι τρεις περιπτώσεις του, αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι στην έρευνα της ουσίας (και) της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως για να επιβάλλεται η λήψη υπ' όψη αποδείξεων (ΑΠ ολ. 3/1997 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η παραβίαση περί το δεδικασμένο προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, όμως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση, που προσβάλλεται, δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλ. αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 701/2008 ιστοσελίδα ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση των αριθμών 1 εδ. (α), 8, 10, 11, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι η 377/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (i).- ευθέως παραβίασε "τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1, 2 παρ.1, 25 παρ.1, 93 παρ.4, 95, 5 παρ.1 Συντάγματος, 281, 57, 59, 899, 932 ΑΚ, 14 και 15 ν. 1264/1982, 34 παρ.3 ν. 4024/2011, 1, 3, 8 ν. 2112/1920, 6 παρ.2 Ε.Σ.Δ.Α.

για το τεκμήριο της αθωότητας, του ν. 1387/1983, του ν. 3198/1955, του β.δ. 16.7.1920, του α.ν. 173/1967" και απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία βάση της, στην ουσία, (ii).- έκρινε την αγωγή μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση της για την αποζημίωση απολύσεως και, έτσι, ευθέως παραβίασε "τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955", (iii).- έκρινε ή δεν έκρινε για περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις και αποτελούν, αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, 'πράγματα', (iv).- δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, όπως και 'την ομολογία', για να διαγνώσει την αλήθεια, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, που αφορά την αποζημίωση απολύσεως, (v).- δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, (vi).- έσφαλε, κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων (περιεχομένου εγγράφων), (vii).- διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Κατά εκτεθέντα στις μείζονες σκέψεις, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και, ειδικώτερα: Ως προς την υπό στοιχείο (i) αιτίαση, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν αναφέρονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, δηλ.

το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του, με την 377/2016 απόφασή του, για το κατ' ουσία αβάσιμο της αγωγής, ως προς την κυρία βάση της ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αναιρετικώς, η ευθεία παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται.

Ως προς την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί στην αγωγή της για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσεως ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της, ως μη νόμιμης, συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Ως προς την υπό στοιχείο (iii) αιτίαση, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν αποτελούν 'πράγματα' τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις. Ως προς την υπό στοιχείο (iv) αιτίαση, ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι το δικαστήριο της ουσίας έκρινε μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής και δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ως προς τη βάση αυτή ώστε να ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ.

Ως προς την υπό στοιχείο (v) αιτίαση, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι από το περιεχόμενο της 377/2016 αποφάσεως, που ο Άρειος Πάγος, παραδεκτώς, επισκοπεί [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου. Ως προς την υπό στοιχείο (vi) αιτίαση, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι η ουσία της υποθέσεως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ως προς την υπό στοιχείο (vii) αιτίαση, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της 377/2016 αποφάσεως.

Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 377/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, στο σύνολό της.

Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.8.2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της 377/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Ιουλίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ