Supreme Court allows appeal against tax statute of limitations dismissal due to valid legal interruption by public notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the second ground of the appeal against a First Instance Court decision dismissing a tax claim. The appellant argued that the statute of limitations was interrupted by a judicial objection filed in 2003, which legally suspended the limitation period until a final judgment in 2006. The court agreed that the limitation period did not expire before the enforcement seizure in 2011, as the required notification to the tax authority had not occurred for over eight years. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 576(2)(c), 65(5), 87(4), 88(1)(a) of Law 2362/1995; The statute of limitations for public tax claims is interrupted by judicial objection from any party, and the limitation period resumes only after the final judgment, meaning the claim remains valid if the full ten-year period has not elapsed by the time of enforcement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 790 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 790/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20422/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1304/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../7-11-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Η. Κ. Τ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και δεν εμφανίσθηκε αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 269 εδ. α’ ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η υποβολή σε διαιτησία ή σε διοικητική αρχή ή σε διοικητικό δικαστήριο ή σε άλλο ειδικό δικαστήριο της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 4 ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", η οποία έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, "Σε περίπτωση δικαστικής αμφισβητήσεως από οποιονδήποτε είτε του νομίμου τίτλου γενικά της απαιτήσεως του Δημοσίου, είτε της νομιμότητας της ταμειακής βεβαιώσεως αυτής εν στενή εννοία, είτε της για οποιονδήποτε λόγο εγκυρότητας πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως προς είσπραξη απαιτήσεως του Δημοσίου (διοικητικής εκτελέσεως), η προβλεπόμενη παραγραφή της απαιτήσεως του Δημοσίου προς βεβαίωση (εν ευρεία εννοία) ή προς είσπραξη της βεβαιωμένης απαιτήσεώς του αναστέλλεται μέχρι της εκδόσεως επί της δικαστικής ταύτης διενέξεως τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως και δεν συμπληρώνεται αυτή, σε κάθε περίπτωση, προ της παρόδου ενός έτους από της, επιμελεία των αντιδίκων του Δημοσίου, κοινοποιήσεως με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και τον Υπουργό Οικονομικών της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως ...".
Από τη σύγκριση των δύο διατάξεων προκύπτει ότι τόσο οι προϋποθέσεις εφαρμογής όσο και οι έννομες συνέπειες τούτων δεν ταυτίζονται. Ειδικότερα, η μεν πρώτη αναφέρεται σε διακοπή της παραγραφής και αφορά την υπαγωγή της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση σε διαιτησία, διοικητική αρχή ή διοικητικό δικαστήριο.
Αντιθέτως, η δεύτερη αναφέρεται σε αναστολή της παραγραφής και αφορά τη δικαστική αμφισβήτηση του νομίμου τίτλου της απαιτήσεως του Δημοσίου, της νομιμότητας της ταμειακής βεβαιώσεως ή της εγκυρότητας πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος ως προς τον ισχυρισμό του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί διακοπής της παραγραφής της αξιώσεώς του κατά της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Με βάση το κατάλοιπο αυτό εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος της πιστούχου ομορρύθμου εταιρείας και των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και η ανακόπτουσα. Ακολούθως, η πιστούχος εταιρεία και τα ομόρρυθμα μέλη της κηρύχθηκαν σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ’ αριθ. 14836/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η Τράπεζα ζήτησε και πέτυχε την κατάπτωση της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και ακολούθως ζήτησε από την ... τη βεβαίωση εκτός από το ποσό του δανείου, που είχε εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, επιπροσθέτως και το μη εγγυημένο ποσό των 3.963.300 δρχ. πλέον τόκων. Προς το σκοπό αυτό η ... προέβη στη βεβαίωση των ποσών αυτών με την έκδοση α) της υπ’ αριθ. .../30-6-1999 ταμειακής βεβαίωσης από κατάπτωση εγγύησης ...
ποσού 5.800.974 δρχ. και ήδη 17.024,13 ευρώ και για ποσό 3.963.300 δρχ. και ήδη 11.631,11 ευρώ υπέρ της Τράπεζας ... και β) της υπ’ αριθ. .../30-6-1999 ταμειακής βεβαίωσης από δικαστικά έξοδα ... ποσού 493.440 δρχ. και ήδη 1.448,10 ευρώ και για ποσό 328.960 δρχ. και ήδη 965,40 ευρώ υπέρ της Τράπεζας ..., πλέον τόκων και προσαυξήσεων, για τις οποίες και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. .../2-5-2003 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών της ίδιας Δ.Ο.Υ.
Η ... ανακόπτουσα προσέβαλε την ως άνω ατομική ειδοποίηση χρεών συμπροσβάλλοντας τις εν στενή εννοία ταμειακές βεβαιώσεις, που περιλαμβάνονταν σ’ αυτήν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκώντας την 18662/2003 ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ’ αριθ. 22301/2005 απόφασή του απέρριψε την ως άνω ανακοπή εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως αόριστη, ήτοι παρήχθη δεδικασμένο ...
και όσον αφορά το κύρος του νομίμου τίτλου, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη ... Δυνάμει πράξης καθορισμού χρεών, όπου αναφέρονται οι προαναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις και σε εκτέλεση ... εγγράφου παραγγελίας του προϊσταμένου της ... κατασχέθηκαν αναγκαστικώς τρία ακίνητα ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, και συγκεκριμένα α) ...
β) ... και γ) ..., για τις οποίες και συντάχθηκε η υπ’ αριθ. .../18-7-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Τ.. Κατά τον παραπάνω χρόνο βεβαίωσης των χρεών (30-6-1999) είχε τεθεί σε ισχύ ο ν. 2362/1995 ... και σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 5 β’ οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την παροχή εγγυήσεως υπέκειντο πλέον σε δεκαετή παραγραφή, που άρχιζε από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που βεβαιώθηκε το χρέος. ...
Ο κατ’ αντένσταση προβληθείς λόγος διακοπής της παραγραφής ... κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά το οποίο, νέα διακοπή της παραγραφής επήλθε με την άσκηση της προαναφερόμενης υπ’ αριθ. 18662/2003 ανακοπής της ... ανακόπτουσας (εγγυήτριας) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον η άσκηση αυτής πλήττουσας μόνο την εγκυρότητα του νομίμου τίτλου, δεν συνιστά υποβολή της ένδικης διαφοράς, με την έννοια της επιθετικής ενέργειας από το φορέα της αξίωσης, δηλαδή υποβολή προς διάγνωση των επίδικων αξιώσεων στο αρμόδιο δικαστήριο από το δικαιούχο της απαίτησης Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να επιφέρει διακοπή της παραγραφής των σχετικών αξιώσεων, κατά την έννοια του άρθρου 269, δεδομένου ότι η άσκηση ανακοπής συνιστά άμυνα κατά του δικαιώματος.
Επομένως, όταν έλαβε χώρα η προαναφερόμενη κατάσχεση σε βάρος της ... ανακόπτουσας είχε ήδη παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της δεκαετίας από την υπό στενή έννοια βεβαίωση των χρεών (30-6-1999) μέχρι την επιβολή της κατάσχεσης (18-7-2011) και ως εκ τούτου η απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου είχε παραγραφεί". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος της ανακοπής ήταν βάσιμος και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, ακυρώνοντας την έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως σε βάρος των ακινήτων της ανακόπτουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 87 παρ. 4 ν. 2362/2995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", την οποία δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η αναιρεσίβλητη άσκησε την υπ’ αριθ. 18662/2003 ανακοπή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας την ακύρωση της υπ’ αριθ. .../2-5-2003 ατομικής ειδοποιήσεως της ..., με την οποία είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της και επιτασσόταν να καταβάλει ποσά 5.800.974 δρχ. και 3.963.300 δρχ. πλέον τόκων και εξόδων. Επί της ανακοπής αυτής, η οποία επιδόθηκε στο Δημόσιο στις 14-7-2003, εκδόθηκε η 22301/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη στις 26-5-2006 με την επίδοση αντιγράφου αυτής στην αναιρεσίβλητη στις 26-4-2006 και τη μη άσκηση εκ μέρους της εφέσεως.
Το γεγονός ότι την ανακοπή άσκησε η αναιρεσίβλητη ουδεμία σημασία έχει για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 87 παρ. 4 ν. 2362/1995, εφόσον ρητά στην ως άνω διάταξη αναφέρεται ότι αναστολή της παραγραφής επέρχεται "σε περίπτωση δικαστικής αμφισβητήσεως από οποιονδήποτε είτε του νομίμου τίτλου γενικά της απαιτήσεως του Δημοσίου, είτε ...".
Συνακόλουθα τούτων, η παραγραφή της αξιώσεως του Δημοσίου σε βάρος της αναιρεσίβλητης ανεστάλη κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της ανακοπής στις 14-7-2003 μέχρι την τελεσιδικία της ως άνω αποφάσεως, ήτοι την 26-5-2006, χωρίς έκτοτε να υπάρξει άλλη κοινοποίηση με επιμέλεια της ίδιας προς τον Υπουργό των Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., απαραίτητη για τη λήξη της αναστολής μετά ένα έτος.
Ωστόσο, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η εκ μέρους της ανακόπτουσας επίδοση δεν ήταν αναγκαία, ενόψει του ότι η επίδοση της αποφάσεως είχε χωρήσει με επιμέλεια του Ελληνικού Δημοσίου και η αναστολή έπαυσε στις 26-5-2006, οπότε άρχισε να τρέχει εκ νέου ο χρόνος της παραγραφής, και πάλι δεν συμπληρώθηκε αυτή μέχρι την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως στα ακίνητα της αναιρεσίβλητης στις 18-7-2011, καθόσον από την 1-1-2000 (1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από αυτό κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι ατομικές βεβαιώσεις) μέχρι την 14-7-2003 (χρόνος επιδόσεως της ανακοπής της αναιρεσίβλητης) και από 26-5-2006 (χρόνος τελεσιδικίας της απορριπτικής αποφάσεως επί της ανακοπής) μέχρι την 18-7-2011 (χρόνος επιβολής της αναγκαστικής κατασχέσεως, που διέκοψε την παραγραφή, κατ’ άρθρο 88 παρ. 1 περ.
α’ ν. 2362/1995) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα οκτώ ετών, οκτώ μηνών και πέντε ημερών, και κατά συνέπεια δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της δεκαετούς παραγραφής του άρθρου 65 παρ. 5 ν. 2362/1995. Κατά συνέπεια είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1304/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσόν των οποίων ορίζει στα τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ