Legislator Case Law & Legislation
790/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on overwork damages and vacation pay calculation in labor dispute.

Case Number 790/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding overwork compensation and vacation benefits. The court found that the lower court incorrectly calculated vacation pay and failed to account for specific allowances as regular wages, violating statutory provisions on unjust enrichment from invalid employment contracts. Consequently, the judgment was annulled in part, the case remitted for further proceedings on the disputed amounts, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 174, 180, 904, 908 of the Civil Code; Article 1 of Law 1082/1980; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When an employer benefits from an invalid employment contract, they must pay the worker the wages they would have received under a valid contract, including specific allowances treated as regular pay, while vacation pay is calculated based on the actual monthly wage including such allowances.

Keywords

AI generated
unjust enrichment invalid employment contract overwork compensation vacation pay calculation regular wage allowance remittal for retrial legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 3, 174, 180, 904 and 908 of the Civil Code
Article 1 of Law 1082/1980
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 790/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1399/2009 μη οριστική, 1709/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6174/2013 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν εν μέρει δεκτοί και οι δύο λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 3, 174, 180, 904 και 908 ΑΚ, 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 1 και 2 και 3 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 1, 2 και 3 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 ν. 435/1976, 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β’ 81) και 4 ν. 2874/2000, όπως το τελευταίο ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 από 1.10.2005 και πριν οι παράγραφοί του 1, 3 και 5 αντικατασταθούν και πάλι, με την παράγραφο 10 του άρθρου 74 ν. 3863/2010, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτουν τα εξής: 1) Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται στον μισθό (αποδοχές) που αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος και υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν, αναγκαίως, στο πρόσωπο του δυναμένου ν’ απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού, και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 950/2014, 5/2012).

Το ύψος του μισθού αυτού, τον οποίο δέχεται το δικαστήριο ότι θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλον μισθωτό και αποτελεί, ως εκ τούτου, την (αποδοτέα) ωφέλεια που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, είναι ζήτημα πραγματικό και κατά συνέπεια η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι κατ’ άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτός από την περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται ως ωφέλεια μισθό που υπολείπεται των ως άνω ελαχίστων νομίμων ορίων, διότι τα ελάχιστα αυτά όρια αποτελούν περιεχόμενο οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας, άρα και εκείνης που θα κατάρτιζε ο εργοδότης για την παροχή των αυτών υπηρεσιών (ΑΠ 950/2014). 2) Οι αποδοχές και το επίδομα άδειας καθώς και τα επιδόματα εορτών, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται και με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 131/2015, 950/2014, 1824/2011), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλομένη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 950/2014). 3) Υπό το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας των 40 ωρών (στο οποίο υπάγονται και οι οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων, άρθ. 1 του β.δ.

της 28.1/14.2.1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού των φορτηγών αυτοκινήτων", 13 της 12/1984 απόφασης ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, ΦΕΚ Β’ 184, και 6 της 40/1985 ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 19533/1985, ΦΕΚ Β’ 720, άρθ. 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ) και κατά το διάστημα μεταξύ 1.10.2005 και 15.7.2010, ο εργαζόμενος μπορούσε να απασχολείται 5 επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη, να παρέχει δηλαδή υπερεργασία κατά την διατύπωση του νόμου, για τις ώρες δε αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η), η αμοιβή που δικαιούτο, καθοριζόταν πάντοτε με βάση το καταβαλλόμενο (ανώτερο του νομίμου) ωρομίσθιο, επί του οποίου υπολογιζόταν και η προβλεπόμενη προσαύξηση 25% (ΑΠ 950/2014). 4) σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο (όπως η απόλυση) προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, και ο εργαζόμενος δεν έχει λάβει την κανονική του άδεια, δικαιούται τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια (ΑΠ 1033/2011,1716/2008), οι οποίες αντιστοιχούν για κάθε μήνα απασχόλησης στα 2/25 του μηνιαίου μισθού για όσους αμείβονται με μισθό, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη σε αυτόν αποζημίωση για άλλο λόγο, για απασχόληση δε μικρότερη από ένα μήνα καταβάλλεται ανάλογα κλάσμα.

Μαζί με την καταβολή των αποδοχών της άδειάς του δικαιούται ο εργαζόμενος στην τελευταία περίπτωση να λάβει μέρος του επιδόματος αδείας ανάλογα με το χρόνο της εργασιακής σχέσης από την πρόσληψη ή λήψη του προηγούμενου επιδόματος μέχρι τη λύση της σύμβασης το οποίο είναι ισόποσο των αποδοχών αδείας, υπό τον περιορισμό ότι το τελευταίο (επίδομα άδειας) δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15νθημέρου ή των 13 εργασίμων ημερών, αναλόγως αν ο μισθωτός αμείβεται με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο (ΑΠ 1020/1995). 5) Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν.3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", προκύπτει ότι οι "συνήθεις αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται προς τις "τακτικές αποδοχές" που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και ως τέτοιες, νοούνται ο καταβαλλόμενος συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχεται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων η αμοιβή για υπερεργασία και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού (Ολ. ΑΠ 5/2011). Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και εκείνες των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι και σε περίπτωση σχέσης εργασίας από άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, όταν θέλει να παύσει να δέχεται την εργασία που του προσφέρεται πρέπει να καταγγείλει τη σχέση και να πληρώσει την αποζημίωση που οφείλει κατά το Ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης.

Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ολ. ΑΠ 192/1962, ΑΠ 131/2015, 892/2003, 1435/1991), υπολογίζεται δε βάσει των, κατά την ανωτέρω έννοια, τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, δηλαδή του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, (ΑΠ 1254/2013, 194/11, 1033/2008), μεταξύ δε των παροχών αυτών είναι και η αμοιβή για τακτικώς προσφερόμενη υπερεργασία.

Τέλος κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 255/2016, 939/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς τα θιγόμενα με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως αγωγικά κεφάλαια τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος ήταν κάτοχος επαγγελματικής αδείας ικανότητας οδηγού, εκτός των άλλων και Γ’ κατηγορίας, προσλήφθηκε στις 24.3.2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στο εργοτάξιο της εναγομένης στην ..., όπου η τελευταία είχε αναλάβει έργο κατασκευής φράγματος.

Με την ιδιότητά του αυτή ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την 11.12.2007, οπότε η τελευταία προέβη σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του και του κατέβαλε αποζημίωση απολύσεως ποσού 1.938 ευρώ. Οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος διέπονταν και καθορίζονταν από τις διαδοχικά ισχύουσες κάθε φορά εθνικές κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.) και διαιτητικές αποφάσεις (Δ.Α.) "των εργαζομένων στις τεχνικές, μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις όλης της Χώρας" και ειδικότερα την Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.

της 3.7.2006 και τη ΔΑ 33/2006, όπως είχε καθορισθεί μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με την έγγραφη "γνωστοποίηση προς τον εργαζόμενο των ουσιωδών ορών της συμβάσεως εργασίας" του, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του ενάγοντος, όπου αναφέρεται ότι η ΣΣΕ, στην οποία θα υπάγεται ο ενάγων είναι αυτή των τεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας....

Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως εργασίας του ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, απασχολούμενος με την οδήγηση φορτηγών αυτοκινήτων, που είχαν ωφέλιμο βάρος άνω των δεκατριών τόνων, αλλά όχι και άνω των είκοσι πέντε τόνων, τα οποία κινούντο μέσα στο εργοτάξιο και δεν γινόταν επικάλυψη με τα χέρια της καρότσας αυτών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεως του στην εναγομένη εργαζόταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί εννέα (9) ώρες κατά μέσο όρο ημερησίως και συνολικά 45 ώρες εβδομαδιαίως και έτσι πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας την εβδομάδα (δηλαδή από την 41η έως την 45η ώρα) και 20 ώρες κατά μέσο όρο το μήνα....

Εξάλλου, σύμφωνα με την από 3.7.2006 Εθνική Κλαδική Σύμβαση των Εργαζομένων στις Τεχνικές, Μελετητικές Εργοληπτικές Επιχειρήσεις όλης της Χώρας, η οποία ίσχυε από 1.1.2006 μέχρι 31.12.2007 και στην οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να υπάγεται η ατομική εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, οι νόμιμες αποδοχές του τελευταίου κατά το χρονικό διάστημα από 24.3.2007 μέχρι 11.12.2007 ανέρχονταν στο ποσό των 1.210,60 ευρώ και ειδικότερα βασικός μισθός 819,53 ευρώ + 98,34 ευρώ επίδομα τριετιών (κλιμ. 6-9 έτη 12%) + επίδομα γάμου 81,95 ευρώ (ποσοστό 10% του β.μ) + επίδομα ειδικών συνθηκών οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων άνω των 13 τόνων 59 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 20 ευρώ + επίδομα επικίνδυνης εργασίας 40 ευρώ + επίδομα εργοταξίου (10% του β.μ.

και του επιδόματος τριετιών) 91,78 ευρώ. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.201 ευρώ, ενώ συγχρόνως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η καταβολή σ’ αυτόν εκ μέρους της και του ποσού των 460 ευρώ μηνιαίως, ως κινήτρου απόδοσης, το οποίο αυτή πράγματι του κατέβαλε....Το ποσό αυτό των 460 ευρώ συνιστούσε τακτική παροχή και καταβαλλόταν σταθερά στον ενάγοντα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του και συνεπώς η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, συνυπολογίσθηκε δε από την εναγομένη κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος στις 11.12.2007 ως μέρος του μισθού του, προκειμένου να προκύψει το οφειλόμενο στον τελευταίο ποσό της αποζημιώσεως απολύσεως.

Έτσι κατά το πιο πάνω διάστημα ο μηνιαίος μισθός, τον οποίο η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, ανερχόταν σε 1.661 ευρώ.... O ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, ήταν κάτοχος επαγγελματικής αδείας ικανότητας οδηγού Γ’ κατηγορίας, η ισχύς της οποίας έληγε στις 26.8.2007, δεν φρόντισε δε αυτός εγκαίρως να την ανανεώσει, με αποτέλεσμα να παρέλθει ο χρόνος λήξης της ισχύος της στις 26.8.2007 και αυτός, συνεχίζοντας να απασχολείται στην εναγομένη, να συνδέεται πλέον μ’ αυτή από την 27.8.2007 με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας....Έτσι ο ενάγων για την παροχή της προαναφερόμενης υπερεργασίας του κατά το χρονικό διάστημα από 24.3.2007 μέχρι 26.8.2007 δικαιούται το ποσό των 1.270,92 ευρώ (δηλαδή μηνιαίος μισθός 1.661 ευρώ Χ 0,006 = 9,97 ευρώ το ωρομίσθιο + προσ. 25% = 12,46 ευρώ Χ 20 ώρες το μήνα Χ 5,1 μήνες = 1.270,92 ευρώ).

Για την αιτία αυτή, δηλαδή για αμοιβή υπερεργασίας, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα σταθερά κάθε μήνα το ποσό των 180,15 ευρώ, ακόμη και για τις λίγες ημέρες εργασίας του Μαρτίου του έτους 2007, δηλαδή του κατέβαλε συνολικά για το παραπάνω διάστημα το ποσό των 918,76 ευρώ και επομένως του οφείλει τη διαφορά από 352,16 ευρώ...

Περαιτέρω ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 27.8.2007 μέχρι 11.12.2007 δικαιούται για την παροχή της προαναφερομένης υπερεργασίας του αμοιβή κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και συγκεκριμένα την ωφέλεια που αποκόμισε η εργοδότριά του - εναγομένη από την εν λόγω εργασία του και η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλε αυτή σ’ άλλο μισθωτό, ο οποίος θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες, για την ίδια εργασία και με τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με αυτά του ενάγοντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις λόγω γάμου και προϋπηρεσίας και λοιπές περιστάσεις που συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ενάγοντος, αφού αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο αυτού που θα είχε προσληφθεί εγκύρως.

Έτσι ο ενάγων δικαιούται για την ως άνω αιτία κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα το ποσό των 535,50 (δηλαδή μηνιαίος μισθός χωρίς τα άνω επιδόματα 1.020,48 ευρώ Χ 0,006 = 6,12 ευρώ το ωρομίσθιο + προσ 25% = 7,65 ευρώ Χ 20 ώρες το μήνα Χ 3,5 μήνες). Η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 558,46 ευρώ, δηλαδή το ποσό των 180,15 ευρώ κάθε μήνα, εκτός του μηνός Δεκεμβρίου του 2007 (180,15 Χ 3,1 μήνες).

Επομένως η αξίωση του ενάγοντος να λάβει αμοιβή για υπερεργασία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη....Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν του χορηγούσε την ετήσια άδειά του... O ενάγων δικαιούτο δύο (2) ημέρες άδειας για κάθε μήνα εργασιακής σχέσης, τις οποίες σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν έλαβε, ενώ για αποδοχές αδείας δικαιούτο τα 17,2/25 των νόμιμων αποδοχών του, για δε το επίδομα αδείας δικαιούτο το 1/2 αυτών.

Επομένως ο ενάγων δικαιούτο για αποδοχές αδείας το ποσό των 957,69 ευρώ (δηλαδή μηνιαίες αποδοχές, όπως υπολογίσθηκαν παραπάνω, 1.210,60 ευρώ + αμοιβή υπερεργασίας 181,4 ευρώ = 1392 ευρώ : 25 Χ 17,2 = 957,69 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 478,84 ευρώ (957,69: 2). Πλην όμως η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για επίδομα αδείας, όπως συνομολογεί στην αγωγή του, το ποσό των 830 ευρώ και ως εκ τούτου αυτός δεν δικαιούται διαφορά επιδόματος αδείας και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο κρίνεται κατ’ ουσίαν αβάσιμο και απορριπτέο...Περαιτέρω για επίδομα εορτών Χριστουγέννων ο ενάγων έπρεπε να λάβει το ποσό των 1373,67 ευρώ (δηλαδή μηνιαίες αποδοχές 1.210,60 ευρώ + αμοιβή υπερεργασίας 181,4 ευρώ Χ 225 ημέρες / 19 Χ 2/25 Χ 1,04166).

Η εναγομένη όμως κατέβαλε στον ενάγοντα για αναλογία δώρου Χριστουγέννων το ποσό των 1.638,98 ευρώ και ως εκ τούτου αυτός δεν δικαιούται διαφορά δώρου Χριστουγέννων και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο κρίνεται κατ’ ουσίαν αβάσιμο και απορριπτέο....Περαιτέρω, ο ενάγων κατά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 2.149,46 ευρώ (δηλαδή μηνιαίος μισθός 1.661 ευρώ + αμοιβή υπερεργασίας 181,4 ευρώ = 1.842,40 ευρώ +1/6 = 2.149,46).

Η εναγομένη όμως του κατέβαλε το μικρότερο ποσό των 1.938 ευρώ και συνεπώς ο ενάγων δικαιούται τη διαφορά, ανερχόμενη στο ποσό των 211,46 ευρώ, (2.149,46 - 1.938)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν τόσο την έφεση της αναιρεσίβλητης, όσο και την έφεση και την αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και εξετάζοντας ακολούθως την αγωγή του αναιρεσείοντος δέχθηκε εν μέρει αυτήν.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή με την προσβαλλομένη απόφασή του: α) ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος για την υπερεργασία που πραγματοποίησε για το μετά την 27.8.2007 χρονικό διάστημα, που συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να υπολογισθεί με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι με βάση τις καταβαλλόμενες, ύστερα από σχετική συμφωνία, σ’ αυτόν τακτικές μηνιαίες αποδοχές και με βάση τον υπολογισμό αυτό να του επιδικάσει το αντίστοιχο κονδύλιο (για υπερεργασία), να προσδιορίσει δε περαιτέρω τις αποδοχές άδειας, το επίδομα άδειας, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και το ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως, κατά το τμήμα των τακτικών αποδοχών που αφορούσε την υπερεργασία με βάση τον υπολογισμό αυτό, β) ότι ως επίδομα άδειας ο αναιρεσείων δικαιούται το 1/2 των 17,2/ 25 του μηνιαίου μισθού του, που δικαιούτο για αποδοχές άδειας και όχι 13 καταβαλλόμενα ημερομίσθια, που δεν υπερβαίνουν το 1/2 των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών του, όπως ζήτησε με την αγωγή του, γ) ότι κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών άδειας, του επιδόματος άδειας και του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το ποσό των 460 ευρώ, που καταβαλλόταν ως κίνητρο απόδοσης και αποτελούσε τακτική αποδοχή, όπως το ίδιο (Εφετείο) δέχθηκε, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Επομένως και οι δύο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, ειδικότερα δε με τον πρώτο η υπό στοιχείο α’ ως άνω αιτίαση και με τον δεύτερο οι υπό στοιχείο β’ και γ’ αιτιάσεις είναι βάσιμοι. Οι περαιτέρω και στους δύο λόγους αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση το σφάλμα ότι προσδιόρισε τις ώρες υπερεργασίας που πραγματοποιούσε ο αναιρεσείων κατά μήνα σε 20 και όχι σε 21,4 που υποστηρίζει αυτός ότι πραγματοποίησε είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση και επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται ευθέως και αποκλειστικά μόνο η εκτίμηση των αποδείξεων και της ουσίας της υπόθεσης ως προς το ζήτημα αυτό (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως, κατά το μέρος του που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αγωγικά κεφάλαια της υπερεργασίας για το μετά την 27.8.2007 χρονικό διάστημα, των αποδοχών άδειας, του επιδόματος άδειας, του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και της αποζημιώσεως απολύσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και πριν την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 6174/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ