Legislator Case Law & Legislation
790/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract dispute judgment regarding salary offset and abuse of rights.

Case Number 790/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Broadcasting Corporation against a final labor court judgment. The corporation argued that the employees had earned wages from other employers and that the lawsuit constituted an abuse of rights. The court rejected these claims, ruling that the legal requirements for salary offset were not met and that the employees' conduct did not justify the lawsuit as abusive.

Legislator headnote

AI generated

Articles 656 and 440 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court correctly applied substantive law provisions regarding salary offset and mutual claims, and found that the exercise of the right to sue did not exceed the limits of good faith or social purpose.

Keywords

AI generated
labor contract dispute salary offset claim abuse of rights doctrine good faith principle civil procedure appeal employment law judicial costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 656 of the Civil Code
Article 440 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 790/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Χ., 2) Γ. Κ. του Ι., 3) Κ. Μ. του Π., 4) Λ. Π. του Α., 5) Σ. Π. του Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι το ορθό επώνυμο της υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητης είναι Κ.... και όχι Κ... όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/2008 μη οριστική και 2115/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4809/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 13/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικού λόγου και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ, η αγωγή, για το ορισμένο αυτής, που αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση, για την περαιτέρω έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτής, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία, που αναφέρονται στα άρθρα 111 και 118 Κ.Πολ.Δικ.: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Στην αγωγή, επίσης, αναφέρεται: α) προκειμένου σε δίκες περιουσιακών στοιχείων, η χρηματική αξία του αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Ο αναιρετικός, εξάλλου, έλεγχος της απόφασης του ουσιαστικού δικαστηρίου, σχετικά με την ορθότητα αυτής, καθόσον αφορά το ορισμένο ή μη της αγωγής, επί της οποίας δίκασε, γίνεται με βάση τη διάταξη της περ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση ή δικονομικό απαράδεκτο., Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 16/12/2005 [αρ.κατ. 221127/6094/2006] αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" κατά τις αναφερόμενες αναλυτικά για τον καθένα ημεροχρονολογίες, πάντως όλοι πρι το έτος 2.000.

για να προσφέρουν την εργασία τους ως χορωδοί-μέλη της Χορωδίας αυτής. Ότι απασχολήθηκαν σ'αυτήν, στην πραγματικότητα, με βάση διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες η εναγομένη χαρακτήριζε κάθε φορά ως "συμβάσεις μίσθωσης έργου-εξωτερικής συνεργασίας". Ότι με την παροχή της εργασίας τους, βάσει των άνω συμβάσεων, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, απασχολούμενοι υπό τις ίδιες, ακριβώς, συνθήκες και όρους, παρέχοντας ο καθένας τους ίσης αξίας και ποιότητας, εργασία με τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους τους, οι οποίοι απασχολούνται στην εναγομένη, ως χορωδοί, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς, όμως, να λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές με τους τελευταίους, αλλά μικρότερες, κατά τα ειδικότερα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή ποσά.

Ότι μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004, που διαλαμβάνει ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους, στο δημόσιο τομέα, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η εναγομένη, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως έκρινε ότι συντρέχουν στην περίπτωσή τους οι διατάξεις του άρθρου 11 αυτού. Ότι, δηλαδή, οι αλλεπάλληλες διαδοχικές σχέσεις που συνέδεαν αυτούς με την εναγομένη, συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διότι κάλυπταν με την απασχόλησή τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ενταχθέντες στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις.

Ότι η τελευταία, ενεργώντας, αντίθετα, προς τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, που παρέχουν ίδιου περιεχομένου και ποιότητας και ίσης αξίας, εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα, χωρίς να συντρέχει δικαιολογητικός λόγος για την διαφοροποίηση τους, ως προς την μεταχείρισή τους, δεν τους κατέβαλλε την αμοιβή, που κατέβαλλε στους απασχολούμενους σ' αυτήν υπό καθεστώς συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μικρότερη και ότι τους οφείλει διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών και των καταβλητέων αποδοχών, οι οποίες αναλυτικά αναφέρονται, με βάση τις ισχύουσες κάθε φορά ΣΣΕ, για τους εργαζόμενους σ' αυτήν χορωδούς με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για την επίδικη χρονική περίοδο.

Με το ως άνω ιστορικό ζήτησαν, να αναγνωριστεί, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως προβλέπεται από την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία και ιδίως από την ρήτρα 4 παρ.1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις [αν κριθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων είναι άκυρες ως αντίθετες στην διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2525/1997 και στο άρθρο 3 του ΓΚΠ/ΕΡΤ], ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα και αδείας και ειδικότερα τα αναφερόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά, όπως αναλυτικά υπολογίζονται στην υπό κρίση αγωγή, βάσει της προϋπηρεσίας τους, της οικογενειακής τους κατάστασης και των τυπικών προσόντων ενός εκάστου, νομίμως εντόκως από τότε, που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά, ως άνω, περιστατικά, αυτή περιέχει τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα περιέχει αναφορά των συμβάσεων εργασίας, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, του χρόνου κατάρτισης αυτών, των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας τους, του είδους της παρασχεθείσας εργασίας, τα προσόντα τους, το ονοματεπώνυμο, το είδος εργασίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες προσέφεραν την εργασία τους εργαζόμενοι της εναγομένης, συνδεόμενοι με αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των εναγόντων έναντι αυτών, να συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, του χρονικού διαστήματος για το οποίο οφείλονται οι δεδουλευμένες αποδοχές και οι λοιπές παροχές, η προϋπηρεσία, η οικογενειακή κατάσταση και τα τυπικά προσόντα ενός εκάστου των εναγόντων.

Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 Ν.2112|1920, 11 του Π.Δ. 164|2004, 648, 653, 653, 70 Κ.Πολ.Δικ και άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Επομένως, εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το εφετείο και απέρριψε σχετικόν, περί του αντιθέτου, λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, ορθά έκρινε, περιέχει δε η απόφαση κατά τούτο επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αυτής και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδονται σ' αυτήν αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 14 και 19 Κ.Πολ.

Δικ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559, αριθμ.16 Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο". Το δεδικασμένο, που παράγεται από τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, καλύπτει το ζήτημα που με την απόφαση κρίθηκε, δηλαδή τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια ή σχέση, που διαγνώσθηκε από την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει.

Επίσης καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε (μεταξύ άλλων) με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "αποδείχθηκε ότι με την 127|2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής των εναγόντων κατά της εναγομένης και κατέστη τελεσίδικη...., αναγνωρίσθηκε ότι οι διαδοχικές, αλλεπάλληλες συμβάσεις, που είχαν συνάψει με την εναγομένη, χαρακτηριζόμενες ως "μισθώσεις έργου εξωτερικής συνεργασίας" αποτελούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συγκεκριμένα αναγνωρίσθηκε ότι συνδέονται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η Μ. Κ. από 1|11/2002, ο Γ. Κ. από 1/1/2001, ο Κ. Μ. από 1/7/200 και οι Λ. Π. και Σ. Π. από 1/7/1998. Ότι οι συμβάσεις τους εξακολουθούν να είναι ενεργείς και μετά την 30/6/2004 και υποχρέωσε την εναγομένη, να τους απασχολεί στην προσήκουσα θέση και ειδικότητα, καταβάλλοντάς τους τις νόμιμες αμοιβές".

Με βάση αυτά, το εφετείο δέχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου, καθόσον αφορά τους διαδίκους, σχετικά με τη φύση της εργασίας, που συνδέει αυτούς, για το μεταγενέστερο των ως άνω ημεροχρονολογιών χρονικό διάστημα και, στη συνέχεια, αφού ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, καθόσον αφορά τα, από το λόγο αυτόν οφειλόμενα, ως διαφορές, στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, αναγνώρισε την προς αυτούς εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας οφειλή των σχετικών χρηματικών ποσών.

Με βάση αυτά, το εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ. και ορθά εφάρμοσε τις περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321 επ. Κ.Πολ.Δικ. διατάξεις, αφού ορθά δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, το οποίο το δεσμεύει, σχετικά με τη μορφή της εργασιακής σχέσης, που συνδέει τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους με την ήδη αναιρεσείουσα, κατά τα ανωτέρω και, στη συνέχεια προέβη στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, η οποία στηρίζεται στην ίδια, με την αρχική αγωγή, ιστορική και νομική αιτία, καθόσον αφορά τα ειδικότερα κονδύλια αυτής, για το χρονικό διάστημα, από τότε που κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου ότι οι επίδικες συμβάσεις, συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετέπειτα.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος και κατά το από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δικ. σκέλος, αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι - επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠσλΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται, εφόσον το δικαστήριο έχει ακόμη και αμφιβολίες, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, δηλαδή σύμφωνα με αυτά που εκθέτει στον λόγο αναιρέσεως, ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει ότι έλαβε μεν το δικαστήριο υπόψη τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), πλην προσέδωσε σ' αυτά διαφορετική αποδεικτική αξία, από αυτή που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι έχουν.

Περαιτέρω, τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έχουν ληφθεί υπόψη, για να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχουν επικληθεί και προσαχθεί για απόδειξη ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Επί της άνω αγωγής των (ήδη) αναιρεσιβλήτων και κατά των σχετικών απαιτήσεων αυτών και χωρίς να αμφισβητεί την, σύμφωνα με τις σχετικές συμβάσεις, απασχόληση των αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα υπέβαλε την από το άρθρο 656 περ.

β ένσταση (των αλλαχού κερδηθέντων) και προς απόδειξή της, προσκόμισε, μεταξύ άλλων, βεβαιώσεις ασφαλιστικών φορέων και καταστάσεις ενσήμων του ΙΚΑ, από τις οποίες, κατά την αναιρεσείουσα προέκυπτε ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είχαν απασχοληθεί και αλλού, "παράλληλα και ταυτόχρονα, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, στο δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα".

Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το εφετείο, ως νομικά αβάσιμη. Περαιτέρω, από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο, προς εξαγωγή του σχετικού, αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε, μεταξύ άλλων, "τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα σε συνδυασμό με το σύνολο του περιεχομένου της απόφασης, προκύπτει, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα), τα οποία, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελώς προτάθηκαν, ενόψει του γεγονότος, ότι η ως άνω ένσταση, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη.

Επομένως ο συναφής, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και κατά το σχετικό σκέλος αυτού, πρώτος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλεται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.

Ο εργοδότης, όμως, έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό κάθε τι, που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", προκύπτει ότι η σχετική ένσταση "συμψηφισμού", μεταξύ των οφειλομένων στον εργαζόμενων και των όσων ο τελευταίος ωφελήθηκε από την μη παροχή εργασίας στον εργοδότη, προτείνεται από τον τελευταίο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που τίθενται από το ως άνω άρθρο.

Εφόσον δηλαδή η ωφέλεια αυτή επήλθε, λόγω μη παροχής της εργασίας, από υπερημερία του εργοδότη ή από λόγους, που δεν συνιστούν ανώτερη βία. Η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, οι αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν και σε άλλους εργοδότες, με αποτέλεσμα να εισπράξουν ως μισθούς τα αναφερόμενα στην αίτηση τους χρηματικά ποσά, τα οποία, κατ' αυτήν, έπρεπε να αφαιρεθούν από το συνολικό, αιτούμενο χρηματικό ποσό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 656 και 440 Α.Κ..

Όμως, υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά, η ένσταση αυτή δεν είναι νόμιμη, εφόσον δεν γίνεται επίκληση συνδρομής, προς θεμελίωσή της, των στοιχείων, που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. Ο κατ' άρθρο, εξάλλου, 440 Α.Κ. συμψηφισμός προϋποθέτει την ύπαρξη αμοιβαίων απαιτήσεων μεταξύ των αντιδίκων, πράγμα το οποίο δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, το εφετείο, με το να δεχθεί τα ίδια και να απορρίψει, ως μη νόμιμη, την περί συμψηφισμού ένσταση της αναιρεσείουσας, στηριζόμενη στα ως άνω, από αυτή επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου εφάρμοσε και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής προσκρούει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., γιατί οι επίδικες συμβάσεις υπεγράφησαν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 του ΓΚ|ΕΡΤ και του άρθρου 6 Ν. 2527|1997, ως συμβάσεις έργου, εν γνώσει των αναιρεσιβλήτων, ανεπιφύλακτα και χωρίς διαμαρτυρία τους, ότι δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν αποτελούσαν αυτοί (αναιρεσίβητοι) μέλη του προσωπικού της ΕΡΤ και ότι από τη συμπεριφορά τους αυτή δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι δεν θα ασκήσουν τις ένδικες αξιώσεις τους.

Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το εφετείο, ως μη νόμιμη "καθόσον, υπό τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση της αγωγής καταχρηστική". Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι, όπως έγινε δεκτό, οι επίδικες συμβάσεις, στην πραγματικότητα, δεν αποτελούσαν συμβάσεις έργου, αλλά υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, ο, αληθώς, μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δικ. τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2012 αίτηση εταιρίας, υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΕΡΤ-ΑΕ), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4809|2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ