Legislator Case Law & Legislation
790/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order for failing to specify grounds and ignore evidence.

Case Number 790/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Herakleion's appeal against the Athens Court of Appeal's eviction order. The appellant argued the lower court ignored a 1970 cadastral map and provided insufficient reasoning for rejecting evidence. The court ruled the appeal inadmissible because it failed to clearly identify specific grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure and did not adequately address the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly specify grounds under Article 559 and state facts constituting the alleged error; failure to do so renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility Code of Civil Procedure insufficient reasoning eviction order evidence consideration

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 790/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ηρακλείου Αττικής, που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Παρασκευόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λαδακάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2589/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1500/2007 μη οριστική και 8296/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/4/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 11/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο λόγο αναίρεσης, ώστε να εξάγεται απ' αυτόν σε ποιόν από τους λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να παραθέτονται στο αναιρετήριο (ΑΠ 122/2006).

Ειδικότερα, για το ορισμένο των λόγων από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χρειάζεται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, αντίστοιχα, α) οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεισβαλλόμενης απόφασης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση (ΟλΑΠ 32/1996, 28/1998) και β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.), και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, (δηλαδή, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει), καθώς και οι πραγματικές παραδοχές ή η μνεία ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογία (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 784/2006).

Η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου δεν αρκούν, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η επικαλούμενη πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 784/2006, 46/2003 και 1353/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως επικαλείται τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, και συγκεκριμένα "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ύπαρξης ουσιαστικού δεδικασμένου για την υπό κρίση διαφορά, εκ της τελεσίδικης υπ' αριθμόν 7050/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίνοντας ότι η αγωγή απορρίφθηκε αληθώς ως απαράδεκτη για αμφότερα τα αιτήματα και όχι ως μη νόμιμη, όπως επί λέξει ανέφερε η υπ' αριθμόν 7050/2004 απόφαση.

Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ουσιαστικό κανόνα δικαίου καθ' ότι, ερμηνεύοντας την αιτιολογία της απόφασης 7050/2004, διόρθωσε αυτήν, μεταβάλλοντας τη νομική αβασιμότητα σε απόρριψη για λόγους παραδεκτού και αλλοίωσε ουσιαστικά το περιεχόμενό της. Η εν λόγω διόρθωση θα μπορούσε, κατά τις κείμενες διατάξεις, να γίνει κατόπιν εφέσεως επί της υπ' αριθμ. 7050/2004 απόφασης, η οποία όμως ουδέποτε ασκήθηκε, όπως τελεσίδικα αποδέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδεμία δικαιοδοσία είχε να ερμηνεύσει και διορθώσει την εν λόγω δικαστική απόφαση.

Η περιεχόμενη ερμηνεία της απόφασης 7050/2004 στην αναιρεσιβαλλόμενη την καθιστά αναιρετέα για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία και η διόρθωση στο περιεχόμενο την καθιστά αναιρετέα για παραβίαση διάταξης νόμου". Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ευθέως και εκ πλαγίου διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και πώς παραβιάστηκαν κατα την ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών, καθώς και ποιά είναι τα ελλείποντα στοιχεία της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης και σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποιές αιτιολογίες προκύπτει.

II. Με το δεύτερο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε διάταξη νόμου και στερείται νόμιμης βάσεως, δοθέντος ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας, την οποία νομοτύπως προέβαλλα με τις προτάσεις μου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την έφεσή μου και τις προτάσεις μου ενώπιον του Εφετείου.

Η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ένδικη εδαφική έκταση είναι επαρκώς ορισμένη στην υπό κρίση αγωγή, κατά τους ορισμούς του άρθρου 216 ΚΠολΔ, αποδεχόμενη ως επαρκή προσδιορισμό την αναφορά ότι η ένδικη εδαφική έκταση βρίσκεται σε συνέχεια της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου και στο νοτιοδυτικό τμήμα αυτού, χωρίς ουδένα επιπλέον προσδιορισμό της θέσης της".

Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός, ο οποίος κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου Κώδικα, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ήτοι διότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έκανε δεκτή την ένστασή του δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγων αοριστίας, είναι προτίστως, αόριστος, διότι δεν αναφέρει το περιεχόμενο της αγωγής και της ενστάσεως.

Σε κάθε περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη, αφού περιέχει επαρκή περιγραφή της επίδικης έκτασης κατά θέση , έκταση και όρια, τα οποία εμφαίνονται στο από Μάρτιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., το οποίο προσαρτάται στην αγωγή και συνεπώς ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

III. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρι. 8 και 19 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων, αιτιάται ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από εμένα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στερείται νόμιμης βάσεως, δοθέντος ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος περιέφραξε την ένδικη εδαφική έκταση των 235 τ.μ. από το έτος 1964, ως κύρια πράξη διακατοχής της, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει, πλην όμως αγνοεί εντελώς το προσαγόμενο και επικαλούμενο από εμένα τοπογραφικό διάγραμμα, με ημερομηνία σύνταξης 22-1-1970, που συνόδευε την υπ' αριθμ. ...

πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, από το οποίο αποδεικνύεται περίφραξη της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου μόνο στα 697 τ.μ. Με την ανωτέρω κρίση η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν διαθέτει την απαιτούμενη αιτιολογία απόρριψης του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου" και αποδοχής των μαρτυρικών καταθέσεων των μαρτύρων του αντιδίκου".

Ο λόγος αυτός καθόσον αφορά την πρώτη πλημμέλεια, η οποία είναι, κατ' ορθήν εκτίμηση από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται ο αναιρεσείων και αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, του καθοριζόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο.

Καθόσον δε αφορά τη δεύτερη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη ανεπάρκεια και αντίφαση της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αφορά σε αποδεικτικά μέσα.

IV. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2008 αίτηση του Δήμου Ηρακλείου Αττικής για αναίρεση της 8296/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ