Legislator Case Law & Legislation
790/2007 AI generated

Supreme Court annuls final judgment and orders restitution of paid debt due to legal error.

Case Number 790/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final judgment of the Multi-Member District Court of Thessaloniki regarding a debt dispute between OTE and an individual. The appellant had voluntarily paid the disputed amount to comply with the lower court's decision, but the Supreme Court found the original judgment legally flawed. Consequently, the court ordered the restitution of the paid sum with interest and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment and order the restoration of the case to the state prior to the execution of the annulled decision if the executed decision is incorporated into the annulled one, thereby mandating the return of funds paid under the erroneous ruling.

Keywords

AI generated
annulment of final judgment restoration of case restitution of funds voluntary payment legal error correction remittal to court interest on debt

Cited Legislation

AI generated
Article 12, paragraphs 1 and 2, sections b, c, and d of the General Personnel Regulations of OTE
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 790/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παπαπέτρου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3735/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29684/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/11/2005 αίτησή της και τους από 30/3/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 12/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 12 παρ.1 και 2 εδ.β' και γ' και δ' του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ-ΟΤΕ), όπως ισχύει ήδη, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ'αριθ.1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού βάσει της παρεχόμενης από το άρθρο 7 εδ.στ' του ΑΝ 301/1968 εξουσιοδοτήσεως, δημοσιεύθηκε στο υπ'αριθ. 568/8-6-1969 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Β΄), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 14/1968, 4/1993), το προσωπικό εκτελεί κατ΄αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του.

Στο προσωπικό των κλάδων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ με βαθμό Α4 και άνω είναι δυνατή η ανάθεση της διευθύνσεως υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού. Σε υπηρεσιακές λειτουργίες στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω είναι δυνατή η ανάθεση καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου σε υπάλληλο ομοιόβαθμο του προϊσταμένου ή με βαθμό αμέσως κατώτερο αυτού.

Η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή το διοικητικό συμβούλιο. Εξ αυτών παρέπεται ότι το ΟΣΕ δικαιούται με τα αρμόδια όργανά του να αναθέτει στο ανώτατο προσωπικό του, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική ή στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από τους άλλους συναδέλφους του, που έχουν τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Εξάλλου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ, που λήφθηκε στην υπ'αριθ. 2.524/2-9-1997 συνεδρίασή του, χορηγήθηκε από 1-8-1997 επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 75.000 δρχ. μηνιαίως στο προσωπικό με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή, που κατέχει ή κατείχε θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω για ένα τουλάχιστον έτος.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, προϋποθέσεις για τη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος, το οποίο με την ίδια χαρακτηρίσθηκε ότι αποτελεί τακτική αποδοχή και το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε από 1-4-1999 με την εφαρμογή του καθιερωθέντος με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ νέου μισθολογίου, είναι α) ο βαθμός διευθυντή ή υποδιευθυντή και β) η κατοχή θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω κατά το χρόνο χορηγήσεώς του ή κατά το παρελθόν για ένα τουλάχιστον έτος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν.1082/1980, με την αναγνώριση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε βαθμό, στον οποίο δικαιούτο να προαχθεί βάσει του διέποντος την εργασιακή του σχέση κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι η προαγωγή αυτού πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε κατά την απόφαση να προαχθεί (Ολ.ΑΠ 4/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 20-4-1970 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, λόγω των προσόντων του ως διπλωματούχου ηλεκτρολόγου-μηχανολόγου, εντάχθηκε στο τεχνικό προσωπικό αυτής της ειδικότητας τηλεπικοινωνιακών μηχανικών, όπου εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του τομεάρχη Τ/ΤΛ, τον οποίο κατείχε από 1-1-1984.

Στη συνέχεια δέχθηκε τούτο ότι με την υπ'άριθ. 192/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή από τις 6-9-1994, διότι υπερείχε καταφανώς έναντι του αναφερομένου στην απόφαση αυτή συναδέλφου του, που είχε προαχθεί. Επίσης κρίθηκε με την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος θα ασκούσε κατά πάσα πιθανότητα τα αντίστοιχα καθήκοντα του υποδιευθυντή και του επιδικάσθηκε, λόγω της αδικοπραξίας, ως αποζημίωση, το αναφερόμενο χρηματικό ποσό για τη ζημία, που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 6-9-1994 έως 31-5-1995 από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, από τη στέρηση, λόγω της ως άνω παραλείψεως της προαγωγής αυτού, του επιδόματος θέσης ευθύνης υποδιευθυντή, που καταβάλλεται στον προϊστάμενο υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως.

Περί του προδικαστικού αυτού ζητήματος παράγεται δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση για την παρούσα δίκη, ενώ με την από 17-4-1995 ΕΣΣΕ άλλαξε μεν ο τρόπος επιλογής του προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως, πλην όμως ο αναιρεσίβλητος πριν από την έναρξη της ισχύος αυτής κατείχε από 6-9-1994 τη θέση του υποδιευθυντή δυνάμει της ως άνω αποφάσεως.

Κατόπιν όλων των προεκτιθεμένων το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατέληξε ότι, εφόσον κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου η έννομη σχέση της αδικοπραξίας των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας για την παράλειψη της προαγωγής του αναιρεσιβλήτου σο βαθμό του υποδιευθυντή από 6-9-1994, ως και για την κατοχή απ'αυτόν, ως υποδιευθυντή, θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως κατά το χρονικό διάστημα από 6-9-1994 έως 31-5-1995 κι'έτσι το δικαίωμά του για προαγωγή στο βαθμό του υποδιευθυντή και κατοχή, ως υποδιευθυντή, θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα από 6-9-1994 έως 31-5-1995, ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ότι άσκησε κατ΄ανάθεση καθήκοντα υποδιευθυντή και κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-3-1992 έως 31-1-1994, ενώ είχε κατά τη διάρκεια αυτού το βαθμό του τομεάρχη, ήτοι για μεγαλύτερο του έτους χρονικό διάστημα, δικαιούται του επιδόματος ανωτάτου προσωπικού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-8-1997 έως 1-1-1999, το οποίο ανέρχεται στο αναφερόμενο χρηματικό ποσό, ως περαιτέρω περιουσιακή του ζημία (διαφυγόν κέρδος).

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατ΄ακολουθία των οποίων δέχθηκε στη συνέχεια την ένδικη από 6-3-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού αφ΄ενός μεν ο αναιρεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-1992 έως 31-1-1994 δεν κατείχε το βαθμό του υποδιευθυντή, αλλά και του τομεάρχη και συνεπώς, δεν άσκησε κατ΄αυτό στην πραγματικότητα καθήκοντα υποδιευθυντή, αφ' ετέρου δε το χρονικό διάστημα από 6-9-1994 έως 31-5-1995, κατά τη διάρκεια του οποίου άσκησε κατά πλάσμα του νόμου τέτοια καθήκοντα, είναι μικρότερο του έτους .

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, ως βάσιμος στην ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο 'Αρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση. Εξάλλου, αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο και η επικυρώσασα αυτήν απόφαση του εφετείου αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου, δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της επικυρωθείσης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον η εκτελεσθείσα απόφαση αυτού έχει ενσωματωθεί στην αναιρούμενη απόφαση του εφετείου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-2-2007, προβάλλει παραδεκτώς ότι η ίδια, προς συμμόρφωση με την αναιρούμενη ως άνω υπ'αριθ. 29.684/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της κατά κεφάλαιο και τόκους, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 17-11-2003 το ποσό των 5.147,58 ευρώ συνολικώς.

Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αυτής αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ'αυτή το εν λόγω χρηματικό ποσό. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ. Από τα επικαλούμενα δε και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι, κατόπιν της υπ'αριθ.3735/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή και στη συνέχεια επικυρώθηκε με την αναιρούμενη ως άνω υπ'αριθ. 29.684/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 4.852, 96 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση αυτού, ως αποζημίωσή του για την προαναφερόμενη αιτία.

Ακολούθως, η αναιρεσείουσα, προς συμμόρφωσή της με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 17-11-2003 το ποσό των 4.852,96 ευρώ για κεφάλαιο και το ποσό των 294,62 ευρώ για τόκους, ήτοι κατέβαλε σ'αυτόν το ποσό των 5.147,58 ευρώ συνολικώς (βλ. την υπ'αριθ. 174/17-11-2003 απόδειξη του αναιρεσιβλήτου, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και η επικυρώσασα αυτήν απόφαση τούτου αναιρείται με την παρούσα.

Συνεπώς, ο 'Αρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, μπορεί να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της επικυρωθείσης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εφόσον η εκτελεσθείσα τελευταία αυτή απόφαση έχει ενσωματωθεί στην αναιρούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το αναφερόμενο στο διατακτικό χρηματικό ποσό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 29.684/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων εκατόν σαράντα επτά ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (5.147,58) με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ