Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility when lower court rejects claim as unlawful without substantive examination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision rejecting the cooperative society's lawsuit as unlawful. The appellant argued the lower court violated constitutional provisions by applying specific regulations while ignoring others, but failed to specify the exact legal error. The court ruled that appeals regarding procedural rejections are inadmissible because the lower court did not examine the merits of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(11), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law is inadmissible if the lower court rejected the claim as unlawful without examining the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 790 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 790/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : 1) Εδρεύοντος στην … Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΟΠΛΙΤΩΝ και ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ, Σ.Π.Ε" που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Τσούμα και Μιλτιάδη Κλωνάρη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : Δ. Κ., ως καθολικού διαδόχου της Κοινότητας Αετού Καρυστίας, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 317/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6615/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-11-2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Π. Ε. Τ. προκύπτει, ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 26-10-2002 αίτησης αναίρεσης κατά της 6615/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 3-12-2003 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Μετά τη ματαίωση της εν λόγω συζήτησης κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο, αλλά και κατά τη μεταγενέστερη της 19-1-2005, ορίστηκε νέα δικάσιμος προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη (της 16-11-2005) με την από 4-2-2005 κλήση του αναιρεσείοντος, η οποία, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του τελευταίου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την ... έκθεση επίδοσης του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, στον αναιρεσείβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κλήσης αυτής, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για μη παράστασή του στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδαφ. γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εάν δε το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε από αυτό να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει και του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην αγωγή ή σε άλλο δικαστικό έγγραφο (Ολ.
Α.Π. 32/1996). Επομένως οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμησή τους, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 εδάφιο β' του π.δ. 93/1987 και, αντίστοιχα, να μην εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν.δ. 886/1971, με την οποία απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, η διάθεση συνεταιριστικών ακινήτων σε τρίτους, παραβίασε ρητές συνταγματικές διατάξεις, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, ούτε οι οικείες συνταγματικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και τέλος δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση συνίσταται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Οι από τους αριθμούς 11, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύονται, επομένως, οι λόγοι αυτοί, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ή ως αόριστη ή γενικότερα απαράδεκτη. Ο τρίτος, συνεπώς, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της σ' αυτόν το λόγο ρητά μνημονευόμενης απόφασης, οι συναφείς τέταρτος, πέμπτος και έκτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, με το να διαλάβει σ' αυτή ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και, τέλος, ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της από το Εφετείο παραμόρφωσης της στο λόγο αυτό παρατιθέμενης απόφασης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και, συνακόλουθα, δεν προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2002 αίτηση για αναίρεση της 6615/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ