Supreme Court dismisses appeal against municipal council regarding unpaid holiday and Christmas bonuses for employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a lower court ruling that ordered it to pay holiday and Christmas bonuses to former employees. The court found the lower court's calculations for these bonuses were correct based on the employees' daily wage and tenure, rendering the appeal's claim of legal error unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the municipality was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, and 588 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment in favor of the plaintiff is inadmissible if the appellant is the defendant in the original suit and the lower court's calculation of the awarded sum is mathematically sound and based on undisputed facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 78 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 78/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λευκάδας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λευκάδα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κώστα Κατηφόρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: Α. 1) Γ. Θ., 2) … 10) Δ. Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βαλαβάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Β. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" (ΕΕΤΑΑ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Δανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2007 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος και της υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσίβλητης και την από 7-10-2008 προσεπίκληση προς παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 766/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 81/2015 μη οριστική και 566/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 556 ΚΠολΔ, "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφ' όσον ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος [...]" (παρ.1) και "αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον" (παρ.2). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 588 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή [...]. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται καθ' όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται προεχόντως κατά των αντιδίκων του αναιρεσείοντος και στην έκταση που αυτός έχει ηττηθεί έναντι εκείνων, μόνον δε εφ' όσον ο αναιρεσείων επικαλείται έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να συνάγεται από τους λόγους αναιρέσεως, είναι παραδεκτό να απευθυνθεί η αίτηση και κατά απλού ομοδίκου.
2,Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπό στοιχείο Α, με την από 26-10-2007 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά α) της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης υπό στοιχείο Β, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΕ" (ΕΕΤΑΑ) και β) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λευκάδας", επικαλούμενοι συμβάσεις μαθητείας οι οποίες λειτούργησαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και, τελικώς, οδήγησαν στην κατάταξη των εναγόντων στην υπηρεσία του δήμου, σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004), ζήτησαν την επιδίκαση του ποσού των 10.962,22 ευρώ στον καθένα, ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια και επίδομα αδείας των ετών 2002-2005, ως δώρο Πάσχα των ετών 2002-2005 και ως δώρο Χριστουγέννων των ετών 2001-2005.
Ενώπιον του ειρηνοδικείου, ο εναγόμενος δήμος προσεπικάλεσε α) το Ελληνικό Δημόσιο κα β) το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού", διότι η σχέση μεταξύ αυτού και των εναγόντων είχε προκύψει κατά νόμον από τη σύμπραξη πάντων των ως άνω νομικών προσώπων.
Με την 766/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού απορρίφθηκε η προσεπίκληση, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή μόνο ως προς τον εναγόμενο δήμο, για τον οποίο κρίθηκε ότι ήταν ο εργοδότης των εναγόντων, αλλά απορρίφθηκε ως προς την εναγόμενη ΕΕΤΑΑ. Μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους αφ' ενός των εναγόντων και αφ' ετέρου του εναγομένου δήμου, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 566/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με αυτήν, η έφεση του "Δήμου Λευκάδας" απορρίφθηκε. Η έφεση των εναγόντων απορρίφθηκε, επίσης, ως προς την εναγομένη ΕΕΤΑΑ. Η ίδια έφεση, όμως, έγινε δεκτή ως προς τον εναγόμενο δήμο και, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και νέα εκδίκαση της από 26-10-2007 αγωγής, αυτή έγινε πάλι εν μέρει δεκτή, σε ευρύτερη έκταση από ό,τι πρωτοδίκως, και επιδικάσθηκε το ποσό των 4.578,60 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες, πλην της έκτης από αυτούς στην οποία επιδικάσθηκε ποσό 2.025,15 ευρώ.
Κατόπιν, ο "Δήμος Λευκάδας", ως ηττηθείς έναντι των εναγόντων, άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, την οποία στρέφει όχι μόνο κατ' αυτών, αλλά και κατά της εναγομένης ΕΕΤΑΑ, η οποία φέρεται ως αναιρεσίβλητη και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση προς απόκρουση της αιτήσεως, με δικηγόρο που κατέθεσε προτάσεις.
Παρατηρείται, όμως, ότι στην ένδικη αίτηση διατυπώνεται μόνο ένας λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε ατελή (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος) αιτιολόγηση ως προς τον υπολογισμό του ποσού που επιδικάστηκε στους ενάγοντες και ήδη από στοιχείο Α αναιρεσίβλητους.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και έναντι της πρώην απλής ομόδικής του και ήδη υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητης. Επομένως, η ένδικη αίτηση είναι απαράδεκτη ως προς αυτήν και πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης της ΕΕΤΑΑ, που θα υπολογισθεί μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 για τον κώδικα δήμων και κοινοτήτων.
3. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, έχει δεχθεί ανέλεγκτα ότι οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί ως άνεργοι, στο πλαίσιο προγράμματος του ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με χρηματοδότηση του Ελληνικού Δημοσίου μέσω της ΕΕΤΑΑ, προκειμένου να απασχοληθούν ως φύλακες σχολικών κτιρίων που εμπίπτουν στον τομέα ευθύνης του εναγομένου "Δήμου Λευκάδας", σύμφωνα με τους επί μέρους όρους και περιστάσεις που αναφέρονται στην αγωγή και δεν αμφισβητήθηκαν από τον εναγόμενο.
Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται και το ύψος του συμφωνημένου και, πράγματι, καταβαλλόμενου ημερομισθίου, το οποίο είχε ορισθεί στο ποσό των 35,22 ευρώ. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας έχει δεχθεί ότι η πρόσληψη των εναγόντων είχε γίνει κατά το έτος 2001 και ότι αυτοί απασχολήθηκαν σε καθημερινή βάση, με τρεις βάρδιες εργασίας, σύμφωνα με το πρόγραμμα που εξέδιδε εκάστοτε η υπηρεσία του εναγόμενου δήμου.
Ότι στους ενάγοντες, με την εκδοχή ότι ήσαν μαθητευόμενοι, δεν είχε χορηγηθεί ποτέ άδεια αναψυχής, ούτε επίδομα αδείας ούτε δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων. Ότι μετά την αναγνώριση ότι αυτοί είχαν προσφέρει, αληθώς, εξαρτημένη εργασία και γι' αυτό, στη συνέχεια, είχαν ήδη καταταγεί σε θέσεις ΙΔΑΧ, οι νόμιμες αποδοχές για τις ως άνω αιτίες θα έπρεπε να επιδικασθούν.
Κατόπιν, το δικαστήριο της ουσίας, αφού έκρινε παραγραμμένο ένα μέρος των απαιτήσεών τους, υπολόγισε (χωρίς να παραθέσει τους σχετικούς υπολογισμούς στην απόφασή του) ότι στον καθένα από τους ενάγοντες πλην της έκτης και για κάθε έτος από αυτά, για τα οποία η σχετική απαίτηση δεν είχε παραγραφεί, πρέπει να καταβληθεί α) ως αποζημίωση αδείας των ετών 2004 και 2005, ποσό 915,72 ευρώ με επ' αυτού προσαύξηση (25%) ποσού 228,93 ευρώ για κάθε έτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του π.δ. 410/1988, β) ως δώρο Χριστουγέννων των ετών 2004 και 2005, ποσό 880,50 ευρώ για κάθε έτος και γ) ως δώρο Πάσχα 2005, ποσό 528,30 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και 10 παρ.1 της ΥΑ 19040/ 1981, συνολικώς δε ποσό 4.578,60 ευρώ.
Ως προς την έκτη από τους ενάγοντες, λόγω του ότι η παραγραφή δεν είχε διακοπεί πριν από την άσκηση της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι, για τις ίδιες αιτίες και με τον ίδιο υπολογισμό, έπρεπε να καταβληθεί ποσό μόνο 2.025,15 ευρώ. Τελικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μετ' εξαφάνιση της τότε εκκαλούμενης 766/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε τα ως άνω ποσά.
4. Από τις παραπάνω παραδοχές και κρίσεις προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παρέλειψε να επιδικάσει το αιτηθέν από τους ενάγοντες επίδομα αδείας, παρά το γεγονός ότι στις παραδοχές του διέλαβε ότι και αυτό είναι οφειλόμενο. Επί του ζητήματος αυτού, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει αναιρετική κρίση, διότι τώρα δικάζεται αίτηση του εναγομένου. Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας το συμφωνημένο ημερομίσθιο ήταν 35,22 ευρώ, το ότι οι ενάγοντες απασχολούνταν σε καθημερινή βάση (και όχι με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας όπως υπονοείται στην αίτηση αναιρέσεως) και το ότι είχε παρέλθει διετία από την πρόσληψή τους, συνάγεται ευχερώς, με απλό μαθηματικό υπολογισμό που δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα ως άνω ποσά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως οφειλόμενα για αποζημίωση αδείας (26 ημέρες επί 35,22 ευρώ), για δώρο Χριστουγέννων (25 ημερομίσθια επί 35,22 ευρώ) και για δώρο Πάσχα (15 ημερομίσθια επί 35,22 ευρώ) είναι τα προσήκοντα σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε και δεν έχρηζαν περαιτέρω αιτιολόγησης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και ως προς τους υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητους. Δικαστικά έξοδα υπέρ αυτών δεν επιδικάζονται, διότι δεν κατέθεσαν προτάσεις και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει στο σύνολό της την από 23-5-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 566/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ