Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding insufficient reasoning on procedural issues, not substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a statute of limitations dispute. The appellants argued the lower court lacked a legal basis for its ruling on whether withdrawal interrupted the limitation period. The court held that the appeal was inadmissible because the alleged defects concerned the interpretation of substantive law rather than the factual premises of the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9), 559(14), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if it concerns the interpretation of substantive law rather than the factual premises of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 78 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 78/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Α., 2)Α. Μ. του Α., 3)Κ. Μ. χας Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Σωτηρίου Κατσαρού.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Μ. του Γ. χας Γ. Μ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Γ. Μ., 2)Α. Μ. του Γ., 3)Χ. Φ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αλέξανδρου Καλαβρού
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2013 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2015 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7-9-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ'άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο ... άφησε αίτηση αδίκαστη" (περ.γ αρ. 9), "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (αρ. 14) και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 19).
Ειδικότερα: Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ,Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα μόνον από το δικονομικό δίκαιο. Σε περίπτωση παραλείψεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως ή και προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της ακροάσεως και της υπερασπίσεως (ΟλΑΠ 2/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασής του απέρριψε ως μη νόμιμη τη δικονομική αναβλητική ένσταση των αναιρεσειόντων άρνησής τους να απαντήσουν στην ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, μέχρι να καταβληθούν σ' αυτούς τα έξοδα άλλης δίκης, στα οποία προέβησαν, που άρχισε με την άσκηση εναντίον τους προγενέστερης όμοιας αγωγής των τελευταίων, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν πριν από τη συζήτησή της, με δήλωση τους που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής.
Ακολούθως, απέρριψε ρητά ως αβάσιμο τον αντίθετο σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 9 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένστασή τους άρνησης απαντήσεως στην ένδικη αγωγή μέχρι την καταβολή εξόδων της προηγούμενης δίκης και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής από την προαναφερόμενη "έλλειψη προδικασίας" είναι αβάσιμος. Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση των αναιρεσειόντων, περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης λόγω παρέλευσης πενταετίας από την κατάρτιση της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο την περί παραγραφής ένσταση και να κηρύξει έκπτωση των αναιρεσειόντων από την αξίωσή τους για τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται σε πλημμέλεια σχετική με παράβαση δικονομικής διάταξης, ενώ η παραγραφή αφορά αξίωση ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική ενέργεια.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Έτσι ο αναιρετικός αυτός λόγος θεμελιώνεται μόνον όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δηλαδή στις πραγματικές παραδοχές, του δικαστηρίου της ουσίας και όχι όταν αναφέρεται στη μείζονα πρόταση δηλαδή στην ερμηνεία κανόνων δικαίου.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών όσον αφορά τη μείζονα πρότασή της, την κρίση της δηλαδή ότι η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής θεωρείται ότι δεν έχει διακοπεί αν ο ενάγων παραιτηθεί από την άσκηση αυτής, εκτός αν εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή, χωρίς το διακοπτικό αποτέλεσμα να επηρεάζεται από πλημμέλειες που τυχόν υπάρχουν ως προς το παραδεκτό ή μη της πρώτης αγωγής κατά τις διατάξεις των άρθρων 295 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 261 εδα, 263 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπάρκεια και αντιφατικότητα δεν αναφέρεται στις πραγματικές παραδοχές της, αλλά στην αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής της μείζονος νομικής της πρότασης, Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος είναι απαράδεκτος καθ' όσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης δεν αναφέρεται σε ζητήματα υπό την προεκτεθείσα έννοια.
ΙΙ. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθεί στις ηττώμενες αναιρεσείουσες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, (μη καταθεσάντων προτάσεις), κατά παραδοχή του (προφορικού) αιτήματός τους και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (176, 183, 191§2, 495§4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2015 αίτηση, των: 1)Γ. Μ., 2) Α. Μ. και 3)Κ. Μ., περί αναιρέσεως της 70/2015 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αιγαίου.
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια οκτακόσια ευρώ (1.800€). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ