Legislator Case Law & Legislation
78/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal on overtime pay calculation errors but dismisses argument on rounding methods.

Case Number 78/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal regarding procedural errors in calculating overtime pay due to insufficient factual findings. The Court rejected the second ground arguing that the lower court correctly applied the law by treating partial hours as full units. Consequently, the decision was annulled and remitted for retrial while the appellant bears the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court fails to provide sufficient factual findings to verify the application of substantive law, but dismisses it when the lower court correctly interprets statutory rules on calculating overtime pay units.

Keywords

AI generated
overtime pay calculation procedural error remittal for retrial legal costs substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 435/1976
Article 6 of the National General Collective Agreement of Labor dated 14-2-1984
Article 9 of the Decision of the General Council of Labor dated 1/1982
Article 29 of Law 1346/1983
Article 4 of Law 2874/2000
Article 1 of Law 3385/2005
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 78 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 78/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μικροπανδρεμένο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο ... Α.Ε." που εδρεύει στην…, διατηρεί κατάστημα στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χασάπη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21943/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1280/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/2/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 27/10/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435 /1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ` αριθμ. 117/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β`81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346 /1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει :1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.

Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας( ΑΠ 1409/2014).

Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα.

Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η,46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν, μέχρι την 31-3-2001, το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.

Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών ωρών (43) απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως.

Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχολήσεως, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Από 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 %. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976.

Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχολήσεώς του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250 % του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 του ν. 2874 /2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: 1.

Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχολήσεως.

Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.

Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5.

Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013, 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Εξάλλου, κατά τo άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 15/2006, 1/1999).

Ως ‘ ‘ ζητήματα’ ‘ , των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 72/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ , που εδρεύει στην Αθήνα, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ανταλλακτικών, διατηρεί στη Θεσσαλονίκη υποκατάστημα, στο οποίο εργάστηκε από 6-6-2005, μετά την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων ως υπάλληλος αποθήκης μέχρι και τις 4-8-2010, οπότε καταγγέλθηκε η εργασιακή του σύμβαση.

Ότι, σύμφωνα με την από 6-6-2005 σύμβαση εργασίας, ο ενάγων προσελήφθη μεν ως υπάλληλος αποθήκης, επιπλέον όμως του ανατέθηκαν και καθήκοντα προώθησης των προϊόντων της εναγομένης στους πελάτες της και για το λόγο αυτό, πλέον των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, οι οποίες ανέρχονταν από την πρόσληψή του και μέχρι τις 31-8-2007 στο ποσό των 1.065 ευρώ και από 1-9-2007 και μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας του στο ποσό των 1.300 ευρώ, του καταβάλλονταν μηνιαίως και ένα επί πλέον ποσό, ως ‘ ‘ προμήθεια επίτευξης στόχων’ ‘ , το οποίο διαμορφώθηκε ως εξής :1) Για το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 έως 30-9-2005 στο ποσό των 200 ευρώ το μήνα, 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 31-8-2007 στο ποσό των 215,47 ευρώ κατά μέσο όρο το μήνα, ενόψει του γεγονότος ότι το συνολικά καταβληθέν για την αιτία αυτή ποσό, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανέρχεται σε 4.956,03 ευρώ και 3) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2007 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης στο ποσό των 245,60 ευρώ, κατά μέσο όρο, το μήνα.

Ότι ο ενάγων εργάστηκε καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του στην εναγομένη με το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και με συμφωνημένο ωράριο αυτό των οκτώ (8) ωρών την ημέρα, πλην όμως πολλές φορές εργάζονταν καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του, αλλά και πολλές ημέρες απουσίαζε από την εργασία του, όπως προκύπτει από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν και ιδίως από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη κατάσταση παρουσίας του ενάγοντος στην επιχείρησή της για το χρονικό διάστημα από 12-4-2010 έως 4-8-2010.

Ότι από την κατάσταση αυτή, η οποία τηρείται ηλεκτρονικά και αποδίδει πιστά τα ωράρια εργασίας του κάθε εργαζόμενου, δεδομένου ότι ούτε ο ενάγων αμφισβήτησε τη γνησιότητά της, αποδεικνύεται εργασία αυτού καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα.

Ημέρα Ημερομηνία ώρες εργασίας Εβδομαδιαίο ωράριο Δευτέρα

12/04/10

05:07 Τρίτη

13/04/10

09:31

Τετάρτη

14/04/10

09:07

Πέμπτη

15/04/10

00:00

Παρασκευή

16/04/10

09:52

Σάββατο

17/04/10

00:00

Κυριακή

18/04/10

00:00

33:37:00 Δευτέρα

19/04/10

08:53

Τρίτη

20/04/10

08:37

Τετάρτη

21/04/10

00:00

Πέμπτη

22/04/10

09:39

Παρασκευή

23/04/1 0

10:08

Σάββατο

24/04/10

00:00

Κυριακή

25/04/10

00:00

37:17:00 Δευτέρα

26/04/10

10:13

Τρίτη

27/04/10

00:00

Τετάρτη

28/04/10

09:00

Πέμπτη

29/04/10

08:48

Παρασκευή

30/04/10

09:43

Σάββατο

01/05/10

00:00

Κυριακή

02/05/10

00:00

37:44:00 Δευτέρα

03/05/10

00:00

Τρίτη

04/05/10

00:00

Τετάρτη

05/05/10

00:00

Πέμπτη

06/05/10

10:18

Παρασκευή

07/05/10

10:30

Σάββατο

08/05/10

00:00

Κυριακή

09/05/10

00:00

20:48:00 Δευτέρα

10/05/10

09:25

Τρίτη

11/05/10

09:40

Τετάρτη

12/05/10

09:37

Πέμπτη

13/05/10

09:48

Παρασκευή

14/05/10

08:31

Σάββατο

15/05/10

00:00 Κυριακή

16/05/10

00:00

47:01:00 Δευτέρα

17/05/10

00:00

Τρίτη

18/05/10

09:42

Τετάρτη

19/05/10

09:49

Πέμπτη

20/05/10

09:21

Παρασκευή

21/05/10

00:00

Σάββατο

22/05/10

00:00

Κυριακή

23/05/10

00:00

28:52:00 Δευτέρα

24/05/10

00:00

Τρίτη

25/05/10

10:27

Τετάρτη

26/05/10

09:59

Πέμπτη

27/05/10

09:49

Παρασκευή

28/05/10

10:24

Σάββατο

29/05/10

00:00

Κυριακή

30/05/10

00:00

40:39:00 Δευτέρα

31/05/10

10:48

Τρίτη

01/06/10

10:35

Τετάρτη

02/06/10

09:48

Πέμπτη

03/06/10

10:04

Παρασκευή

04/06/10

00:00

Σάββατο

05/06/10

00:00

Κυριακή

06/06/10

00:00

41:15:00 Δευτέρα

07/06/10

09:59

Τρίτη

08/06/00

10:24

Τετάρτη

09/06/10

10:23

Πέμπτη

10/06/10

09:49

Παρασκευή

11/06/10

10:06

Σάββατο

12/06/10

00:00

Κυριακή

13/06/10

00:00

50:41 :00 Δευτέρα

14/06/10

00:00

Τρίτη

15/06/10

00:00

Τετάρτη

16/06/10

00:00

Πέμπτη

17/06/10

00:00

Παρασκευή

18/06/10

00:00

Σάββατο

19/06/10

00:00

Κυριακή

20/06/10

00:00

00:00:00 Δευτέρα

21/06/10

10:34 Τρίτη

22/06/10

08:55 Τετάρτη

23/06/10

00:00 Πέμπτη

24/06/10

08:39 Παρασκευή 25/06/10

00:00 Σάββατο

26/06/10

00:00

Κυριακή

27/06/10

00:00

28:08:00 Δευτέρα

28/06/10

08:51

Τρίτη

29/06/10

11:49

Τετάρτη

30/06/10

10:00

Πέμπτη

01/07/10

09:50

Παρασκευή

02/07/10

08:56

Σάββατο

03/07/10

00:00

Κυριακή

04/07/10

00:00

49:26:00 Δευτέρα

05/07/10

10:29

Τρίτη

06/07/10

10:37

Τετάρτη

07/07/10

10:01

Πέμπτη

08/07/10

09:50

Παρασκευή

09/07/10

00:00

Σάββατο

10/07/10

00:00

Κυριακή

11/07/10

00:00

40:57:00 Δευτέρα

12/07/10

10:58

Τρίτη

13/07/10

10:26

Τετάρτη

14/07/10

10:33

Πέμπτη

15/07/10

09:49

Παρασκευή

16/07/10

08:54

Σάββατο

17/07/10

00:00

Κυριακή

18/07/10

00:00

50:40:00 Δευτέρα

19/07/10

00:00 Τρίτη

20/07/10

09:09 Τετάρτη

21/07/10

00:00

Πέμπτη

22/07/10

00:00

Παρασκευή

23/07/10

08:32

Σάββατο

24/07/10

00:00

Κυριακή

25/07/10

00:00

17:41:00 Δευτέρα

26/07/10

08:26

Τρίτη

27/07/10

08:28

Τετάρτη

28/07/10

08:20 Πέμπτη

29/07/10

08:23

Παρασκευή

30/07/10

08:25

Σάββατο

31/07/10

00:00

Κυριακή

01/08/10

00:00

42:02:00 Δευτέρα

02/08/10

08:34

Τρίτη

03/08/10

08:19

04/08/10

08:12

25:05:00 Ότι από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ο ενάγων, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, πραγματοποίησε ανά εβδομάδα τις παρακάτω ώρες απασχόλησης καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του, καθώς και τις εξ αυτών ώρες υπερεργασίας:

εβδομάδα

υπέρβαση νομίμου ωραρίου υπερεργασία 10/5/10-14/5/10

7,00

5,00 24/5/10-28/5/10

0,65

0,65 31/5/10-4/6/10

1,25

1,25 7/6/10-11/6/10

10,70

5,00 28/6/10-2/7/10

9,40

5,00 5/7/10-9/7/10

1,00

1,00 12/7/10-16/7/10

10,60

5,00 26/7/10-30/7/10

2,00

2,00 Ότι, από την εκτίμηση των χρονικών ορίων απασχόλησης του ενάγοντος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος συνάγεται, ότι και κατά το προηγούμενο διάστημα ο ενάγων εργάζονταν καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του, κατά μέσο όρο, επί 11,51 ώρες το μήνα ή 2,69 ώρες την εβδομάδα. Έτσι, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων πραγματοποίησε :

α) για το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 έως 30-9-2005, 37,66 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, καθόσον εργάστηκε επί 14 και όχι επί 16 εβδομάδες, όπως ισχυρίζεται, καθώς απουσίασε από την εργασία του επί 10 ημέρες. Δεδομένου δε, ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ανέρχονταν για το παραπάνω χρονικό διάστημα στο ποσό των 7,59 ευρώ (1.065 + 200=1.265 Χ 0,006) δικαιούται για την παραπάνω ιδιόρρυθμη υπερωρία, το ποσό των 428,95 ευρώ [7,59 + (7,59 Χ 50%)- 11,39 Χ 37,66 ώρες (14 εβδομάδες Χ 2,69 ώρες/εβδ)].

β) Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 31-8-2007, 251,25 ώρες υπερεργασίας, καθόσον εργάστηκε επί 93,4 και όχι επί 103 εβδομάδες, όπως ισχυρίζεται, καθώς απουσίασε από την εργασία του επί 38 ημέρες. Δεδομένου δε, ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ανέρχονταν για το παραπάνω χρονικό διάστημα στο ποσό των 7,68 ευρώ (1.065 + 215,47 = 1.280,47 Χ 0,006) δικαιούται για την παραπάνω υπερεργασία, το ποσό των 2.441,96 ευρώ [7,68 + (7,68 Χ 25%) = 9,60 Χ 251,25 ώρες (93,40 εβδομάδες Χ 2,69 ώρες/εβδ].

γ) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2007 έως 10-5-2010, 313,12 ώρες υπερεργασια, καθόσον εργάστηκε επί 116,4 και όχι επί 152 εβδομάδες, όπως ισχυρίζεται, καθώς απουσίασε από την εργασία του επί 172 ημέρες. Δεδομένου δε, ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ανέρχονταν για το παραπάνω χρονικό διάστημα στο ποσό των 9,3 ευρώ (1.300 + 245,6 = 1.546,6 Χ 0,006) δικαιούται για την παραπάνω υπερεργασία, το ποσό των 3.632,15 ευρώ [9,3 + (9,3 Χ 25%) = 11,6 Χ 313,12 ώρες (116,4 εβδομάδες Χ 2,69 ώρες/εβδ].

δ) Για το χρονικό διάστημα από 10/5/2010 μέχρι 4/8/2001, 24,90 ώρες υπερεργασία, για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 288,84 ευρώ (11,6 Χ 24,90).

Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται για αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και υπερεργασίας το ποσό των (428,95 + 2.411,96 + 3.632,15 + 288,84) 6.761,89 ευρώ. Ότι, από τη συνεκτίμηση των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων και, ιδίως, από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις αποδοχών του ενάγοντος, αποδείχτηκε, ότι η εναγομένη, κατά τη διάρκεια της επίδικης εργασιακής σύμβασης, προέβη, εντός των παρακάτω αναφερομένων μηνών, στις καταβολές των κατωτέρω ποσών προς μερική εξόφληση των αξιώσεων του ενάγοντος για ιδιόρρυθμη υπερωρία και υπερεργασία, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα, ως εξής:

ΜΗΝΑΣ

ΚΑΤΑΒΟΛΗ Αύγουστος 2005

172,53 Ιανουάριος 2006

196,4 Σεπτέμβριος 2006

383,32 Οκτώβριος 2006

26,13 Νοέμβριος 2006

289,01 Απρίλιος 2007

322,75 Ιούνιος 2007

137,87 Σεπτέμβριος 2007

121,88 Νοέμβριος 2007

109,18 Ιανουάριος 2008

60,44 Μάρτιος 2008

34,1 Απρίλιος 2008

19,49 Ιούνιος 2008

19,49 Αύγουστος 2008

48,73 Σεπτέμβριος 2008

58,47 Οκτώβριος 2008

68,22 Νοέμβριος 2008

19,49 Ιανουάριος 2009

77,96 Φεβρουάριος 2009

77,96 Μάρτιος 2009

38,98 Απρίλιος 2009

19,49 Ιούνιος 2009

126,69 Φεβρουάριος 2010

150,15 Μάρτιος 2010

40,98 Ιούλιος 2010

390,06 ΣΥΝΟΛΟ

3.248,77 ΕΥΡΩ Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ’ ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 12.399,19 ευρώ, και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 3.513,12 ευρώ για ιδιόρρυθμες υπερωρίες και υπερεργασία.

‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπέρβασης του νομίμου ωραρίου εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 έως 11-4-2010 στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ’ αυτή ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι με βάση την τηρούμενη ηλεκτρονικά στο κατάστημα της εναγομένης κατάσταση των ωρών παρουσίας του ενάγοντος σ’ αυτό, η οποία αποδίδει το χρόνο παρουσίας αυτού μόνο κατά το συνεχόμενο χρονικό διάστημα από 12-4-2010 έως 4-8-2010, συνάγεται ότι και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, από 6-6-2005 έως 11-4-2010, ο ενάγων εργάστηκε καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του κατά τον ίδιο ακριβώς χρόνο, δηλαδή 2,69 ώρες την εβδομάδα ή 11,51 ώρες το μήνα.

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι δεν εκτίθενται σ’ αυτή επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στην προκείμενη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της υπέρβασης του νομίμου ωραρίου εργασίας του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 έως 11-4-2010, εφόσον δεν γίνεται αναφορά αν στο χρονικό διάστημα των πέντε περίπου αυτών ετών υπήρχε ανάγκη υπέρβασης του νομίμου ωραρίου από τον ενάγοντα και αν οι ανάγκες αυτές ήταν ουσιωδώς όμοιες με αυτές του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων περίπου μηνών, κατά το οποίο η παρουσία του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης ελέγχονταν κατά την άφιξη και αναχώρηση του πρώτου με κάρτα παρουσίας, καθόσον η ηλεκτρονική κατάσταση παρουσίας του ενάγοντος αφορά μικρό και συνεχόμενο χρονικό διάστημα και δεν αφορά διάσπαρτες χρονικά εβδομάδες εργασίας, ώστε να μπορεί να κριθεί ενιαίως ότι οι ώρες πραγματικής εργασίας του ενάγοντος ήταν οι ίδιες με αυτές του χρονικού διαστήματος από 12-4-2010 έως 4-8-2010.

Έτσι, εξαιτίας των ως άνω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ιδίως εκείνων των άρθρων 4 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε έως τις 30-9-2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3385/2005. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επισημαίνονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι για την εξεύρεση των χρονικών ορίων εργασίας του, κατά μέσο όρο, πρόσθεσε και μετά διαίρεσε με τον αριθμό των ημερών τον ακριβή σε λεπτά της ώρας χρόνο εργασίας του, αντί να υπολογίσει ως μια πλήρη ώρα τα χρονικά διαστήματα των 35, 40, 45 ή 50 λεπτών της ώρας, κατά τα οποία δέχεται ότι υπήρξε υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει κάποιον άλλο τρόπο υπολογισμού της αμοιβής για υπέρβαση του νομίμου ωραρίου εργασίας που υπολείπεται της συμπλήρωσης μιας ολόκληρης ώρας. Το Εφετείο, που υπολόγισε τον ακριβή χρόνο εργασίας του ενάγοντος σε λεπτά, χωρίς στρογγυλοποίηση προς τα άνω, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω αναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες αναφέρεται ο τρόπος υπολογισμού της ώρας της ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και της υπερεργασίας, και νοείται ως τέτοια μία ολόκληρη ώρα, η οποία αποτελεί απλώς μία μονάδα μέτρησης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων από τους αριθμούς 11 περ. β’ και γ’ , 10 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1.280/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ