Supreme Court dismisses appeal on tort damages, upholding lower court's discretion on compensation amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment awarding specific damages for tortious conduct. The appellants argued that the awarded compensation exceeded the limits of judicial discretion, while the appellees contended the amounts were reasonable. The court ruled that the lower court did not violate the principle of proportionality as the awarded sums were not excessive compared to similar cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 559, 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals on the basis of law and finds no violation of the principle of proportionality when the lower court determines reasonable compensation amounts for torts within its discretionary limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 78 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 78/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Δημήτριο - Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., 2) Δ. Κ. του Η., κατοίκου ... και 3) Ε. συζύγου Η. Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μορφόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Β. και 2) Θ. Γ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καρέλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1769/2005 μη οριστική, 7165/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 644/2010 μη οριστική και 5967/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/12/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος - Στέφανος Βόσκας ανέγνωσε την από 3/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη τακτική διαδικασία με αριθμό 5967/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών κατά της με αριθμό 7165/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, [με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 16-12-2002 αγωγή των αναιρεσειόντων],απέρριψε στην ουσία της την έφεση των αναιρεσειόντων και στη συνέχεια αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων, να καταβάλουν στη πρώτη ενάγουσα το ποσό των 25.443, 76 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 17.163,17 ευρώ και στη τρίτη το ποσό των 7.584,67 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής [έναντι αντίστοιχα των ποσών των 30.176,10 ευρώ, 21.297,42 ευρώ και 8.566,29 ευρώ που είχε αναγνωρίσει η πρωτόδικη απόφαση], για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους εν μέρει ηττηθέντες διαδίκους και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔικ].Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].
2. Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 422 παρ.1 και 2 του ΠΔ 14-7/27-7-1999 ορίζονται τα εξής: "Διακρίνονται τέσσερις περιπτώσεις επικίνδυνων οικοδομών: Επικίνδυνες από άποψη στατικής και δομικής, από άποψη υγιεινής, από άποψη ασφάλειας κατά του πυρός και από άποψη κυκλοφορίας του κοινού στο εσωτερικό χώρων συνάθροισης.
β. Οικοδομή και εν γένει κατασκευή θεωρείται επικίνδυνη από άποψη στατική και δομική (κοινώς ετοιμόρροπη) όταν λόγω ανεπαρκούς ή κακής θεμελίωσης, κακής ποιότητας ή σύνθεσης των υλικών από τα οποία αποτελείται, κακότεχνης εργασίας δόμησης, υποσκαφής ή διάβρωσης από ύδατα ή άλλα υγρά, ακατάλληλης διάταξης ή σύνδεσης ή ανεπαρκών διαστάσεων των στοιχείων της δεν παρουσιάζει εν όλω ή εν μέρει την απαιτούμενη για τα φορτία που θα βαστάζει και γενικά για τον προορισμό της ασφάλεια.
Για όποιες περιπτώσεις δεν έχει εκδοθεί ειδικός κανονισμός ασφάλειας (δηλαδή όρια ασφάλειας υλικών, τηρητέοι κανόνες υπολογισμού, όροι ποιότητας, επεξεργασίας και εφαρμογής υλικών, κανόνες δόμησης και δοκιμές υλικών και κατασκευών) λαμβάνονται υπόψη τα γενικώς στην επιστήμη ισχύοντα σε σχέση προς την ειδική φύση και επεξεργασία των υλικών και τον τρόπο δόμησης της υπό έλεγχο κατασκευής.
Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις του κινδύνου που εκδηλώνονται με σημαντικές καθιζήσεις, παρεκκλίσεις, αποσύνθεση μαζών τοιχοποιίας, ρωγμές δηλωτικές στατικής ανεπάρκεια σε σημείο επικίνδυνο, ο κίνδυνος θεωρείται ως άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπη. Το ίδιο ισχύει και όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω εξωτερικές ενδείξεις, αλλά από τον υπολογισμό ή τον τρόπο δόμησης (για τα υπό εκτέλεση έργα) ή την επενέργεια ορισμένων γνωστών αιτίων προκύπτει αναμφισβήτητα η ύπαρξη του κινδύνου." Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 329 παρ.7 του ίδιου πιο πάνω ΠΔ "......Επίσης δεν απαιτείται άδεια για την εκτέλεση εργασιών στο φέροντα οργανισμό ή στον οργανισμό πλήρωσης του κτιρίου για την άρση του κινδύνου σε κατασκευές που έχουν χαρακτηριστεί ετοιμόρροπες, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις επικίνδυνες κατασκευές.
Στην περίπτωση αυτή οι εργασίες εκτελούνται ύστερα από σχετική μελέτη, που συντάσσεται σύμφωνα με τους όρους, τους οποίους ορίζει η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, και δήλωση ανάληψης μελέτης και επίβλεψης από αρμόδιο τεχνικό, που γνωστοποιείται στο οικείο αστυνομικό τμήμα".Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η έννοια της επικίνδυνης λόγω στατικής και δομικής ανεπάρκειας οικοδομής από διάφορα αίτια, ταυτίζεται με εκείνη της ετοιμόρροπης οικοδομής, η οποία εάν μεν είναι επικινδύνως ετοιμόρροπη κατεδαφίζεται [άρθρο 428 του ίδιου ΠΔ/τος], εάν δε επιδέχεται επισκευής, τότε δεν απαιτείται η έκδοση άδειας από την Πολεοδομία για την εκτέλεση των απαραιτήτων εργασιών αλλά αρκεί η ύπαρξη σχετικής μελέτης, που συντάσσεται σύμφωνα με τους όρους, τους οποίους ορίζει η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, και δήλωση ανάληψης μελέτης και επίβλεψης από αρμόδιο τεχνικό, που γνωστοποιείται στο οικείο αστυνομικό τμήμα.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλµένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε µε ψευδή ερμηνεία, είτε µε κακή εφαρμογή, δηλαδή µε εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στη πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίµηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχηµα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίµηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
3.Στην προκείµενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες µε τον πρώτο λόγο της αίτησής τους από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι για την εκτέλεση των εργασιών επισκευαστικής φύσεως προς αποκατάσταση των βλαβών που υπέστησαν οι ευρισκόμενες στην ίδια οικοδομή οικία του πρώτου ορόφου, ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας καθώς και εκείνη του ισογείου που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στον δεύτερο αναιρεσείοντα και κατ' επικαρπία στη τρίτη αναιρεσείουσα [και οι οποίες μνημονεύονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση] δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας από την Πολεοδομία [η οποία κατά την αγωγή θα συνεπάγονταν για τους ενάγοντες συνολική δαπάνη ύψους 18.025,32 ευρώ] παρά μόνο η έγκριση της σχετικής τεχνικής μελέτης του μηχανικού για την οποία η συνολική δαπάνη των αναιρεσειόντων, ανέρχεται στο ποσό των 4.858,22 ευρώ [που επιμερίσθηκε αναλογικά για κάθε ενάγοντα και στη συνέχεια αναγνωρίσθηκε ως υποχρέωση καταβολής της από τους εναγόμενους], απορρίπτοντας δηλαδή έμμεσα το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 22 του ΓΟΚ 1985 και τα άρθρα 327 επ.
του ΠΔ 14-7/27-7-1999 όπου ρητά προβλέπεται η έκδοση άδειας για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών σε επικίνδυνες οικοδομές με εξαίρεση τις ετοιμόρροπες [άρθρο 329 παρ.7 του ΠΔ 14-7/27-7-1999]. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι συνεπεία των λεπτομερώς αναφερόμενων σ' αυτήν τυπικής σημασίας και επισκευάσιμων ζημιών που προκλήθηκαν από τις "ενδορμίες" των εναγομένων στο μεσότοιχο, η διόροφη οικοδομή των εναγόντων κρίθηκε επικίνδυνη από στατική και δομική άποψη με την υπ' αριθ 18815/24-5 -2005 απόφαση της Δ/νσης Ο.Κ.Κ.
του ΠΕΧΩΔΕ και ότι η σχετική διοικητική διαδικασία είχε τελεσιδικήσει, ενώ στη συνέχεια δέχθηκε ότι για την αποκατάσταση των ζημιών είναι αναγκαίο να γίνουν οι λεπτομερώς αναφερόμενε σ' αυτήν εργασίες με την αντίστοιχη δαπάνη καθώς και ότι για την εκτέλεση αυτών δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας παρά μόνο η έγκριση της σχετικής μελέτης του μηχανικού, η οποία θα απαιτούσε δαπάνη συνολικού ύψους 4.858,22 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της επίβλεψης, καθώς και των προς τρίτους εισφορών.
Ενόψει αυτών ο προβαλλόμενος λόγος πέραν του ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως λόγω της επιχειρούμενης αντιδιαστολής των ταυτόσημων κατά τα προδιαληφθέντα όρων "της επικίνδυνης οικοδομής λόγω στατικής και δομικής ανεπάρκειας" και "της ετοιμορρόπου οικοδομής",αναφέρεται στη πραγματικότητα, αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας σχετικά με το ύψος της συνολικά απαιτούμενης δαπάνης για την αποκατάσταση των ζημιών, η οποία σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προβάλλεται αβασίμως.
4. Επειδή, κατά το αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται.... αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, [εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού], ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 1.543/2005, ΑΠ 759/ 2005, ΑΠ 1.376/2000).Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ-ρου 559 αριθ. 1 άλλως του αριθ.17 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε, κατά λέξη τα εξής:"Επομένως το 2000 που οι εναγόµενοι κατασκεύασαν ενδορµίες στον υφιστάµενο κατά την 30.9.1955 κοινό µεσότοιχο δεν υπήρχε ρητή νοµοθετική απαγόρευση κατασκευής τους ..Από τις ίδιες όµως ως άνω διατάξεις σε συνδυασµό µε τις γενικές αρχές πρόνοιας, ασφάλειας και καλή πίστης που πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές, προκύπτει ότι η δυνατότητα κατασκευής ενδορµιών στους µεσότοιχους, τελεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις".
Τούτο δε έρχεται σε πλήρη αντίθεση µε το αναφερόµενο στη προσβαλλόµενη απόφαση, [άρθρο 353 του ΠΔ 14.7/27.7.1999 κώδικα βασικής πολεοδομικής νοµοθεσίας), ότι: "μεσότοιχοι κτιρίων που έχουν κατασκευασθεί πριν την 30.9.1955 απαγορεύεται να κατεδαφιστούν χωρίς την συγκατάθεση των ιδιοκτητών των κτιρίων. Οι µεσότοιχοι που δεν κατεδαφίζονται ενσωματώνονται στο υπό ανέγερση κτίριο ή σε τµήµα του κτιρίου σε περίπτωση προσθήκης.
Κατά την ανέγερση του κτιρίου σε επαφή µε διατηρούµενο µεσότοιχο ή προσθήκης σε κτίριο που περιλαμβάνει µεσότοιχο δε επιτρέπεται µμεταβίβαση φορτίων σ' αυτόν µε οποιοδήποτε τρόπο". Στη συνέχεια του ίδιου λόγου αναφέρεται ότι οι παραδοχές αυτές είναι αντιφατικές, διότι όπως αποδεικνύεται από την ίδια την απόφαση, το έτος 2000,που οι ήδη αναιρεσίβλητοι άρχισαν τις οικοδοµικές εργασίες, υπήρχε νοµικό πλαίσιο που ρύθµιζε ρητά το θέµα των µεσοτοίχων και την κατασκευή ενδορµιών σ' αυτόν και ότι με το προαναφερθέν άρθρο 353 που ίσχυε ήδη από την 27.7. 19 99 και άρα προ του έτους 2000,απαγορευόταν ρητά να κατεδαφιστούν χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών των κτιρίων, µεσότοιχοι κτιρίων που έχουν κατασκευασθεί πριν την 30.9.1955.Τέλος διατείνεται ότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαγορευόταν ρητά και η εν µέρει ακόµα κατεδάφιση µεσότοιχου µε την κατασκευή ενδορµιών, δηλαδή ανοιγµάτων στον µεσότοιχο, χωρίς τη συγκατάθεση που εν προκειµένω δεν υπήρχε από αυτούς [αναιρεσείοντες],και καταλήγει ότι συνεπεία των ανωτέρω το Εφετείο, που µε την προσβαλλόµενη απόφαση του έκρινε ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για τους µεσότοιχους το έτος 2002 και έκανε επίκληση των γενικών αρχών πρόνοιας, ασφάλειας και καλής πίστης στις συναλλαγές για να οδηγηθεί στη τελική κρίση περί αυθαίρετης, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων σε βάρος τους εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο άλλως αναφέροντας αρχικά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου και ακολούθως κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν ισχύοντες κανόνες δικαίου και εφαρμόζοντας τις γενικές αρχές πρόνοιας, ασφάλειας και καλής πίστης, περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδει στη απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια του άρθρου 559 περ.19 ΚΠολΔικ [κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου] είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέο σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αφού στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι, όπως και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες διατείνονται με την επίκληση της σχετικής διάταξης του νόμου, [άρθρο 353 του πιο πάνω ΠΔ/τος] ρητά αφενός μεν απαγορευόταν η κατεδάφιση των μεσοτοίχων χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών εφόσον είχαν κατασκευασθεί πριν την 30-9-1955, αφετέρου δε προβλεπόταν η υποχρεωτική ενσωμάτωσή τους στο υπό ανέγερση κτίριο, χωρίς να γίνεται ρητή μνεία στον νόμο περί απαγόρευσης κατασκευής ενδορμιών σ' αυτούς [μεσότοιχους] που στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου προκάλεσαν τις ζημιές στην οικοδομή των αναιρεσειόντων, κατά παράβαση των γενικών αρχών πρόνοιας, ασφάλειας και καλής πίστης στις συναλλαγές.
Συνεπώς όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο δεν υπήρχε νομοθετική πρόβλεψη, λαμβανομένου υπόψη ότι η κατασκευή ενδορμιών [ανοιγμάτων] στον συγκεκριμένο μεσότοιχο [που κατά την ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου προϋπήρχε της ανωτέρω ημερομηνίας] δεν μπορεί να θεωρηθεί μερική κατεδάφιση αυτού χωρίς την συναίνεση των ιδιοκτητών, ούτε ως απαγορευμένη από το νόμο μεταφορά φορτίων σ' αυτόν, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, αναφερόμενος μόνο σε πλημμέλεια των μη επεχουσών θέση διατακτικού, αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και μη συνοδευόμενος και από την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό αυτής,[παρεκτός του ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν υπάρχει η επικαλούμενη ταυτόχρονη εφαρμογή και μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων της Πολεοδομικής Νομοθεσίας], είναι αβάσιμος.
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔικ: "Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή το εγγράφου ως πλαστού". Κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔικ ορίζεται: "Τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439,αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων ώφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο. Επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη".
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔικ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Εξ άλλου ο εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμον ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμον και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα[ΑΠ 367/2011]ούτε όμως και στην περίπτωση που εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου[ΑΠ 66/2005].Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τρίτου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 περ.12 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: "Όπως προαναφέραµε - υπό τον 1ο λόγο αναίρεσης - η κρίση του πραγµατογνώµονα ότι δεν απαιτείται για τις συγκεκριµένες επισκευαστικής φύσεως εργασίες οικοδοµική άδεια, που αποδέχεται και η αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση, έρχεται σε πλήρη αντίθεση µε την προσκοµισθείσα µετ' επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου (ως σχετικά 41, 41α) µε αριθµό 18815/24.5.2005 απόφαση της Διεύθυνσης ΟΚΚ του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ.
Με την απόφαση αυτή η Διεύθυνση ΟΚΚ του ΥΠΕΧΩΔΕ, η οποία αποτελεί δηµόσιο έγγραφο κατά τις επιταγές του νόµου και αναµφίβολα έχει αυξηµένη ισχύ έναντι της ιδιωτικής κρίσης, καθόσον δεν έχει προσβληθεί ως πλαστό και δεν έχει τεθεί θέµα ανταπόδειξης, έγινε δεκτό ότι:"Προς άρση του κινδύνου απαιτείται να γίνουν µε µέριµνα παντός κατά νόµον υπόχρεου οι απαραίτητες εργασίες σύµφωνα µε τους κανόνες της τέχνης και της επιστήµης και κατόπιν οικοδοµικής άδειας που θα εκδοθεί από την αρµόδια Πολεοδοµική Υπηρεσία σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ΓOK/85,όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα....".Συνεπεία των ανωτέρω όφειλε το Εφετείο να µην κάνει δεκτή την κρίση του πραγµατογνώµονα, αλλά αποδεχόµενο το συγκεκριµένο δηµόσιο έγγραφο, να κάνει δεκτό ότι απαιτείτο εν προκειµένω η έκδοση οικοδοµικής αδείας και ακολούθως να κάνει δεκτά τα σχετικά αιτούµενα κονδύλια".
Στη συνέχεια στο δεύτερο μέρος του ίδιου πιο πάνω λόγου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι κατά τη κατεδάφιση της ισογείου αποθήκης δεν έγιναν ενδορμίες στο μεσότοιχο και ότι αποκαλύφθηκαν παλαιές από πλάκα και δοκούς οπλισμένου σκυροδέματος με τις οποίες είχε επιβαρυνθεί ο μεσότοιχος και στις δύο ισόγειες ιδιοκτησίες [παραπέμποντας ειδικότερα στην γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα σελ.11], πέραν του ότι το γεγονός αυτό αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα της απόφασης, αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στη σχετική σελίδα της γνωμοδότησης, προσέδωσε σ' αυτήν αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των φωτογραφιών και του οπτικοακουστικού μέσου που μετ' επικλήσεως προσκομίσθηκαν καθώς και της από 14-9-2001 τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού Α.
Κ. [που εγκρίθηκε και θεωρήθηκε από τη Δ/νση της Πολεοδομίας Αθηνών και κατέστη έτσι δημόσιο έγγραφο]από τα ο- ποία προκύπτει το αντίθετο...Ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι αβάσιμος καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το δημόσιο έγγραφο έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ για όσα ο συντάκτης του βεβαιώνει ότι ενήργησε ο ίδιος [χρόνος και τόπος σύνταξης κλπ]ή έγιναν ενώπιον του και όχι όταν σ' αυτό απλώς περιέχονται οδηγίες και κατευθύνσεις ή ερμηνευτικές εκδοχές του ισχύοντος νόμου, όπως συμβαίνει με το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο της Διεύθυνσης ΟΚΚ του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ η έγκριση και η θεώρηση από την αρμόδια κατά νόμον δημόσια υπηρεσία ιδιωτικού εγγράφου, αποτελεί πλήρη απόδειξη μόνον για το γεγονός αυτό και όχι και για το περιεχόμενό του.
6. Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 368 - 392 ΚΠολΔ και ειδικότερα εκεί νη του άρθρου 383 δεν προκύπτει ότι η προθεσμία που τάσσεται από το Δικαστήριο για την υποβολή από τον πραγματογνώμονα της έγγραφης γνωμοδότησής του είναι ανατρεπτική, με συνέπεια η σύνταξη και η κατάθεσή της να επιφέρουν ακυρότητα αυτής αν έγιναν μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας [ΑΠ 2034/09,ΑΠ 1381/ 2000].Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 151 ΚΠολΔ, κατά την οποία η παρέλευση νόμιμης ή δικαστικής προθεσμίας επάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προς επιχείρηση της πράξεως για την οποία έχει ταχθεί η προθεσμία, εκτός αν ορίζει διαφορετικά ο νόμος, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που η προθεσμία έχει ταχθεί για την επιχείρηση πράξεως από τον διάδικο. Επομένως η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή ως προς την προθεσμία που ορίζεται από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 383 παρ.1 ΚΠολΔικ για την υποβολή της έγγραφης γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων ενώ εξάλλου η δικαστική αυτή προθεσμία δεν είναι ανατρεπτική και άρα η παραβίαση της δεν επιφέρει ακυρότητα της γνωμοδότησης. [ΑΠ 807/1988].
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει ότι η πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα Ν. Ν. είναι άκυρη και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη [άρθρο 559 περ.14 ΚΠλΔικ], λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης αυτής τυγχάνει αβάσιμος.
7. Επειδή με το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσία έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔικ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης [ΟλΑΠ 2/2008], επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ 20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ ΠολΔικ έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας το οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια της περ.11 του άρθρου 559 άλλως της περ.20 καθόσον δεν έλαβε υπόψη του από δεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν άλλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και των εξ αυτής προκληθεισών ζημιών στην οικία τη πρώτης ενάγουσας καταστράφηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή έπιπλα και ήδη ρουχισμού ιδιοκτησίας της, αφού ουδέν προς τούτο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίσθηκε αλλά ούτε και ο εξετασθείς επιμελεία της μάρτυρας κατέθεσε κάτι συγκεκριμένο, απορρίπτοντας στη συνέχεια το κονδύλιο των 7.630,20 ευρώ, παρά το γεγονός ότι ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με πρόταση της ενάγουσας βεβαίωσε ενόρκως την πρόκληση της εν λόγω ζημίας και το ύψος αυτής.
Επικουρικά αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά την κύρια βάση του, διότι από τη προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των µαρτύρων (ενός από κάθε διάδικη πλευρά), που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου ...
της υπ' αριθ. 171/2006 πραγματογνωμοσύνης ... όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, εκτιµωµένων είτε προς άµεση απόδειξη είτε προ συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, µμεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων τρίτων προσώπων (αρθ.390 ΚΠολΔικ) και των φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, αλλά και του οπτικοακουστικού δίσκου (DVD), που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες-ενάγοντες, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους τους", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την φερόμενη ως αγνοηθείσα μαρτυρική κατάθεση την οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Ως προς την επικουρική του δε βάση ο ίδιος λόγος είναι νομικώς αβάσιμος καθόσον η ένορκη κατάθεση μάρτυρα δεν εμπίπτει στην έννοια του εγγράφου, κατά τα προδιαληφθέντα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί για παραμόρφωση.
8. Επειδή η πρoβλεπόμενη από το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) από το ουσιαστικό δικαστήριο με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι, επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρο 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες εξ αιτίας της προεκτεθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων υπέστησαν ηθική βλάβη και επιδίκασε στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5000 ευρώ [νομιμοτόκως]. Κρίνοντας δε έτσι το Δικαστήριο [ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων] δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση-μεγαλύτερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον έκτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο [εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ] είναι αβάσιμα, κατά την πλειοψηφήσασα στο δικαστήριο γνώμη. Κατά την γνώμη όμως του μειοψηφήσαντος Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο κατά το άρθρο 932 ΑΚ προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων [αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ], χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεδομένου ότι στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων [αρθ. 914 ΑΚ] και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής της εν λόγω αρχής [ΟλΑΠ 6/2009].
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων [άρθρο 176 ΚΠολΔ.] όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 5967/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ