Legislator Case Law & Legislation
78/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding procedural violation of Article 6 ECHR due to improper change of claim basis.

Case Number 78/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, which found the lower court's acceptance of a new claim basis procedurally improper. The appellant argued this procedural error violated Article 6 of the ECHR and the First Protocol, claiming it deprived them of a fair trial. The court ruled that a procedural violation does not automatically constitute a violation of these human rights treaties, as the appellate court correctly identified the change of legal basis as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) of the Code of Civil Procedure; Article 6(1) of the ECHR; Article 1 of Protocol 1 to the ECHR: A procedural violation by a court does not per se constitute a violation of the right to a fair trial or property rights under international treaties.

Keywords

AI generated
change of claim basis procedural violation Article 6 ECHR fair trial guarantee admissibility of appeal legal basis of claim appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 6(1) of the European Convention on Human Rights
Article 1 of Protocol 1 to the European Convention on Human Rights
Article 28(1) of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 78 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ο από το άρθρ 559 αρ 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αφορά παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου. Η επιβοηθητική άσκηση αγωγής , μπορεί να γίνει είτε με το δικόγραφο της κυρίας αγωγής , είτε με ιδιαίτερο αγωγικό δικόγραφο , όχι όμως και με τις προτάσεις. Η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. - Η κρίση του δικαστηρίου ότι μία διαδικαστική πράξη αποτελεί παραβίαση δικονομικών διατάξεων , δε συνιστά από μόνη της παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, ούτε της διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ 53/1974 και έχουν , κατ' άρθρο 28 παρ 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ.- Απορρίπτεται ο από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως , για την παραβίαση των ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων,-

ΑΡΙΘΜΟΣ 78/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. Ψ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρε-ξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευσταθία Τσαούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1919/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 7038/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου. Ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 219 του Κ.Πολ.Δ., "αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί, όμως, ο ενάγων, για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής, να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση, που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση. Η επιβοηθητική σύμφωνα με την παρ. 1 άσκηση αγωγής, μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο".

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η επιβοηθητική άσκηση αγωγής, μπορεί να γίνει είτε με το δικόγραφο της κύριας αγωγής, είτε με ιδιαίτερο αγωγικό δικόγραφο, όχι, όμως, και με τις προτάσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη, από 14-6-1995, αγωγή της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξέθεσε ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 193/1975, υπέβαλε στην αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 4 του ν.δ. 76/74 την από 22-11-1975 αίτηση με την οποία ζητούσε την επαναφορά της στο Τζάνειο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς, όπου εργαζόταν ως αδελφή νοσοκόμος τριετούς φοίτησης και απολύθηκε κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας και ότι η αίτηση της απορρίφθηκε με την 23/22-5-1976 απόφαση της παραπάνω Επιτροπής.

Ότι στη συνέχεια υπέβαλε την 9294/28-5-1982 αίτηση επανάκρισης ενώπιον της προβλεπόμενης από το άρθρο 12 του ν. 1232/1982 συσταθείσας Ειδικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης, η οποία με την 149/24-1-1985 απόφαση έκανε δεκτή την εν λόγω αίτηση της. Ότι μετά την αποδοχή της αίτησης της ο Υπουργός Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως με τη Δ2β/11547 δις/24-10-1985 απόφαση του την επανέφερε στην προαναφερθείσα Υπηρεσία της και ότι η παραπάνω απόφαση όρισε ότι ο χρόνος παραμονής της εκτός υπηρεσίας υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 193/1975, χωρίς δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών για το μέχρι της επανόδου της χρονικό διάστημα.

Ότι σε εφαρμογή της παραπάνω απόφασης επανήλθε στη Υπηρεσία της στο Τζάνειο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς από 17-2-1986, χωρίς να της καταβληθούν οι μέχρι τότε αποδοχές που θα λάβαινε αν η ανωτέρω Ειδική Επιτροπή Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του άρθρου 12 του ν. 1232/1982 και ο Υπουργός Υγείας και Πρόνοιας εξέδιδαν τις αποφάσεις τους εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης της (28-5-1982), σύμφωνα με πι διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 193/1975, ήτοι μέχρι την 28-7-1982, που θα αναλάμβανε υπηρεσία.

Ότι από την υπαίτια και παράνομη καθυστέρηση έκδοσης της 149/85 απόφασης της Ειδικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης και της Δ2β/11547 δις/24-10-1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως πέραν του διμήνου από την υποβολή της αίτησης της για επανάκριση της απορριφθείσας αρχικής της αίτησης και επαναφορά της στην Υπηρεσία, ζημιώθηκε παράνομα, από τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου (Επιτροπής ταυ άρθρου 12 του ν. 1232/82 και Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας), κατά την άσκηση της ανατεθείσας σ' αυτά δημόσιας εξουσίας, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, τις αποδοχές που θα λάμβανε κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (28-7-1982 μέχρι 17-2-1986), ύψους 4.395.377 δραχμών, όπως αναλυτικά τις προσδιόριζε στην αγωγή.

Βάσει των ανωτέρω ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής με τις πρωτόδικες προτάσεις της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 3.312.017 δραχμών με το νόμιμο από την επίδοση της αγωγής, με τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Από το περιεχόμενο της αγωγής αυτής σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα στήριξε την αξίωση της για αποζημίωση από τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου (Επιτροπής του άρθρου 12 του ν. 1232/82 και Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας), στην υπαίτια και παράνομη εκ μέρους τους καθυστέρηση έκδοσης της 149/85 απόφασης της Ειδικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Κρίσεως του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης και της Δ2β/11547 δις/24-10-1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως πέραν του διμήνου από την υποβολή της αίτησης της.

Με τις κατατεθείσες όμως προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αναιρεσείουσα προέβη σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής της, αφού ισχυρίστηκε ότι βάση της αξιώσεως της προς αποζημίωση είναι η καθυστέρηση από της παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας των παραγρ. 2 και 3 του άρθρου 45 του Ν.Δ. 170/1973 και όχι από της παρόδου της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 193/1975.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η συμπλήρωση αυτή δεν είναι παραδεκτή, αφού αφορά άλλη βάση από εκείνη στην οποία με το δικόγραφο της αγωγής θεμελιώνει την αξίωσή της η ενάγουσα, δεν κήρυξε παρά το νομό απαράδεκτο και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το αρθρ.559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επίσης, το Εφετείο, με την ως άνω παραδοχή του δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ούτε τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974 και έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, από τις οποίες η μεν πρώτη εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα και επιβάλλει, εκτός των άλλων, ως εγγύηση της προστασίας αυτής, την ισότητα δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων, η δε δεύτερη επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, διότι η κρίση του δικαστηρίου ότι μία διαδικαστική πράξη αποτελεί παραβίαση δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς αυτή, δε συνιστά από μόνη της παραβίαση των εν λόγω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, και ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

μόνος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, όπως εκτιμάται η αποδιδόμενη μομφή στην προσβαλλόμενη απόφαση για παρα-βίαση των ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-06-2009 αίτηση της Α. Ψ. για αναίρεση της 7038/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ