Legislator Case Law & Legislation
78/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored facts not raised, citing procedural inadmissibility.

Case Number 78/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court violated procedural rules by considering an affidavit and a power of attorney that had not been formally proposed during the trial. The court ruled these arguments were inadmissible because they did not constitute 'facts' under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure, as they were merely evidentiary items rather than independent factual claims. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) K.Pol.D.; Only independent factual claims forming the basis of a lawsuit constitute 'facts' for appellate review, excluding evidentiary items or legal arguments.

Keywords

AI generated
Article 559 Code of Civil Procedure independent factual claims procedural inadmissibility appellate review scope evidentiary items legal costs award formal proposal requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 78 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 78/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 και 2) Χ2 συζ. Χ1, , κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Φρίξο Βασιλειάδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "Ζ Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπουρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4510/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 20-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής-ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή οι νομικοί ισχυρισμοί, ή τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.8 περ. β ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, χωρίς να έχει προταθεί από οποιονδήποτε διάδικο, δέχθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) επέσπευδαν τη συζήτηση της από 27-9-2007 εφέσεώς τους κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δικάσιμο της 19-2-2008, κατά την οποία δικάσθηκαν ερήμην και απορρίφθηκε η ανωτέρω έφεσή τους λόγω μη κανονικής συμμετοχής τους και παραστάσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου τους με τον προσήκοντα τρόπο κατά την ως άνω εφετειακή δίκη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά πραγματικό επιχείρημα των αναιρεσειόντων προς στήριξη του ισχυρισμού τους περί άκυρης ερημοδικίας τους. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 6 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην.

Ειδικότερα ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, παρανόμως, κατά τη συζήτηση εκείνη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Μεταξύ δε των περιπτώσεων παράνομης ερημοδικίας πρωτίστως είναι και εκείνη κατά την οποία ο διάδικος, σε περίπτωση που δεν επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση της υποθέσεως, δικάσθηκε ερήμην χωρίς να κλητευθεί διόλου, μολονότι ήταν υποχρεωτική η κλήτευσή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο βεβαιώνει ότι οι αναιρεσείοντες (εκκαλούντες) δικάσθηκαν ερήμην, χωρίς να υπάρχει ανάγκη κλητεύσεώς τους, διότι δέχθηκε πως την ενώπιόν του συζήτηση της από 27-9-2007 εφέσεώς τους επέσπευδαν οι ίδιοι. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 6 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ακύρως δικάστηκαν οι αναιρεσείοντες ερήμην και απορρίφθηκε η ως άνω έφεσή τους, διότι δεν κλητεύθηκαν κατά τη συζήτησή της, είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι επέσπευδαν οι ίδιοι τη συζήτηση της εφέσεώς τους, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με την ουσία της υποθέσεως, δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι o 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε ή δεν παραστάθηκε κατά τον προσήκοντα τρόπο στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην.

Εάν με την αναίρεση προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενσωματώνεται και η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον όμως συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους.

Συνεπώς, για να προβάλλεται παραδεκτώς στην τελευταία περίπτωση κάποιος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, να έχει προταθεί νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, και δεν αρκεί ότι αυτός είχε προταθεί ως λόγος έφεσης.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναιρέσεως, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 11 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην τους και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 27-9-2007 έφεσή τους αντιστοίχως, τις αιτιάσεις:

α) ότι η ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρωτόδικη 109/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παρά το νόμο έλαβε υπόψη της την 21138/2006 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα της αναιρεσίβλητης που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, χωρίς να βεβαιώνεται σ'αυτή (απόφαση), αν έγινε καθώς και πότε και με ποιο τρόπο έγινε η κλήτευση των αναιρεσειόντων κατά τη λήψη της άνω ένορκης βεβαιώσεως, β) ότι η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη της την προσκομισθείσα από την αναιρεσίβλητη από 13-3-2006 έγγραφη εντολή του πρώτου των αναιρεσειόντων, μολονότι αυτή δεν είχε νόμιμη θεώρηση και χαρτοσήμανση, γ) ότι η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς καμία απόδειξη, ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων κατά τη σύναψη με την αναιρεσίβλητη της επίμαχης συμβάσεως μεσιτείας ενεργούσε και ως άμεσος αντιπρόσωπος της δεύτερης των αναιρεσειόντων, και δ) ότι η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε χωρίς καμία σχετική απόδειξη ότι η πραγματική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν σε 610.000 ευρώ.

Οι λόγοι αυτοί, ως προς όλες τις ανωτέρω αιτιάσεις τους, είναι απαράδεκτοι, προεχόντως διότι, λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων στην εφετειακή δίκη, κανένας τους δεν προτάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως άλλωστε αυτοί (λόγοι) δεν είχαν προταθεί ούτε κατά την πρωτόδικη δίκη, κατά την οποία οι εκκαλούντες-αναιρεσείοντες είχαν επίσης δικασθεί ερήμην.

Οι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ θεσπιζόμενοι κανόνες για την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμαβλλόμενων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμοζόνται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις οικείες δηλώσεις βουλήσεως. Η κρίση όμως του δικαστηρίου της ουσίας ότι διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιου κενού στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να είναι ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία τους, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην, ενσωματωθείσα στην εφετειακή, απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την αιτίαση ότι παρεβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, αν και η δήλωση βουλήσεώς τους ως προς το ύψος και τον υπολογισμό της μεσιτικής αμοιβής της αναιρεσίβλητης είναι απολύτως σαφής στην από 13-3-2006 έγγραφη μεσιτική εντολή τους, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα διαπίστωσε ρητώς ότι υπάρχει ως προς το ανωτέρω ζήτημα κενό και ακολούθως προήλθε σε ερμηνεία της ανωτέρω μεσιτικής εντολής τους, είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2009 αίτηση των Χ1 και Χ2 συζύγου Χ1, περί αναιρέσεως της 4510/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ