Legislator Case Law & Legislation
78/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on invalid fixed-term contract termination by bus company. Appeal rejected due to lack of valid employment contract.

Case Number 78/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting her claim for invalidity of dismissal. The appellant argued she was hired for an indefinite term, but the court found her initial employment was merely a simple labor relationship under an invalid six-month fixed-term contract. Consequently, the employer was not required to pay damages for absenteeism or continue the relationship.

Legislator headnote

AI generated

ΝΔ 102/1973; Π.Δ. 229/1994: Termination of a simple labor relationship does not constitute absenteeism or require payment of damages when the underlying employment contract was invalid from the outset.

Keywords

AI generated
invalid employment contract fixed term limitation bus company personnel absenteeism damages termination validity labor relationship supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
ΝΔ 102/1973
Π.Δ. 229/1994
ΠΔ 133/1991
6,7 και 5 του ΠΔ 257/1989 που ίσχυσε από 1-7-1989 μέχρι 19-8-1991, και τα άρθρα 1 παρ.1, 2 παρ.5, 6 και 7 και 5 του ΠΔ 133/1991, που ίσχυσε από 16-4-1991 μέχρι 19-8-1994.
άρθρο 14 του ΠΔ 229/1994
άρθρο 5 παρ. 2 του ΠΔ 133/1991
άρθρο 648 ΑΚ
άρθρο 671 ΑΚ
άρθρο 1, 3 και 8 παρ 3 του ν. 2112/1920
1999/70/ΕΚ
2112/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70/ΕΚ και τις διατάξεις του Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ (ΠΔ 229/1994), αφού προϋπόθεση για την τήρηση της διατάξεως του άρθρου 14 του Π.Δ.
άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 78 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 78/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νιζάμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (ΚΤΕΛ) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Ψ, ο οποίος ως νόμιμος εκπρόσωπός της όρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιους δικηγόρους της τους Θεόφιλο Κώτσιο και Διονύσιο Μπάστα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-3-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 18-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις του ΝΔ 102/1973, που διέπει τα της λειτουργίας των ΚΤΕΛ, τα τελευταία, τα οποία ιδρύθηκαν με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του οικείου νομάρχη, ως εκ του σκοπού που επιδιώκουν, συνισταμένου στην οργάνωση (μονοπωλιακά) της επιβατικής δια λεωφορείων συγκοινωνίας, προς εξυπηρέτηση βασικής ανάγκης (μεταφοράς) του κοινωνικού συνόλου, αλλά συγχρόνως και στην επίτευξη οικονομικού και κερδοσκοπικού αποτελέσματος υπέρ των μετόχων, αποτελούν ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που λειτουργούν υπό την μορφή οργανισμών.

Με το Π.Δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων, ΓΚΠ-ΚΤΕΛ" που ισχύει από 20-8-1994 ορίζεται: α) στο άρθρο 1 παρ.1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως προσωπικό των ΚΤΕΛ, αστικών και υπεραστικών, και ορίζει τα προσόντα πρόσληψης και τους λόγους απόλυσης, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, β) στο άρθρο 2 παρ. (1 και) 5 ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του ΚΤΕΛ (που λειτουργεί με βάση το ΝΔ 102/1973) διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και ότι τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ και έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται για εκτέλεση ορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας (π.χ.

εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κίνησης, ασθένειας κλπ), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί του έξι (6) μήνες και γ) στο άρθρο 5 παρ.2 εδ. ε` και στ', ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το ΔΣ του ΚΤΕΛ, χωρίς διαγωνισμό, ενώ για την αντιμετώπιση έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ, μετά από έγκριση του οικείου νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντά του έκτακτου προσωπικού.

Όμοια ρύθμιση προέβλεπαν τα άρθρα 1 παρ.1, 2 παρ. 6,7 και 5 του ΠΔ 257/1989 που ίσχυσε από 1-7-1989 μέχρι 19-8-1991, και τα άρθρα 1 παρ.1, 2 παρ.5, 6 και 7 και 5 του ΠΔ 133/1991, που ίσχυσε από 16-4-1991 μέχρι 19-8-1994. Με το άρθρο 5 του άνω ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο, που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο (ο οποίος είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του ΔΣ του ΚΤΕΛ και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το ΔΣ χωρίς διαγωνισμό, και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις, μπορεί το ΔΣ του ΚΤΕΛ να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθεί από τη γενική συνέλευση εντός διμήνου (άρθρο 6 ΠΔ 229/1994).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω Π.Δ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του ΚΤΕΛ, που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό, είναι ακυρώσιμες (άρθρο 9 του ΝΔ 102/1973), ενώ συνεπάγονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 ΠΚ, για τους παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, και του άρθρου 5 του ΠΔ 224/1994.

Συνεπώς ο εργαζόμενος στο ΚΤΕΛ που προσλήφθηκε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, δε μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται μετά την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994 για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες, ότι η πρόσληψη αυτή για ορισμένο χρόνο δύναται να επαναλαμβάνεται, εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του έκτακτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ` εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας.

Η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 εδ. γ του ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 537/1937 που διαλαμβάνει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος τούτου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζεται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής (ορισμένου χρόνου) δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως διατάξεων, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση που η σύμβαση ορισμένης διάρκειας καταρτίζεται υποχρεωτικά εκ του νόμου-νεότερου του ν.2112/1920 και του ΑΚ -η σύμβαση δε αυτή του προσληφθέντος ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν καθίσταται αόριστου χρόνου εκ μόνου του λόγου ότι αυτός χρησιμοποιήθηκε προς εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ.

Διότι σημασία στην περίπτωση αυτή έχει όχι το είδος της εργασίας, αλλά το έκτακτο και απρόβλεπτο αυτής (Ολ.ΑΠ 1807/1986). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις Σ.Σ.Ε. ή την πρακτική του κάθε κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, όμως, και μετά την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, δεν μπορεί να ισχύσει, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσελήφθη την 1-3-1993 από τον Α που ενεργούσε με την ιδιότητα του Προέδρου του Κ.Τ.Ε.Λ. Μαγνησίας, ως εφεδρική καθαρίστρια για να παρέχει την εργασία της σε αναπλήρωση κάποιου τακτικού προσωπικού που θα απουσίαζε από την υπηρεσία του λόγω ασθένειας ή κωλύματος, χωρίς να έχει κάποια δέσμευση το ΚΤΕΛ έναντι αυτής για παροχή τακτικής ή ορισμένης κατά μήνα διάρκειας εργασίας.

Η άνω πρόσληψη ήταν διαρκείας δύο μηνών μετά την παρέλευση των οποίων συμφωνήθηκε η σύμβαση να λύεται αυτοδικαίως Η αναιρεσείουσα πράγματι προσέφερε την εργασία της ως καθαρίστρια στο ΚΤΕΛ ...... για το χρονικό διάστημα των δύο μηνών, συνέχισε δε να εργάζεται σ' αυτό και μετά την πάροδο των δύο μηνών χωρίς να τηρηθούν οι προς τούτο προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 του ΠΔ 133/1991 κατ' αρχήν και οι αντίστοιχες του ΠΔ 229/1994 μεταγενέστερα, μέχρι 4-2-2004, όταν η άνω σύμβαση καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη.

Όμως η άνω σύμβαση ήταν άκυρη εξ αρχής, αφού η αναιρεσείουσα προσελήφθη από τον Πρόεδρο του ΚΤΕΛ και όχι από το Διοικητικό Συμβούλιο, πολύ δε περισσότερο μετά την επιγενόμενη από 26-8-1994 νομοθετική ρύθμιση, αφού αυτή ως έκτακτο προσωπικό δεν μπορούσε να προσληφθεί με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μόνο ορισμένου και μάλιστα κατ' ανώτατο όριο 6 μηνών.

Έτσι η αναιρεσείουσα από της προσλήψεως της μέχρι την 4-2-2004 που απολύθηκε παρείχε την εργασία της υπό καθεστώς άκυρης σύμβασης εργασίας, ήτοι υπό καθεστώς απλής εργασιακής σχέσης. Επομένως, δεν τίθεται ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως, αφού προς τούτο προϋποτίθεται έγκυρη σύμβαση εργασίας, η δε αναιρεσίβλητη που έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της αναιρεσείουσας δεν κατέστη υπερήμερη, ούτε υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσεως εργασίας παρά τη θέληση του.

Μετά ταύτα το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα ισχυριζόμενη ότι είχε προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση αορίστου χρόνου, ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας γιατί δεν συνέτρεχαν οι αναφερόμενοι στο άρθρο 14 του ΠΔ 229/1994 περιοριστικοί λόγοι, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 671 ΑΚ, 1, 3 και 8 παρ 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 1999/70/ΕΚ και τις διατάξεις του Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ (ΠΔ 229/1994), αφού προϋπόθεση για την τήρηση της διατάξεως του άρθρου 14 του Π.Δ. 229/1994 με την οποία προβλέπονται περιοριστικά οι λόγοι απολύσεως του προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ., είναι να υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας και όχι απλή σχέση εργασίας, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, οπότε αν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ακύρως απασχολούμενου δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσεως εργασίας, η οποία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο και επισύρουσα ποινές για τον εργοδότη δεν μπορεί να εξακολουθήσει παρά τη θέληση του τελευταίου.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-3-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 286/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ