Legislator Case Law & Legislation
78/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to untimely filing of retrial request exceeding three-year limit.

Case Number 78/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decisions regarding inheritance proceedings. The appellant filed a retrial request six years after the contested judgment was published, which the court deemed untimely under the three-year statutory limit. The court ruled that the lower court correctly dismissed the request as inadmissible and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 545 paragraph 5, item a; 544 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure; The three-year limitation period for filing a retrial request begins from the publication of the final judgment and applies uniformly regardless of whether the judgment was served, establishing an absolute deadline for exercising this remedy.

Keywords

AI generated
retrial request statutory limitation three-year period inadmissible appeal Code of Civil Procedure publication date legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 545 paragraph 5 item a of the Code of Civil Procedure
Article 544 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the European Convention on Human Rights
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1 and 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 78 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 78/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ....., 2) ....., 3) ....., 4) ..... και 5) ....., ως καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) της θανούσης X. Η 1η (.....) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χούλη, όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-1989 αγωγή της αρχικής ενάγουσας X, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/1990 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 53/1325/32/1992 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και 282/1995 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 18-4-2002 αίτηση αναψηλάφησης και επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από τον ήδη αναιρεσείοντα. Το Εφετείο Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου) εξέδωσε την 114/2004 απόφαση και την 294/2004 συμπληρωματική αυτής. Την αναίρεση των τελευταίων δύο αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 22-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-4-2005 αίτησης αναίρεσης των 114/2004 και 294/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από τις 10401 και 10400 της 7-4-2006, 10377/3-4-2006 και 10402/7-4-2006, αντιστοίχως, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... και τα σχετικά, με τις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη, από 13-4-2006, φύλλα των εκδιδομένων στην Αθήνα ημερησίων εφημερίδων "Η ΑΥΓΗ" και "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ", αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στη σημειουμένη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο.

Συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία αναψηλαφήσεως είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα, που έγινε τελεσίδικη. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία ουδεμία διάκριση γίνεται ως προς την έναρξη της προθεσμίας ανάλογα με τους λόγους αναψηλαφήσεως προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αναψηλαφήσεως και συνεπώς και στην περίπτωση του προβλεπομένου από το άρθρο 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγου αναψηλαφήσεως, ήτοι της στηρίξεως της αποφάσεως σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίσθηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.

Και ναι μεν στην περίπτωση του άρθρου 545 παρ. 6 η προθεσμία της αναψηλαφήσεως αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 545 παρ. 3 εδ. δ' ΚΠολΔ από το αμετάκλητο της αποφάσεως, με την οποία αναγνωρίζεται η ψευδορκία και είναι εκατόν είκοσι (120) ημέρες αν εκείνος, που τη ζητεί είναι κάτοικος εξωτερικού, ο χρόνος, όμως, αυτός ενάρξεως της προθεσμίας αφορά την διαφοροποίηση της ενάρξεώς της, όταν αυτή άρχισε με την επίδοση της αποφάσεως και όχι στην περίπτωση συμπληρώσεως τριετίας από την ημέρα που αυτή (απόφαση) έγινε τελεσίδικη.

Με την προαναφερομένη, δηλαδή, διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ καθιερώνεται καταχρηστική προθεσμία, αντίστοιχη προς εκείνες των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (για την έφεση) και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (για την αναίρεση), τριών (3) ετών για την άσκηση της αναψηλαφήσεως, προς το σκοπό ασφαλείας των συναλλαγών, με τη θέση ακραίου χρονικού σημείου, ώστε το ένδικο αυτό μέσο να μη μπορεί να ασκηθεί μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η προθεσμία αυτή αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από τη δημοσίευση της τελεσίδικης ή ανέκκλητης αποφάσεως και επομένως και στην περίπτωση του άρθρου 544 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση ως προς τους λόγους αναψηλαφήσεως. Η αναφορά στην ανωτέρω διάταξη (545 παρ. 5 ΚΠολΔ) "αν δεν επιδόθηκε η απόφαση" δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση, που αυτή έχει επιδοθεί, θα ισχύσει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από τη δημοσίευσή της (προσβαλλομένης) διότι, αφού ο νομοθέτης, για την ασφάλεια των συνναλλαγών, όπως προαναφέρεται, καθιερώνει ως ανώτατο χρονικό σημείο την τριετία για τον διάδικο, στον οποίο δεν επιδόθηκε η απόφαση και ο οποίος, κατά τεκμήριο, αγνοεί το σε βάρος του περιεχόμενο της αποφάσεως, την οποία έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναψηλάφηση, πολύ περισσότερο ισχύει το ακρότατο αυτό σημείο της τριετίας από τη δημοσίευσή της και για τον διάδικο, στον οποίο έχει αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) επιδοθεί.

Η προμνημονευομένη καταχρηστική προθεσμία των τριών (3) ετών δεν είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που καταχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη. Τα συμβαλλόμενα στη Σύμβαση αυτή, κράτη - μέλη δεν κωλύονται να εξαρτήσουν την άσκηση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων από ορισμένες προϋποθέσεις (αξία του αντικειμένου της δίκης, υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, ορισμένος τύπος, τήρηση προθεσμίας κλπ).

Ούτε κωλύεται, από την ανωτέρω Σύμβαση, ο εθνικός νομοθέτης να διαφοροποιήσει την προθεσμία των ενδίκων μέσων κατά κατηγορίες υποθέσεων, με βάση τις κρίσιμες για αυτόν αξιολογικές σταθμίσεις. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αλλά και από το ίδιο το αναιρετήριο, προκύπτει ο νυν αναιρεσείων άσκησε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και κατά της 282/1995 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28-8-1995, την, από 18-4-2002, αίτηση αναψηλαφήσεως, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου στις 7-6-2002 (ή στις 14-6-2002), δηλαδή έξι (6) και πλέον έτη μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης (με την αίτηση αναψηλαφήσεως) αποφάσεως.

Η αίτηση αυτή αναψηλαφήσεως ασκήθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εκπροθέσμως και συνεπώς απαραδέκτως. Συνακόλουθα, το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη 114/2004 απόφασή του (η οποία διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την 294/2004 απόφαση) απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτηση αναψηλαφήσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των διατάξεων των αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, και οι δύο λόγοι αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 22 Απριλίου 2005, αίτηση του ..... για αναίρεση των 114/2004 και 294/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής έδρας Χίου). Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας (πρώτης) αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ