Legislator Case Law & Legislation
789/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil court jurisdiction ruling, remanding case to three-judge panel.

Case Number 789/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing a civil lawsuit for lack of jurisdiction. The appellant argued that the case fell under civil court competence following legislative changes, while the lower court incorrectly applied administrative law provisions. The court found the lower court erred in interpreting the relevant statutes and remanded the case to a new three-judge panel for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), (2), (3) of the Constitution; Article 1 of Law 1406/1983; Article 13 of Law 1418/1984; Article 1 of Law 3669/2008; Article 175 of Law 4412/2016: When a lower court incorrectly determines that a private dispute falls under administrative jurisdiction despite statutory provisions assigning it to civil courts, the Supreme Court must allow the appeal and remand the case for retrial.

Keywords

AI generated
civil court jurisdiction administrative court competence Supreme Court appeal remand for retrial constitutional division of powers statutory interpretation three-judge panel

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1), (2), (3) of the Constitution
Article 1 of Law 1406/1983
Article 13 of Law 1418/1984
Article 1 of Law 3669/2008
Article 175 of Law 4412/2016
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 789 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 789/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Μυτάρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Καφτάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 14/12/20211 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 851/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3549/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 1006/2020 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/2/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1006/2020 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, μετά από παραπομπή προς αυτό της υποθέσεως δυνάμει της υπ' αριθμόν 3549/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απέρριψε την από 30.7.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά Δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά Δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά Δικαστήρια (παρ. 3).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα Δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση.

Εξάλλου, η σύμβαση είναι διοικητική, εάν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 28/2011, 21/2009, 14/2007, 10/2003).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα προαναφερθέντα γνωρίσματα είναι ιδιωτικές και οι διαφορές που προέρχονται από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, 3/2012, 29/2011).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3669/2008 (ΦΕΚ Α' 116/18-6-2008) "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημόσιων έργων", ο οποίος (νόμος) καταργήθηκε με την παρ. 1 περίπτωση 31 του άρθρου 377 του Ν. 4412/2016 (ΦΕΚ Α' 147/8-8-2016), πλην των άρθρων 80 έως 110, τα οποία παρέμειναν σε ισχύ μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του άρθρου 83, και τα οποία με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 20 του άρθρου 118 του Ν. 4472/2017 καταργούνται και αυτά (άρθρο 118 παρ. 25 του Ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19-5-2017), και ισχύει (o νόμος) στην προκειμένη περίπτωση, που αφορά σύμβαση που έχει συναφθεί πριν την 8-8-2016, "1.

Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α').", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Ν.Π.Ι.Δ. ... (Ε.Μ.Σ.Τ.), με έδρα την Αθήνα, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού, χρηματοδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο, και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, εφόσον δεν ορίζεται ειδικότερα στις διατάξεις του ιδρυτικού του αυτού νόμου.

Διοικείται δε, το Ε.Μ.Σ.Τ., από το Διοικητικό Συμβούλιο, και τον Διευθυντή του, και απολαμβάνει όλων των διοικητικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών και ουσιαστικών προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2557/1997 (Φ.Ε.Κ. Α' 271/24-12-1997), για την Εικαστική πολιτική, τα Μουσεία και Κέντρα Σύγχρονης Τέχνης. "2.

Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Τα δημόσια έργα εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και υλοποιούν επιλογές του δημοκρατικού προγραμματισμού " και κατά την παράγραφο 3, "3.

Από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν οι φορείς της παρ.1 και συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση".

Επίσης, κατά το άρθρο 77 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. ... 2.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, αρμόδιο καθίσταται εκείνο που ορίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ύστερα από αίτηση εκείνου που ενδιαφέρεται να ασκήσει την προσφυγή".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης της παραγράφου 4 του άρθρου 64 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 26 του Ν. 4491/2017 (ΦΕΚ Α' 152/13-10-2017), προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση υπάγεται, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, τότε αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής καθίσταται το Εφετείο, και μάλιστα υπό πενταμελή σύνθεση, όταν η διαφορά, είτε από τη σύμβαση είτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως, αφορά στην εκτέλεση δημόσιου έργου που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (ΑΠ 1284/2015, ΑΠ 1056/2014).

Η υπαγωγή μιας συμβάσεως έργου υπό το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς των διατάξεων του Ν.3669/2008 προϋποθέτει μεταξύ των άλλων ότι το αντικείμενο αυτής συνίσταται στην εκτέλεση δημοσίου έργου, όπως το εννοιολογικό αυτού περιεχόμενο προσδιορίζεται ανωτέρω, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός της (οικείας εργολαβικής) συμβάσεως ως διοικητικής ή μη.

Ο χαρακτηρισμός αυτός απλώς προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (διοικητικού ή πολιτικού) προς επίλυση των εκ της εργολαβίας διαφορών (ΑΠ 1066/2018). Το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο οι διαφορές από εκτέλεση δημοσίου έργου υπάγονταν, είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών Δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και ιδρυόταν εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα του διοικητικού Εφετείου, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και ιδρυόταν εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα του πολιτικού, υπό πενταμελή σύνθεση, Εφετείου, μεταβλήθηκε με τη θέσπιση των άρθρων 20 έως 28 του Ν. 4491/13-10-2017.

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 175 του ανωτέρω Ν.4412/2016 "Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)", (ΦΕΚ A 147/ 8-8-2016), αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 4491/2017 και με τη νέα διάταξη καθιερώνεται αποκλειστική καθ' ύλην αρμοδιότητα μόνο του διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, η οποία (διαφορά) επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο ως άνω διοικητικό Εφετείο, αποκλεισθείσας έτσι της αρμοδιότητας του πολιτικού Εφετείου.

Ενώ αρχικά, πριν δηλαδή τη θέσπιση του Ν.4491/2017, ο Ν.4412/2016 και επομένως και η διάταξή του του άρθρου 175 εφαρμοζόταν, κατά το άρθρο 376, μόνο για τις συμβάσεις των οποίων η διαδικασία σύναψης λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή μετά την 8-8-2016, εντούτοις προσδόθηκε αναδρομική ισχύ στη διάταξη αυτή, του άρθρου 175, στη διάταξη, δηλαδή, που προέβλεπε τη διαδικασία της δικαστικής επίλυσης των ως άνω διαφορών, αφού με το άρθρο 23 του νεότερου Ν.4491/2017 προστέθηκε παράγραφος 14 στο ως άνω άρθρο 376, σύμφωνα με την οποία "14.

Το άρθρο 175 του ν. 4412/2016 εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4412/2016". Επιπρόσθετα, με το άρθρο 26 του ίδιου Ν. 4491/2017, καταργήθηκε το άρθρο 64 παρ. 4 του ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε την συγκρότηση του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου για τις διαφορές από δημόσια έργα, στην περίπτωση που αυτές αναφύονται από ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, σε οποιαδήποτε νομική βάση και αν θεμελιώνονται, κατά τα ήδη λεχθέντα, ενώ με το άρθρο 28 του ίδιου Ν. 4491/2017 έγινε ειδική ρύθμιση για τις εκκρεμείς κατά την 1-11-2017 προσφυγές ή αγωγές και, ειδικότερα, προστέθηκε στο άρθρο 379 του ίδιου Ν. 4412/2016 παράγραφος 14, με το ακόλουθο περιεχόμενο "14.

Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1.11.2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί. Εξαιρετικά, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο, γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση, κατά την οποία η υπόθεση υπάγεται, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, τότε προσφυγές ή αγωγές που στις 1-11-2017 εκκρεμούσαν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, πλην όμως δεν ήταν εγγεγραμμένες στο πινάκιο αυτού, γιατί είχε ματαιωθεί η συζήτησή τους, συνεχίζουν να υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, με τη μοναδική διαφοροποίηση ότι, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, προδήλως με κλήση οποιουδήποτε εκ των διαδίκων τους, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, αφού πλέον το πολιτικό Πενταμελές Εφετείο έχει καταργηθεί.

H τελευταία αυτή ρύθμιση εφαρμόζεται, κατά λογική ακολουθία, αναλόγως και για όσες υποθέσεις έχουν αχθεί για οποιονδήποτε λόγο ενώπιον του Τριμελούς (πολιτικού) Εφετείου, είτε το πρώτον (ενδεχομένως εκ παραδρομής ως προς την αρμοδιότητα του πενταμελούς ή τριμελούς εφετείου), οπότε δεν καταλείπεται πλέον περιθώριο παραπομπής τους στο Πενταμελές Εφετείο, είτε ενόψει εφέσεων επί αποφάσεων, οι οποίες αναρμοδίως είχαν εκδοθεί από πρωτοδικεία, παρότι οι σχετικές υποθέσεις υπάγονταν προηγουμένως στην αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου, με συνέπεια την εξαφάνισή τους από τα Τριμελή Εφετεία και τη διακράτησή τους πλέον από αυτά προς εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό (ΑΠ 1269/2022).

Εξάλλου, από τα άρθρα 221 παρ. 1α και 46 και 535 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκκρεμοδικία, που επιφέρει η άσκηση της αγωγής, και οι εξ αυτής συνέπειες διατηρούνται και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς και αποφαινόμενο γι' αυτό αυτεπαγγέλτως (ή και σε παραδοχή ισχυρισμού διαδίκου) παραπέμπει την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1581/2013, ΑΠ 1756/2011, ΑΠ 282/2010).

Τέλος, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος, εκτιμώντας το δικόγραφο, υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 301/2013, ΑΠ 648/2009).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 30-7-2010 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα, και ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσε τα εξής: Ότι κατόπιν διενέργειας σχετικού μειοδοτικού διαγωνισμού καταρτίσθηκε, μεταξύ αυτής και του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "..." (Ε.Μ.Σ.Τ.), η από 26-6-2007 σύμβαση έργου, με την οποία αυτή (ενάγουσα), που είναι εργολήπτρια ανώνυμη εταιρεία, ανέλαβε, ως ανάδοχος, έναντι συμβατικού εργολαβικού ανταλλάγματος, την κατασκευή του ..., στη θέση του προϋφιστάμενου παλαιού εργοστασίου "...", επί των οδών ..., με την υποχρέωση της διατήρησης ορισμένων όψεών του, σύμφωνα με τις μελέτες που είχαν εκπονηθεί για λογαριασμό του εργοδότη, εναγομένου, από συμπράξαντα μελετητικά γραφεία, που είχαν αναδειχθεί σχετικοί ανάδοχοι σε προγενέστερο στάδιο του διαγωνισμού.

Ότι οι μελέτες αυτές έπρεπε να παραδοθούν σ' αυτήν (ανάδοχο), προσήκουσες και κατάλληλες για την κατασκευή του επίμαχου έργου. Ότι, το εναγόμενο παραβίασε υπαίτια τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αφενός με την παράδοση στην ενάγουσα ανεφάρμοστων, για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, στατικών και λοιπών μελετών εφαρμογής, αφετέρου δε, αρνήθηκε την εξόφληση επιμέρους λογαριασμών, για ήδη εκτελεσθείσες εργασίες.

Περαιτέρω, ιστορούσε, ότι στη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, η εκτέλεση του έργου καθυστέρησε από ανυπαίτιους γι' αυτήν (ενάγουσα), ειδικότερα αναφερόμενους στην αγωγή, λόγους και ειδικότερα ότι, κατά την έναρξη των εργασιών εκτέλεσης, ανιχνεύτηκε αμίαντος στο ήδη υφιστάμενο κτίσμα και διακόπηκε η εκτέλεση των εργασιών, προκειμένου να απομακρυνθεί το παραπάνω επικίνδυνο για την υγεία των εργαζομένων και των περιοίκων στοιχείο, γεγονός για το οποίο κατέστη αναγκαία η σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης.

Ότι, το εναγόμενο παρέλειψε να προβεί σε έγκαιρη αναθεώρηση της σχετικής οικοδομικής άδειας, με αποτέλεσμα την ανυπαίτια, για την ενάγουσα, καθυστέρηση εκτέλεσης των εργασιών του επιδίκου έργου. Ότι, αν και οι παραδοθείσες στην ενάγουσα, ανάδοχο, στατικές μελέτες του έργου, ήταν μη προσήκουσες και ανεφάρμοστες, το εναγόμενο, δυνάμει της από 18-8-2009 ειδικής πρόσκλησης, που απηύθυνε στην ενάγουσα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5.6 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, έθεσε στην τελευταία προθεσμία 30 ημερών, για να εκτελέσει τις αναφερόμενες στην πρόσκληση ανεκτέλεστες εργασίες, και επίσης, να διορθώσει τις ελλείψεις, που της επισημάνθηκαν.

Ότι, η ενάγουσα εκτέλεσε το σύνολο των ουσιωδών παρατηρήσεων, που περιέχονταν στην ανωτέρω ειδική πρόσκληση, και ενημέρωσε προς τούτο το εναγόμενο. Ότι, στις 1-10-2009, η ενάγουσα, επικαλούμενη αφενός την άρνηση του εναγομένου, να της παραδώσει τις κατάλληλες, και πλήρως εφαρμόσιμες, στατικές μελέτες κατασκευής του έργου, και αφετέρου, τη μη καταβολή απ' αυτό, ως εργοδότη, τμήματος του εργολαβικού της ανταλλάγματος, με την από 1-10-2009 σχετική της πρόσκληση, υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση έργου.

Ότι, παρά την εν λόγω προηγηθείσα έγκυρη υπαναχώρηση της ενάγουσας, και παρά την εκτέλεση του συνόλου των ουσιωδών παρατηρήσεων της ειδικής πρόσκλησης, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, και την άπρακτη πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 5.6.4. της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, κατά την οποία το εναγόμενο είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα-ανάδοχο, στις 8-10-2009, κοινοποιήθηκε σ' αυτήν, η από 7-10-2009, εξώδικη δήλωση του εναγομένου, με την οποία η ενάγουσα πληροφορήθηκε, το πρώτον, την κοινοποίηση της υπ' αριθ.

πρωτ. 2000/10020/1-10-2009 αποφάσεως του εναγομένου, να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα, ανάδοχο από την εκτέλεση του ένδικου έργου. Ότι, η ενάγουσα, αν και αυτή είχε αποδεσμευτεί από την επίδικη σύμβαση έργου, δυνάμει της προηγηθείσας ως άνω δηλώσεως υπαναχωρήσεώς της, κατέθεσε την υπ' αριθ. 1081/9-10-2009 ένστασή της, επί της οποίας εκδόθηκε η από 5-11-2009 απορριπτική απόφαση του ΔΣ του εναγομένου, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, στις 1-12-2009.

Ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως είχαν εκδοθεί οι αναφερόμενες στην αγωγή εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως της συμβάσεως, αρχικής και συμπληρωματικής, την κατάπτωση των οποίων το εναγόμενο αιτήθηκε και πέτυχε με τα αναφερόμενα στην αγωγή έγγραφά του. Ότι η από 1-10-2009 υπαναχώρηση της ενάγουσας υπήρξε έγκυρη και ότι κατά το χρόνο ασκήσεως του δικαιώματος κηρύξεως της ενάγουσας έκπτωτης από την ένδικη σύμβαση έργου εκ μέρους του εναγόμενου, η σύμβαση αυτή είχε ήδη λυθεί λόγω της προηγηθείσας υπαναχωρήσεως της ενάγουσας και, ως εκ τούτου, δεν υφίστατο σχετικό δικαίωμα του εναγομένου, ούτε ήταν δυνατό η σχετική απόφαση του τελευταίου να επιφέρει έννομα αποτελέσματα.

Ότι για το λόγο αυτό δεν ήταν νόμιμο να καταπέσουν σε βάρος της ενάγουσας οι παραπάνω τραπεζικές εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως, από την είσπραξη των οποίων το εναγόμενο πλούτισε αδικαιολόγητα. Ότι, άλλως επικουρικά, η κατάπτωση των εν λόγω εγγυητικών επιστολών δεν ήταν νόμιμη καθόσον, ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ότι η προηγηθείσα υπαναχώρηση της ενάγουσας δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, η από 5-11-2009 απόφαση του ΔΣ του εναγόμενου, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση περί εκπτώσεως της ενάγουσας, είναι μη νόμιμη και άκυρη, επειδή η υπέρβαση της αποκλειστικής προθεσμίας του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, της οποίας έγινε επίκληση σε αυτή, δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας αλλά στην καθυστέρηση λόγω της ευρέσεως και απομακρύνσεως του αμίαντου, στη μη έγκαιρη ανανέωση της πολεοδομικής άδειας και στη μη παράδοση προς την ενάγουσα εφαρμόσιμων και άρτιων στατικών μελετών από το εναγόμενο, παρά τη σχετική κύρια συμβατική του υποχρέωση.

Ότι η ενάγουσα είχε εκτελέσει εγκαίρως το 98% των υποδειχθεισών με την από 18-8-2009 ειδική πρόσκληση του εναγομένου εργασιών, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται συμβατικό δικαίωμα του τελευταίου για την κήρυξή της ως έκπτωτης. Ότι, σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος του εναγόμενου για την κήρυξη της ενάγουσας ως έκπτωτης τυγχάνει καταχρηστική για τους ίδιους ως άνω λόγους, αλλά και λόγω παραβιάσεως των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητος και της προηγούμενης ακροάσεως.

Για το λόγο τούτο ζήτησε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 5-11-2009 αποφάσεως του ΔΣ του εναγομένου και, κατά συνέπεια, η μη νόμιμη έκπτωση αυτής από το επίδικο έργο και β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταπτώσεως και εισπράξεως από το εναγόμενο των ανωτέρω αναφερομένων εγγυητικών επιστολών και ειδικότερα της υπ' αριθμόν ...

εγγυητικής επιστολής καλής εκτελέσεως, ποσού 6.726.045,02 ευρώ, της Τράπεζας Πειραιώς, της υπ' αριθμόν ... εγγυητικής επιστολής, ποσού 1.770.011,85 ευρώ της Τράπεζας ALPHA BANK, της υπ' αριθμόν ... εγγυητικής επιστολής για τη λήψη προκαταβολής αρχικού ποσού 2.550.000 ευρώ της Τράπεζας Πειραιώς, ως τροποποιήθηκε και μειώθηκε στη συνέχεια στο ποσό των 2.433.535 ευρώ και της υπ' αριθμόν 738602 εγγυητικής επιστολής καλής εκτελέσεως των όρων της συμπληρωματικής συμβάσεως ποσού 171.601,55 ευρώ της Τράπεζας ....

Με την αγωγή αυτή, η οποία ασκήθηκε στις 30-7-2010, φέρεται προς εκδίκαση διαφορά από την εκτέλεση δημοσίου έργου, δυνάμει συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίστηκε στις 26-6-2007 μεταξύ της αναιρεσείουσας εργολήπτριας εταιρείας και του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, η οποία (διαφορά), σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, η νομοθετική ρύθμιση, με βάση την οποία καταργήθηκε με το άρθρο 26 Ν.4491/2017 το άρθρο 64 παρ.4 ΕισΝΚΠολΔ που προέβλεπε την εκδίκαση των διαφορών από την εκτέλεση δημοσίων έργων από τα πολιτικά Εφετεία υπό πενταμελή σύνθεση και με το άρθρο 28 Ν.4491/2017 ορίσθηκε ότι προσφυγές ή αγωγές που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1-11-2017 δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί, εξαιρετικά όμως, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση που έχει εισαχθεί ενώπιον του πολιτικού Εφετείου Αθηνών (υπό πενταμελή σύνθεση) με την από 14-5-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 3549/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ως άνω πολιτικό Εφετείο (υπό πενταμελή σύνθεση).

Επομένως, η ένδικη αγωγή, μετά την κατάργηση του πολιτικού Εφετείου υπό πενταμελή σύνθεση, υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του Τριμελούς πολιτικού Εφετείου. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η ένδικη αγωγή υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 Ν.1406/1983,13 Ν.1418/1984, 1 επ.

Ν.3669/2008, 175 Ν. 4412/2016. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του λόγου τούτου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, υπό τριμελή σύνθεση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, μη συντρεχούσης περιπτώσεως μειώσεως των δικαστικών εξόδων, μολονότι το αναιρεσείον απολαμβάνει των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου, διότι η νομική του υπηρεσία δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν. (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1006/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, υπό τριμελή σύνθεση, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ