Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient factual basis for liability allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a lower court's traffic accident liability decision. The appellant argued the lower court failed to establish the necessary factual basis for attributing fault to the motorcycle driver. The court agreed, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the vehicle's position and visibility conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Liability for tort requires established fault and causal link, and a judgment lacking sufficient factual basis for liability attribution is legally flawed and subject to annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 789 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 789/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μητσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-1-2012 και 27-4-2013 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 8-5-2012 και 16-6-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 650/2014 μη οριστική και 2149/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1089/2017 μη οριστική και 1345/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20-12-2020 (αρ. κατ. 46/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1345/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1975/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Στη προκείμενη περίπτωση με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (στη πραγματικότητα, μολονότι επικαλείται και εκείνη εκ του αρ. 1 του ίδιου άρθρου), με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 ΑΚ, διότι το Εφετείο με ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας και του συντρέχοντος πταίσματος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-1-2012 και με αρ. κατ. 366/2012 αγωγή και την από 27-4-2013 και με αρ.
κατ. 2665/2013 αγωγή κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, του Ι. Α. ως οδηγού του φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου και της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", ως ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου, με τις οποίες ζητούσε να του επιδικασθούν ως αποζημίωσή του και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ποσά 134.670,36 ευρώ και 120.606,32 ευρώ, αντίστοιχα.
Προσέτι ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε, τις από 8-5-2012 και από 16-6-2013 Ανακοινώσεις δίκης -προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσες αγωγές κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, με τις οποίες ζητούσε, σε περίπτωση παραδοχής των δύο κύριων αγωγών του αναιρεσιβλήτου εναντίον της να υποχρεωθεί το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλει σ' αυτήν το 90 % των ποσών που θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά το παραπάνω ποσοστό ήταν άγνωστος οδηγός ανασφάλιστου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών συνεκδικάζοντας τις παραπάνω δύο κύριες αγωγές και τις δύο ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές, εξέδωσε αρχικά την με αριθμό 650/2014 μη οριστική απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διεξαχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη και στη συνέχεια την με αριθμό 2149/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον αναιρεσίβλητο, απέρριψε τις κύριες αγωγές, ενώ έκρινε ότι παρέλκει ως εκ τούτου η ουσιαστική έρευνα των παρεμπιπτουσών αγωγών.
Ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως της από 23 Νοεμβρίου 2015 και με αρ. κατ. 7270/2015 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η με αριθμό 1089/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ανεβλήθη η έκδοση οριστικής απόφασης και διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης αυτής προς το σκοπό της συμπληρωματικής εξέτασης μαρτύρων και του εκκαλούντος διαδίκου, και στη συνέχεια η με αριθμό 1345/2019 οριστική απόφαση του, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι για το ένδικο ατύχημα υφίσταται συγκλίνουσα αμέλεια του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 70%, και του αναιρεσιβλήτου, κατά ποσοστό 30%, έγινε δεκτή αυτή (έφεση), εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει νομιμότοκα στον αναιρεσίβλητο για μεν την πρώτη αγωγή το ποσό των 28.510,48 ευρώ και για την δεύτερη (αγωγή) το ποσό των 29.424,42 ευρώ.
Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 9-9-2011 ο ενάγων οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα εργοστασίου HONDA 153 κ. εκ. εκινείτο με ταχύτητα περίπου 20-30 χ/ω επί της οδού Δοϊράνης περιοχής Καλλιθέας Αττικής με κατεύθυνση από Αθήνα προς την οδό Δαβάκη.
Η παραπάνω οδός Δοϊράνης είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διαχωριστική νησίδα μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και έχει πλάτος ανά λωρίδα κυκλοφορίας 6,20 μ. Κατά τον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο ο Ι. Α., μη διάδικος πλέον στην προκειμένη δίκη, οδηγώντας το υπ' αριθμό ...
ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της αρχικώς δεύτερης εναγόμενης, που δεν είναι πλέον διάδικος στην προκειμένη δίκη και ήταν ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους κατά την κυκλοφορία του στην ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού Ιφιγένειας με κατεύθυνση από τη λεωφόρο Συγγρού προς τη λεωφόρο Θησέως.
Η τελευταία αυτή οδός είναι μονόδρομος και έχει πλάτος 7,50 μέτρων. Παρά το άνω πλάτος για την κίνηση των οχημάτων στην ουσία λειτουργεί μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας λόγω της σταθμεύσεως αυτοκινήτων κατά μήκος της αριστερής και δεξιάς πλευράς της οπότε το απομένον οδόστρωμα αρκεί ουσιαστικά για μία λωρίδα κυκλοφορίας.
Και οι δύο παραπάνω δρόμοι, δηλαδή τόσο η οδός Δοϊράνης στην οποία εκινείτο ο ενάγων όσο και η οδός Ιφιγένειας στην οποία εκινείτο ο Ι. Α. είναι ευθείες και οριζόντιες δηλαδή χωρίς κλίση και επικαλυμμένες με άσφαλτο. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, η κατάστασή τους ήταν ξηρά, επικρατούσε φως ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική και επικρατούσε καλοκαιρία.
Ωστόσο στο ύψος που οι δύο οδοί διασταυρώνονται και συγκεκριμένα στο σημείο που η οδός Ιφιγένειας διασταυρώνεται με το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Δοϊράνης από Αθήνα προς οδό Δαβάκη, η ορατότητα προς τα αριστερά σε σχέση με την κίνηση του ενάγοντος (δηλαδή προς τα οχήματα που εκινούντο στην οδό Ιφιγένειας) και προς τα δεξιά σε σχέση με την κίνηση του Ι.
Α. (δηλαδή προς τα οχήματα που εκινούντο στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Δοϊράνης με κατεύθυνση από Αθήνα προς την οδό Δαβάκη) περιοριζόταν από τον όγκο του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν παρανόμως σταθμευμένο μέσα στη διασταύρωση και συγκεκριμένα ακριβώς μετά το τέλος και σε συνέχεια του μήκους της διαχωριστικής νησίδας που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού Δοϊράνης.
Σημειωτέο ότι στο σημείο του ατυχήματος το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 50χ/ω, επειδή πρόκειται περί κατοικημένης περιοχής, κανένα δε από τα παραπάνω δύο οχήματα δεν υπερέβαινε το παραπάνω όριο, ενώ στην πορεία των οχημάτων που κινούνταν επί της οδού Ιφιγένειας και συγκεκριμένα στο ύψος που η οδός αυτή διασταυρώνεται με την οδό Δοϊράνης υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας " STOP".
Όταν το οδηγούμενο από τον Ι. Α. αυτοκίνητο έφθασε στη διασταύρωση της οδού Ιφιγένειας με την οδό Δοϊράνης (στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής από την οδό Δαβάκη προς Αθήνα,) αυτός, αφού προηγουμένως διέκοψε την πορεία του, όπως υποχρεούταν, λόγω της ρυθμιστικής πινακίδας "STOP" και ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα της οδού Δοϊράνης από οδό Δαβάκη προς Αθήνα, διέσχισε κάθετα αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας και συνέχισε την πορεία του για να διασχίσει και τη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Δοϊράνης από Αθήνα προς την οδό Δαβάκη, στην οποία εκινείτο με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα ο ενάγων.
Όμως ο οδηγός Ι. Α. ναι μεν εκινείτο με μικρή ταχύτητα πλην όμως δεν ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων, όπως υποχρεούταν κατά νόμο, στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος. Τότε ο τελευταίος καίτοι εκινείτο με μικρή ταχύτητα περίπου 20-30 χ/ω φορώντας κράνος μόλις αντιλήφθηκε ότι το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ι.
Α. του έκλεισε τον δρόμο, για να αποφύγει τη σύγκρουση φρενάρησε και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά με την ελπίδα να αποφύγει την άμεση σύγκρουση με το άνω αυτοκίνητο. Τέτοια άμεση σύγκρουση πράγματι αποφεύχθηκε, πλην όμως η δίκυκλη μοτοσικλέτα μαζί με τον οδηγό της ενάγοντα ανετράπη, έπεσε κάτω στο οδόστρωμα με τη δεξιά πλευρά της, σύρθηκε επί του οδοστρώματος αφήνοντας διαγωνίως χαραγές μήκους 5 μέτρων και τελικά προσέκρουσε στο κέντρο της δεξιάς πλευράς του ΙΧΦ οχήματος και ακινητοποιήθηκε στο κάτω μέρος αυτού με αποτέλεσμα ο ενάγων με τον αριστερό του ώμο να κτυπήσει στο κάτω μέρος του ΙΧΦ οχήματος και ο ενάγων με το κράνος του να βρεθούν στο οπίσθιο μέρος του εμπρόσθιου δεξιού τροχού του αυτοκινήτου.
Το ατύχημα, με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη, οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου Ι. Α. για τους παρακάτω λόγους: Ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου κινούμενος επί της οδού Ιφιγένειας είχε για την πορεία του πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας "STOP". Η τελευταία ίσχυε για ολόκληρη την άνω διασταύρωση, δηλαδή τόσο για τη λωρίδα της οδού Δοϊράνης προς Αθήνα, όσο και για τη λωρίδα της άνω οδού προς την οδό Δαβάκη.
Ο παραπάνω οδηγός θα έπρεπε, φθάνοντας στο διάκενο των διαχωριστικών νησίδων να διακόψει την πορεία του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της λωρίδας της οδού Δοϊράνης με κατεύθυνση την οδό Δαβάκη. Η αυξημένη προσοχή του άνω οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου επιβαλλόταν και για τον πρόσθετο λόγο ότι η προς τα δεξιά ορατότητα του άνω οδηγού περιοριζόταν από το παρανόμως σταθμευμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό ...
που είχε σταθμεύσει εντός της διασταυρώσεως και ακριβώς μετά το τέλος και σε συνέχεια του μήκους της διαχωριστικής νησίδας που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού Δοϊράνης. Ωστόσο στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε και αμέλεια του ενάγοντας οδηγού της μοτοσικλέτας γιατί αυτός έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να μειώσει ακόμη περαιτέρω την ταχύτητα του οχήματος γιατί είχε περιορισμένο πεδίο ορατότητας προς τα αριστερά (παραβίαση της παρ. 3 του άρθ. 19 του ΚΟΚ) δηλαδή από την οδό Ιφιγένειας από την οποία ερχόταν το ΙΧΦ αυτοκίνητο, λόγω της παράνομης σταθμεύσεως του με αριθμό κυκλοφορίας ...
μέσα στη διασταύρωση και συγκεκριμένα μετά το τέλος και σε συνέχεια του μήκους της διαχωριστικής νησίδας που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού Δοϊράνης. Η συνυπαιτιότητα αυτή του ενάγοντας ανέρχεται σε ποσοστό 30% κατά παραδοχή και ως εν μέρει ουσία βάσιμου της προβληθείσης από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη σχετικής ενστάσεως.
Τα παραπάνω προκύπτουν και από την κατάθεση του, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εξετασθέντος μάρτυρας Π. Σ., ο οποίος ναι μεν δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, πλην όμως ήταν πράγματι αυτόπτης μάρτυς. Συγκεκριμένα ο άνω μάρτυς κατέθεσε τα ακόλουθα : "Έχω κατάστημα ακριβώς στη γωνία Δοϊράνης και Ιφιγένειας.
Ήμουνα απέξω και κάπνιζα. Το φορτηγάκι είχε περάσει, έφαγε και μια μούντζα από ένα άλλο αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο είναι γύρω στα 6 μέτρα μήκος. Η μπροστινή δεξιά ρόδα του αυτοκινήτου ήταν στο πεζοδρόμιο. Εγώ άκουσα το "μπάμ". Πριν ακούσθηκε φρενάρισμα. Εγώ έβγαλα τον άνθρωπο κάτω από το αυτοκίνητο που χτύπησε.
Η μηχανή χτύπησε με τη ρόδα μαζί με τον άνθρωπο πάνω στην μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου πάνω στο πεζοδρόμιο. Ο άνθρωπος ήταν κάτω από το αυτοκίνητο συρόμενος, ήταν ανάσκελα. Φορούσε κράνος. Είχε χτυπήσει και ήταν δίπλα στο αυτοκίνητο. Είχε χτυπήματα στα πόδια, τον σήκωσα και τον πήγα στο μαγαζί μου. Ήρθε και ο κύριος Α.
εκεί και βοήθησε και παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος και ζήτησε συγγνώμη. Από εκεί που ήμουν δεν έβλεπα το μηχανάκι. Μόνο το αυτοκίνητο είδα και άκουσα το φρενάρισμα και το "μπάμ". Η παρουσία του παραπάνω μάρτυρα Π. Σ. επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ι. Α., ο οποίος κατέθεσε ότι βγήκε κάποιος από ένα μαγαζί. "....Κατέβηκα από το αυτοκίνητο, σήκωσα τον άνθρωπο, τον πήγαμε στο μαγαζί, πήραμε τηλέφωνο.
Ήρθε ασθενοφόρο και τον πήρε, ένα μαγαζί με χαλιά ήταν". Περαιτέρω από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου Ι. Α. είχε επαρκή ορατότητα για να αντιληφθεί τα εκ δεξιών του επί της οδού Δοϊράνης ερχόμενα οχήματα και τούτο γιατί το οδηγούμενο από αυτόν αυτοκίνητο ήταν υπερυψωμένο VAN υψηλότερο από τα συνήθη ιδιωτικής χρήσεως επιβατικά αυτοκίνητα και για το λόγο αυτό είχε επαρκή προς τα δεξιά ορατότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν πρωί και ώρα 10.30.
Ενόψει των παραπάνω δεν κρίνεται ακριβής η προανακριτική από 21.10.2011 κατάθεση του οδηγού Ι. Α. στο ΤΟΤΑ, στην οποία αυτός ανέφερε ότι ήλεγξε και αφού διεπίστωσε ότι δεν υπήρχε όχημα ξεκίνησε να διασχίσει το άλλο μισό του δρόμου. Το ακριβές και αληθές είναι ότι αν ο παραπάνω είχε ελέγξει προσεκτικά θα αντιλαμβανόταν την κίνηση του ενάγοντος με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι το ΙΧΦ αυτοκίνητο σταμάτησε στο διάκενο των διαχωριστικών νησίδων και μπροστά από το παρανόμως σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας .... Και τούτο γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο είναι βέβαιο ότι θα αντιλαμβανόταν την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος και δεν θα γινόταν το ατύχημα.
Αντιθέτως οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα επιβεβαιώνουν τις παραπάνω παραδοχές περί της υπαιτιότητας του οδηγού Ι. Α. και συνυπαιτιότητας του ενάγοντος".
Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που αναφέρθηκαν, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αναφορικά ιδίως με την υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και την συντρέχουσα αμέλεια του παθόντος αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του, με αποτέλεσμα εξ αιτίας των αντιφάσεων και ελλείψεων αυτών να στερείται η προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτεί ο νόμος και να μην καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των διαπιστωθέντων από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση μετά της δέουσας πληρότητος πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία να δικαιολογείται η παραδοχή περί της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος εξ υπαιτιότητος του οδηγού του Ι.ΧΦ αυτοκινήτου με συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται:
α) πόσο μέρος (σε μέτρα) του οδοστρώματος της λωρίδας κυκλοφορίας προς Δαβάκη της οδού Δοϊράνης κατέλαβε το ΙΧΦ αυτοκίνητο κινούμενο, προκειμένου να διασχίσει αυτή και από πόση απόσταση έγινε (ή μπορούσε να γίνει) τούτο αντιληπτό από τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, έτσι ώστε να είναι δυνατός επιτυχής προς τα δεξιά αποφευκτικός ελιγμός ή πλήρης ακινητοποίησή της με πέδηση, εν όψει και της παραδοχής περί χαμηλής ταχύτητός της (20 χλ/ω), η οποία σημειωτέον ότι δεν συνάδει με εκείνη περί ανεύρεσης χαραγών, μήκους 5 μέτρων, από το σύρσιμο της μοτοσυκλέτας στο οδόστρωμα μετά την ανατροπή της.
β) δεν προσδιορίζεται η υψομετρική διαφορά του ΙΧΦ αυτοκινήτου σε σχέση με το παράνομα σταθμευμένο όχημα, λόγω της οποίας, κατά την σχετική παραδοχή, υπήρχε "επαρκής ορατότητα" για τον οδηγό του, προκειμένου να αντιληφθεί ερχόμενη την μοτοσυκλέτα, και περαιτέρω δεν διευκρινίζεται εάν εξ αυτού του λόγου (της υψομετρικής διαφοράς δηλ.) και ο οδηγός της τελευταίας είχε αντίστοιχα την δυνατότητα να αντιληφθεί (και από πόση απόσταση) το Ι.Χ φορτηγό, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικά ποίος εκ των εμπλεκόμενων φέρει ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πραγματικά αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριιθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.
Συνεπώς παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στη αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1345/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ