Supreme Court allows appeal against single-member court ruling on workers' sick leave pay and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a scientific society against a single-member court's decision regarding workers' sick leave compensation. The court found the lower court's rejection of the workers' claim for unpaid wages during their sick leave period to be legally flawed. Consequently, the decision was annulled in its entirety, the case was remanded for retrial, and the workers were ordered to pay the society's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 495, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision if the legal reasoning regarding the entitlement to sick leave wages is erroneous, remanding the case for a new trial while awarding costs to the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 789 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 789/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής - Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ανυφαντή, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 2)Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3)Ε. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 4)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 5)Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 6)Ό. Π. του Σ., κατοίκου ... και 7)Μ. Κ. του Κ., κατοίκου .... Η 2η (Ε. Κ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιπές (1η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μαλαγάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 24/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με τις προφορικά και με τις προτάσεις τους ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις α) του σωματείου με την επωνυμία "Ομοσπονδία Φορέων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας" και β)ένωσης προσώπων εργαζομένων με την επωνυμία "Ένωση εργαζομένων στην Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής - Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2643/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4495/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από 20/3/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 495, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ, πλέον, ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.
με δικηγόρο, που να έχει πληρεξουσιότητα και να έχει χορηγηθεί η πληρεξουσιότητα, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση (ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 1395/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, επί δίκης αναιρέσεως, στην οποία μετέχουν περισσότεροι, αν τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει επισπεύσει, εγκύρως, ο διάδικος, που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι? διαφορετικά, κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση (κλήση), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.
Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί, νομίμως, ως προς όλους τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ 221/2019, ΑΠ 499/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται (ΑΠ 1374/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 20.3.2019 (Γ.Α.Κ. 3094/Ε.Α.Κ. 261/27.3.2019 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος επιστημονικού σωματείου, που νομίμως εκπροσωπείται κατά των επτά (7) συνολικά αναιρεσίβλητων. Προσβάλλεται δε, η 4495/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 13.9.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 24.10.2016 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητων.
Εκκαλούμενη ήταν η 2643/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 10.12.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 24.3.2014 αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Αφορά δε, η αγωγή, απαιτήσεις των εναγουσών από παροχή εργασίας. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, στη σειρά της, η αναιρεσίβλητη Ε.
Κ. του Β., δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο και είναι απλή ομόδικος με τις υπόλοιπες αναιρεσίβλητες. Τη συζήτηση της αναιρέσεως επισπεύδει το αναιρεσείον, σύμφωνα με την από 29.7.2019 παραγγελία προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως, κάτω από το αντίγραφό της, του Κωνσταντίνου Ανυφαντή (Α.Μ. / Δ.Σ.Α. ...), ως πληρεξουσίου δικηγόρου του (αναιρεσείοντος) και την από την .../ 5.8.2019 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελητρίας περιφέρειας Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ.
Α. Δ.. Ειδικότερα, από αυτή την έκθεση επιδόσεως, που το αναιρεσείον προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως και ορισμού της ως άνω νόμιμης δικασίμου (14.1.2020) καθώς και με κλήση προς συζήτησή της, κατ' αυτή (δικάσιμο), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, στη διεύθυνση της κατοικίας της, προσωπικά, στην αναιρεσίβλητη, η οποία το παρέλαβε [άρθρα 122, 123, 124 παρ.2, 127 παρ.1, 139, 568 παρ.4 ΚΠολΔ].
Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, ως να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, ήτοι παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης Ε. Κ., που νομίμως κλητεύθηκε. Περαιτέρω, με την 2643/2015 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία.
Με την 4495/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, κατά τα εκκληθέντα κεφάλαια, που αφορούν, μόνο, τις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας τους. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμού δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 27.3.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 13.9.2018 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 4495/2018 εφετειακής αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Στα στοιχεία της δικογραφίας υπάρχει η ... / 26.2.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Ι. Π. και προκύπτει, από αυτή (έκθεση), επίδοση στον αναιρεσείον, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων της "4495/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών", ενώ προσβάλλεται η 4495/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των δύο (2) συνολικά λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(ΙΙ).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι νομίμως προτάθηκε αυτός ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
(ΙΙΙ).- Από τα άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 325, 329, 353, 655, 653, 652, 656, 281, 200, 288 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος -όπως ίσχυσαν και ισχύουν το έτος 2013- προκύπτουν (και) τα εξής: Επί συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργαζόμενος - υπάλληλος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη για τις αποδοχές από την παροχή της εργασίας του, δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως, απέχοντας από την εργασία του, έως ότου ο εργοδότης πληρώσει τις δεδουλευμένες αποδοχές του.
Η επίσχεση της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου έχει, ως συνέπεια ότι αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, υπερήμερος καθίσταται ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος. Όσο διαρκεί η υπερημερία αυτή του εργοδότη, υποχρεούται να καταβάλει τις αποδοχές - 'μισθούς υπερημερίας' στον εργαζόμενο, δηλ.
το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του καθώς και ό,τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επισχέσεως χρησιμεύει, ως έμμεσος εξαναγκασμός του εργοδότη προς εκπλήρωση της οφειλομένης αντιπαροχής του, δηλ. να πληρώσει τις δεδουλευμένες αποδοχές του εργαζομένου? ενώ ο τελευταίος απαλλάσσεται, οριστικώς, από την υποχρέωση παροχής της εργασίας του, δηλ.
δεν υποχρεούται, μετά την άρση της επισχέσεως της εργασίας του, να εργασθεί σε άλλο χρόνο. Η καταχρηστική άσκηση από τον εργαζόμενο του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας είναι παράνομη και δεν καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο. Καταχρηστικώς ασκείται το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας (και) όταν δεν υπάρχει χρονικώς αξιόλογη καθυστέρηση εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του εργοδότη (πληρωμή των αποδοχών του εργαζομένου) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, όπως στην κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεώς του από λανθασμένες επιχειρηματικές επιλογές ή σε ολιγωρία του για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων προς αντιστροφή της πτωτικής οικονομικής πορείας της επιχειρήσεώς του και οφείλεται σε απρόβλεπτες ή εξαιρετικώς δυσμενείς περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν η ληξιπρόθεσμη οφειλή είναι ασήμαντη ή όταν η επίσχεση δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση των αξιώσεων του εργαζομένου ή όταν προκαλεί δυσανάλογη ζημία στην επιχείρηση σε σχέση προς το σκοπούμενο αποτέλεσμα (ΑΠ 145/2019, ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1502/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4495/2018 απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως από τις αναιρεσίβλητες του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας τους, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον αναφέρει ότι παραδεκτώς, κατ' ένσταση, πρωτοδίκως, καθώς και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρίσθηκε ότι το ίδιο είναι σωματείο, που χρηματοδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο, (μερικώς, από το Ε.Σ.Π.Α. και μερικώς από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) και έχει ως σκοπό την από ασυλοποίηση ψυχικώς νοσούντων ατόμων και την επανένταξή τους στην κοινωνία? ότι στον χρόνο, που ενδιαφέρει (Ιανουάριος 2013 - Ιούλιος 2013), δεν υπήρξε, από τις πηγές χρηματοδοτήσεώς του, ροή χρηματοδοτήσεων? ότι στις έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων υπήρχε ο όρος ότι οι μηνιαίες αποδοχές τους, ύψους 900 - 1200 ευρώ περίπου για καθεμία από αυτές, θα καταβάλλονται, κατά τη ροή των χρηματοδοτήσεων του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ότι επί πλέον, κατά τους χρόνους επισχέσεως της εργασίας των αναιρεσιβλήτων (συνολικό χρονικό διάστημα, 1.8.2013 - 8.1.2014), η λειτουργία του, με το υπόλοιπο προσωπικό του, κατέστη σχεδόν αδύνατη, με επαπειλούμενη βλάβη της υγείας των τότε (36) ατόμων - τροφίμων του, ψυχικώς νοσούντων ώστε η επίσχεση εργασίας να μην αποτελεί πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση των αξιώσεων - πληρωμή των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων? και ότι η άσκηση, συνεπώς, του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας είναι καταχρηστική, η δε αγωγή, ως προς το κεφάλαιο, που αφορά αποδοχές - μισθούς υπερημερίας των αναιρεσιβλήτων στους επίδικους χρόνους είναι απορριπτέα.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του παραδεκτού πρώτου λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:
-Με την 2643/2015 πρωτόδικη απόφαση, (Α).- η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία κατά την κυρία βάση της (από τη σύμβαση εργασίας) και ως προς δύο (2), μόνο, κεφάλαιά της, ήτοι αυτά, που αφορούν (i).- αποδοχές - μισθούς υπερημερίας, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας από όλες τις αναιρεσίβλητες - εργαζόμενες, στο χρονικό διάστημα 'από την επομένη' της επισχέσεως της εργασίας μέχρι και την καταγγελία από το αναιρεσείον - εργοδότη της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκάστης αναιρεσίβλητης και (ii).- δεδουλευμένες αποδοχές - 'επίδομα τριετιών' για τις αναιρεσίβλητες Α.
Κ. στο χρονικό διάστημα από 1.12.2012 μέχρι 31.12.2012 και Μ. Μ. στο χρονικό διάστημα από 1.9.2012 μέχρι 31.12.2012, δηλ. σε χρονικά διαστήματα πριν από την επίσχεση εργασίας και (Β).- η αγωγή απορρίφθηκε στην ουσία, ως προς τις βάσεις της, κύρια και επικουρική, κατά τα λοιπά κεφάλαια. Επίσης, απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία, η κριθείσα νόμιμη ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για επίσχεση της εργασίας τους.
Μετά ταύτα, το αναιρεσείον υποχρεώθηκε να καταβάλει, με το νόμιμο δικονομικό τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, (1).- στην αναιρεσίβλητη Α. Τ. το ποσό των (5.605,60) ευρώ για αποδοχές, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας της, στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 27.12.2013, (2).- στην αναιρεσίβλητη Ε. Κ. το ποσό των (4.091,10) ευρώ για αποδοχές, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας της, στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 27.12.2013, (3).- στην αναιρεσίβλητη Ε.
Λ. το ποσό των (4.808) ευρώ, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας της στο χρονικό διάστημα από 30.8.2013 μέχρι 27.12.2013, (4).- στην αναιρεσίβλητη Α. Κ. το ποσό των (5.787,60) ευρώ για αποδοχές, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας της, στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014 καθώς και το ποσό των (75,90) ευρώ για επίδομα δεύτερης τριετίας, στο πιο πάνω χρονικό διάστημα από 1.12.2012 μέχρι 31.12.2012, (5).- στην αναιρεσίβλητη Μ.
Μ. το ποσό των (5.428,60) ευρώ για αποδοχές, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας της, στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014 καθώς και το ποσό των (267,20) ευρώ για επίδομα πρώτης τριετίας, στο πιο πάνω χρονικό διάστημα από 1.9.2012 μέχρι 31.12.2012, (6).- στην αναιρεσίβλητη Ό. Π. το ποσό των (6.073,60) ευρώ για αποδοχές, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας της, στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014 και (7).- στην αναιρεσίβλητη Μ.
Κ. το ποσό των (4.341,60) ευρώ για αποδοχές, συνεπεία επισχέσεως της εργασίας της, στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014.
-Από τα ταυτάριθμα με την 2643/2015 απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, την 8.6.2015, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το αναιρεσείον, παραδεκτώς, είχε προτείνει στο πρωτόδικο δικαστήριο τον ως άνω ισχυρισμό (ένσταση) για καταχρηστική άσκηση από τις αναιρεσίβλητες του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας τους. Επίσης, από το δικόγραφο της εφέσεως, με ημερομηνία 24.10.2016, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο ίδιος ισχυρισμός (ένσταση) επαναφέρεται στο εφετείο, με λόγο εφέσεως.
-Η 4495/2018 απόφαση, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα παρακάτω ουσιώδη, ως προς το μοναδικό εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, που αφορά, ως άνω, υπό στοιχείο (i), τις αποδοχές - μισθούς υπερημερίας, συνεπεία της επισχέσεως της εργασίας των αναιρεσιβλήτων [δεν είναι εκκληθέν το έτερο κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, που αφορά, ως άνω, υπό στοιχείο (ii), τις δεδουλευμένες αποδοχές - 'επίδομα τριετιών' για τις αναιρεσίβλητες Α.
Κ., ποσού 75,90 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 μέχρι 31.12.2012 και Μ. Μ., ποσού 267,20 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2012 μέχρι 31.12.2012 και, κατά το κεφάλαιο αυτό, η 2643/2015 πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη (άρθρο 321 ΚΠολΔ)]: "Το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον)... είναι σωματείο χρηματοδοτούμενο από το Ελληνικό Δημόσιο και δη, εν μέρει, μέσω του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και, εν μέρει, μέσω του ΕΣΠΑ, με σκοπό την αποασυλοποίηση ψυχικά νοσούντων ατόμων και επανένταξή τους στην κοινωνία.
Έτσι, για την υλοποίηση του σκοπού του αυτού, προσέλαβε τις ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Οι τελευταίες, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, ασκούσαν τα καθήκοντά τους, με αυξημένη επιμέλεια και πίστη προς αυτό (σωματείο) και προέκυψε ότι συμμορφώνοντο στον όρο, που, εγγράφως, αποδέχθηκαν και συμπερίληφθηκε στις συμβάσεις, που υπέγραψαν ότι δηλαδή, οι μηνιαίες αποδοχές τους θα καταβάλλοντο, σύμφωνα με την εντολή και τη ροή των χρηματοδοτήσεων του Υπουργείου Υγείας και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής ποσών από τις πηγές χρηματοδότησης προς το σωματείο θα καθυστερούσαν, αντίστοιχα και οι πληρωμές των αποδοχών τους, δοθέντος ότι παρότι το σωματείο καθυστερούσε, επανειλημμένα, την πληρωμή των αποδοχών τους, εκείνοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τις συμβατικές δεσμεύσεις, που είχαν αναλάβει.
Προέκυψε δε ότι από τις αρχές του έτους 2013, το ... σωματείο καθυστερούσε και πάλι την πληρωμή των αποδοχών τους και οι ενάγουσες διαμαρτυρήθηκαν προς τη διοίκησή του, επισημαίνοντας τη δυσχερέστατη οικονομική κατάσταση, που είχαν περιέλθει. Παρά ταύτα, το ... σωματείο ουδέν ποσό τους κατέβαλε. Μετά ταύτα, επειδή, από τον Ιούλιο του 2013, το ...
σωματείο είχε καταστεί υπερήμερο, ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών επτά μηνών, ήτοι από Ιανουάριο έως και Ιούλιο του 2013, οι ενάγουσες άσκησαν νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι τελευταίες από την πρόσληψή τους και εντεύθεν υπέμειναν, αδιαμαρτύρητα, την επανειλημμένη, αλλά και πολύμηνη καθυστέρηση των αποδοχών τους, ενώ, παράλληλα, για το ένδικο χρονικό διάστημα, είχαν εξαντλήσει κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, προκειμένου να αξιώσουν τα δεδουλευμένα τους, έτσι ώστε κατέφυγαν στη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως και, μάλιστα, μόνο, όταν αυτές περιήλθαν σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση, που έθετε, πλέον, σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωσή τους.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι ο ισχυρισμός του ... σωματείου ότι δηλαδή το δικαίωμα επίσχεσης των εναγουσών ασκήθηκε καταχρηστικά ... είναι ουσιαστικά αβάσιμος, ήχθη σε ορθή κρίση και, κατά συνέπεια, ο λόγος της από 24.10.2016 ... εφέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος" Με τις προηγούμενες παραδοχές, το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 281 ΑΚ, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ? έτσι, στέρησε την 4495/2018 απόφασή του νόμιμης βάσεως, επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ.
της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας από τις αναιρεσίβλητες (άρθρο 281 ΑΚ). Ειδικότερα, η 4495/2018 απόφαση δεν διαλαμβάνει (α).- τη ροή προς το αναιρεσείον των χρηματοδοτήσεων, στον χρόνο, που ενδιαφέρει (Ιανουάριος 2013 - Ιούλιος 2013), από τις οποίες εξαρτάται η πληρωμή των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, (β).- τα άλλα πρόσφορα μέσα, που οι αναιρεσίβλητες είχαν εξαντλήσει για το ένδικο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αξιώσουν τα δεδουλευμένα τους, (γ).- το ύψος των μηνιαίων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, (δ).- πως λειτούργησε το αναιρεσείον για την επίτευξη του σκοπού του, που είναι η αποασυλοποίηση ψυχικώς νοσούντων ατόμων και η επανένταξή τους στην κοινωνία, κατά τον χρόνο επισχέσεως της εργασίας των αναιρεσιβλήτων, σε σχέση και προς τον αριθμό, τον χρόνο εκείνο, των ψυχικώς νοσούντων ατόμων - τροφίμων του αναιρεσείοντος? δηλαδή, αν, λόγω της επισχέσεως της εργασίας των αναιρεσιβλήτων, επαπειλήθηκε βλάβη της υγείας των τροφίμων.
Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στις υπό στοιχεία (ΙΙ) και (ΙΙΙ) νομικές σκέψεις, πρέπει, με την παραδοχή και ως βασίμου, του π ρ ώ τ ο υ παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η 4495/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της, δηλ. ως προς το μοναδικό της κεφάλαιο, που αφορά τις επιδικασθείσες αποδοχές / μισθούς υπερημερίας, συνεπεία της επισχέσεως εργασίας των αναιρεσιβλήτων, μετά την απόρριψη, ως αβάσιμης στην ουσία, της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως και, ειδικότερα, όσον αφορά (1).- τις αποδοχές, ποσού (5.605,60) ευρώ στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 27.12.2013, της αναιρεσίβλητης Α.
Τ., (2).- τις αποδοχές, ποσού (4.091,10) ευρώ στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 27.12.2013, της αναιρεσίβλητης Ε. Κ., (3).- τις αποδοχές, ποσού (4.808) ευρώ στο χρονικό διάστημα από 30.8.2013 μέχρι 27.12.2013, της αναιρεσίβλητης Ε. Λ., (4).- τις αποδοχές, ποσού (5.787,60) ευρώ στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014, της αναιρεσίβλητης Α. Κ., (5).- τις αποδοχές, ποσού (5.428,60) ευρώ στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014, της αναιρεσίβλητης Μ.
Μ., (6).- τις αποδοχές, ποσού (6.073,60) ευρώ στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014, της αναιρεσίβλητης Ό. Π. και (7).- τις αποδοχές, ποσού (4.341,60) ευρώ στο χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 8.1.2014, της αναιρεσίβλητης Μ. Κ.. Παρέλκει δε, η έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ].
Οι αναιρεσίβλητες, ως ηττηθείσες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζεται στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2, 180 παρ.1 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 4495/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26 Μαΐου 2020.
Η
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας
ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7 Ιουλίου 2020.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ