Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling, finding error in applying civil procedure law to forest damage claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a lower court's decision to dismiss an objection based on res judicata. The appellant argued that the first-instance court incorrectly applied civil procedure rules to a forest damage claim already finalized by a prior administrative agreement. The court held that the lower court erred in law by failing to recognize the specific procedural framework for such claims, thereby overturning the dismissal and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 61 paras 1-4 of Law 86/1969; Art. 73 para 1 of the Forest Code; Art. 115 paras 1-2 of Presidential Decree 11/12-11-1929: An objection filed before the commencement of enforcement proceedings regarding a forest damage claim is inadmissible only if the substantive validity of the claim is already definitively established by a prior final judicial decision; otherwise, the lower court must apply the specific procedural rules governing such claims rather than general civil procedure rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 789 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 789/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Δανιηλίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών" και ήδη των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με τις επωνυμίες 1) "Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας", που εδρεύει στην … και 2) "...", που εδρεύει στην …, που εκπροσωπούνται νόμιμα και ως καθολικών διαδόχων του Ν.Π.Δ.Δ. "Κοινό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών" και 3) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω από τον κ. Προϊστάμενο της ... Αττικής και από τον κ. ..., που κατοικοεδρεύουν στην …. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3726/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου, που ασκείται κατά του νομίμου τίτλου και της ατομικής προσκλήσεως Δημοσίου Ταμείου, προς πληρωμή χρηματικού ποσού, οφειλομένου σε ν.π.δ.δ. (Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και ...) ως αποζημιώσεως, συνεπεία διακατοχικής πράξεως και παρανόμου χρήσεως δημοσίου δάσους πεύκης, η οποία προσδιορίζεται, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 61 παρ 1 έως 4 του ν.δ. 86/1969, όπως η παρ 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ 1 του ν.δ. 996/1971, με πρωτόκολλο του αρμοδίου Δασάρχου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), εκδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ 1 του ιδίου ΚΕΔΕ, κατά την καθιερουμένη με τα άρθρα 583 - 585 ΚΠολΔ τακτική διαδικασία. Επομένως, κατ’ αυτήν, εν όψει της παρ 7 του άρθρου 61 του ν.δ. 86/1969, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ 2 του ν.δ. 996/1971, με την οποία ορίζεται ότι η κατά τις προηγούμενες παραγράφους του ιδίου άρθρου ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και προσδιορισμού αποζημιώσεως δεν εμποδίζει την επιδίωξη των εκατέρωθεν δικαιωμάτων κατά την τακτική διαδικασία, ως και η προκειμένη, δεν ισχύει δεδικασμένο από την απόφαση που εκδόθηκε κατά την προηγηθείσα εκείνη διαδικασία, της ανακοπής δηλαδή κατά του πρωτοκόλλου (ΑΠ 639/1989).
Συνεπώς η άσκηση της ανακοπής προκαλεί ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 85/1991, ΟλΑΠ 34/1996), στο πλαίσιο της οποίας τα σχετικά ζητήματα εξετάζονται μόνο παρεμπιπτόντως, ως προδικαστικά ζητήματα και όχι ως αντικείμενο της δίκης, γι’ αυτό και το δεδικασμένο από την αντίστοιχη απόφαση περιορίζεται μόνο στο ζήτημα του κύρος του ανακοπτομένου πρωτοκόλλου και δεν καλύπτει τα παρεμπιπτόντως ερευνώμενα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων.
Δηλαδή το δεδικασμένο αυτό εμποδίζει να καταστεί ξανά επίδικο μόνο το ζήτημα του κύρους του πρωτοκόλλου, που σημαίνει ότι αποκλείεται είτε νέα ανακοπή προς ακύρωση του αυτού πρωτοκόλλου, αν απορρίφθηκε ήδη προηγούμενη ανακοπή, είτε η έκδοση νέου πρωτοκόλλου, αν ακυρώθηκε το αρχικό πρωτόκολλο και δεν υπήρξε έκτοτε μεταβολή της νομικής και πραγματικής καταστάσεως, με βάση την οποία αυτό εκδόθηκε.
Κατά ταύτα, το δεδικασμένο από την απόφαση ακυρώσεως του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής δεν εκτείνεται στη δίκη επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση του αυτού ακινήτου κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από το αυτό πρόσωπο, οπότε και δεν νομιμοποιείται αυτομάτως έναντι του Δημοσίου η χρήση του από το πρόσωπο αυτό, αλλά θα αξιολογηθεί αυτοτελώς, με βάση τα ουσιαστικά δικαιώματα, που παρεμπιπτόντως ερευνώνται, χωρίς όμως και να καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 929/2014, 1823/2012).
Εν προκειμένω, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "... Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11- 1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση...
Με την από 4.3.2009 ανακοπή του, ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος, ζήτησε να ακυρωθούν α) η υπ’ αριθ. ....2.2009 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της ..., β) η υπ’ αριθ. Α.Τ. .../27.1.2009 βεβαίωση χρέους του ιδίου Προϊσταμένου και γ) το υπ’ αριθ. .../23.7.1997 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του ..., όσον αφορά το δεύτερο μέρος του, περί βεβαιώσεως εις βάρος του 200.000 δραχμές ως αποζημίωση για φθορά δασικής βλάστησης και 400.000 δραχμές ως αποζημίωση λόγω παρανόμου χρήσεως Δημοσίου Δάσους και να επιβληθεί σε βάρος των αντιδίκων του η δικαστική του δαπάνη.
Επί της ανακοπής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκαν η ατομική ειδοποίηση, η βεβαίωση χρέους και το ΠΔΑ ως προς την επιβολή αποζημιώσεως για φθορά και αποζημιώσεως λόγω παρανόμου χρήσεως Δημοσίου Δάσους... Από την επανεκτίμηση... αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Με το υπ’ αριθ. .../23.7.1997 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της ..., διατάχθηκε η αποβολή του ανακόπτοντος και ήδη εφεσιβλήτου από το φερόμενο ως καταληφθέν από αυτόν ακίνητο (δημόσιο δάσος Πεύκης) ευρισκόμενο στη θέση "...", εκτάσεως 275 τ.μ. Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε κατά του ως άνω πρωτοκόλλου την από 2.5.1998 ανακοπή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 931/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία ακυρώθηκε το εκδοθέν πρωτόκολλο.
Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 334/2006 απόφαση, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με το σκεπτικό ότι ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά προς άσκηση της ανακοπής, καθ’ ότι νομιμοποιείται μόνο ο κύριος της επίδικης έκτασης και ο ίδιος δεν ήταν κύριος.
Μάλιστα ρητά με το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, επικυρώθηκε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο "ως προς όλες τις διατάξεις του", άρα και ως προς τη διάταξη που αφορούσε την επιβολή αποζημιώσεως για φθορά και παράνομη χρήση Δημοσίου Δάσους. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την επικύρωση αυτή παράγεται οριστικό δεδικασμένο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου για την είσπραξη του συγκεκριμένου εσόδου.
Επομένως η κρινόμενη ανακοπή, που έχει χαρακτήρα ανακοπής πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, είναι απαράδεκτη, διότι οι λόγοι που περιέχει, αναγόμενοι στην ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης του Δημοσίου, προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και στο δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία επικυρώθηκε η διάταξη του πρωτοκόλλου που αφορούσε το ύψος του ποσού της αποζημίωσης για φθορά και αυθαίρετη χρήση...".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το ως άνω δικαστήριο, εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 115, παρ.1 και 2, του Π. Δ/τος 11/12-11-1929, όπως ισχύει, και απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εφ’ όσον με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζεται η περίπτωση τής χωρίς συμβατική σχέση καρπώσεως ή χρησιμοποιήσεως δημοσίων εν γένει κτημάτων.
Συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση εφαρμοστέες ενταύθα τυγχάνουν οι ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 61 παρ 1 έως 4 του ν.δ. 86/1969. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, δια των οποίων προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, και να παραπεμφθεί, συμφώνως προς το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθούν τα αναιρεσίβλητα Ταμεία και το Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα αυτού, που υπέβαλε προτάσεις, μετά από σχετικό αίτημά του (176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) - τα οποία, όμως, πρέπει να περιορισθούν κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957 - ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 3726/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατατέθηκε.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τα αναιρεσίβλητα Ταμεία και το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ