Supreme Court annuls lower court decision and dismisses plaintiffs' claim as illegal due to misapplication of constitutional and statutory provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the plaintiffs' claim and retained the case for further proceedings. The lower court had incorrectly interpreted and applied specific articles of the Constitution and relevant laws concerning the plaintiffs' rights. Consequently, the Supreme Court dismissed the claim as illegal while ordering the costs to be shared between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) of the Constitution; Articles 24 and 28 of Law 3205/2003; The Supreme Court annuls a lower court decision where the court erroneously interpreted and applied substantive law provisions, thereby dismissing the claim as illegal and retaining the case for judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 789 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 789/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ Σταυρούλα Καλαμπαλίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., 2. Β. Β., κατοίκου ..., 3.Τ. Β. του Θ., κατοίκου ..., 4.Χ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 5.Ε. Γ. του Π., κατοίκου ..., 6.Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., 7. Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., 8. Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 9.Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 10.Α. Λ. του Β., κατοίκου ..., 11.Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 12.Π. Ο. του Χ., κατοίκου ..., 13.Π. Π. του Π., κατοίκου ..., 14. Χ. Π. Α., κατοίκου ..., 15.Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 16.Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 17.Κ. Τ. του Γ. και 18.Χ. Τ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η με αριθμό 54/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητάει το αναιρεσείον με την από 4-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 16-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω στο άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κωδικός των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/31.10.2014 ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ’ εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".
Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, υπογεγραμμένο από δικηγόρο, κατά την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. ...28.7.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ι. Χ., προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ’ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως για την αρχική δικάσιμο της 27.9.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (24.2.2017), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Γ.
Κ., ο οποίος έχει, για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων, υπογράψει και καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά την 6.3.2007 την ένδικη αγωγή καθώς επίσης έχει υπογράψει και καταθέσει την 8.11.2007 προτάσεις ενόψει της συζητήσεως της αγωγής, ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, η οποία δικάστηκε ερήμην των αναιρεσιβλήτων και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ’ αριθ. 54/2010 απόφαση (βλ.
την προσβαλλομένη απόφαση). Ο εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
H διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31.12.2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1.1.2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31.12.2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1.1.2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (ολ.
ΑΠ 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ως προς τους αναιρεσιβλήτους τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες εργάστηκαν ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς και συγκεκριμένα: 1)...2) ο δεύτερος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Β.
Δ.) εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς: α)από 16.9.2005 έως 22.6.2006 και β) από 1.9.2006 έως 20.1.2007, 3)... 4) ο τέταρτος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Β. Β.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, από 13.9.2004 έως 22.6.2005, 5) ο πέμπτος (ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος Β.
Τ.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-11: α) από 7.10.2002 έως 1.7.2003, β) από 10.9.2003 έως 1.7.2004, γ) από 9.9.2004 έως 1.7.2005, στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, δ) από 17.10.2005 έως 22.6.2006 και ε) από 3.10.2006 έως 20.1.2007, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, 6) ο έκτος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος Β. Χ.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-11, στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς από 8.10.2004 έως 1.7.2005, 7)..., 8)... 9) η ένατη (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη Γ.
Ε.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς: α) από 11.9.2003 έως 21.6.2004, β) από 13.9.2004 έως 22.6.2005 και γ) από 1.11.2006 έως 20.1.2007, 10) ο δέκατος (ήδη έκτος αναιρεσίβλητος Γ. Ι.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-11: α) από 22.10.2001 έως1.7.2002, β) από 19.9.2002 έως 1.7.2003, γ) από 10.9.2003 έως 1.7.2004, δ) από 13.9.2004 έως 1.7.2005, στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, ε) από 13.10.2005 έως 21.6.2006, και στ) από 29.9.2006 έως 20.1.2007, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, 11) η ενδέκατη (ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη Δ.
Π.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-60, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, από 6.10.2005 έως 30.6.2006, 12)..., 13)...,14) η δέκατη τέταρτη (ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη, Κ. Κ.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, από 15.9.2006 έως 20.1.2007, 15)..., 16) η δέκατη έκτη (ήδη ένατη αναιρεσίβλητη Κ.
Α.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-60, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς: α) από 1.3.2002 έως 21.6.2002, β) από 1.9.2003 έως 21.6.2004 και γ) από 14.9.2004 έως 21.6.2005, 17) η δέκατη έβδομη (ήδη δέκατη αναιρεσίβλητη Λ. Α.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-11: α) από 7.10.2002 έως 30.6.2003, β) από 10.9.2003 έως 30.6.2004, γ) από 13.9.2004 έως 30.6.2005, στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, δ) από 13.10.2005 έως 21.6.2006, ε) από 29.10.2006 έως 30.1.2007, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, 18) η δέκατη όγδοη (ήδη ενδέκατη αναιρεσίβλητη Μ.
Μ.) εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς: α)από 14.9.2004 έως 22.6.2005, β) από 5.9.2005 έως 16.6.2006 και γ) από 5.9.2006 έως 20.1.2007, 19) ..., 20) η εικοστή (ήδη δωδέκατη αναιρεσίβλητη Ο. Π.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-60, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς: α) από 1.1.2002 έως 21.6.2002, β) από 11.9.2002 έως 21.6.2003, γ) από 1.9.2003 έως 21.6.2004, δ) 13.9.2004 έως 21.6.2005 και ε) από 5.9.2005 έως 20.1.2007, 21)... 22) η εικοστή δεύτερη (ήδη δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη Π.
Π.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ- 60, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, από 13.9.2006 έως 20.1.2007, 23)...,24) η εικοστή τέταρτη (ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη Π. Χ.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς: α) από 30.9.2005 έως 22.6.2006 και β) από 1.9.2006 έως 20.1.2007, 25) η εικοστή Πέμπτη (ήδη δέκατη πέμπτη αναιρεσίβλητη Π.
Γ.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, από 19.9.2006 έως 20.1.2007, 26) η εικοστή έκτη (ήδη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη Σ. Α.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς: α) 12.9.2005 έως 22.6.2006 και β) από 1.9.2006 έως 20.1.2007, 27)..., 28) η εικοστή όγδοη (ήδη δέκατη έβδομη αναιρεσίβλητη Τ.
Κ.), εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-70, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, από 16.9.2005 έως 19.6.2006, 29) ο εικοστός ένατος (ήδη δέκατος όγδοος αναιρεσίβλητος Τ. Χ., εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ-11: α)από 1.1.2002 έως 1.7.2002, β) από 19.9.2002 έως 1.7.2003 γ) από 10.9.2003 έως 1.7.2004, δ) από 13.9.2004 έως 1.7.2005, στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς, ε) από 17.10.2005 έως 22.6.2006 και στ) από 17.10.2006 έως 20.1.2007, στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς...και υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους Ο.Τ.Α.
και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό καθιερώθηκε και ίσχυε από 1.1.1984 και εντεύθεν με το Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 με το Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με το Ν. 3205/2003, δικαιούμενοι όλες τις παροχές που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους δικαιολογημένα καταβάλλονταν σ’ αυτούς.
Το δικαίωμά τους αυτό είναι νόμιμο καθόσον αφορά και την ένδικη παροχή, διότι αυτή έχει ήδη χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και Ν.Π.Δ.Δ., χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της, εξ αρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ν. 2470/1997 με τις ύστερες τροποποιήσεις του, αλλά και την αντίστοιχη του Ν. 3205/2003.
Κατά συνέπεια και επειδή η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων οι οποίοι τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες από την απόληψη της παροχής αυτής ως στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος).
Για την αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, νόμιμα οι ενάγοντες ζητούν την επιδίκαση της ένδικης μισθολογικής παροχής που προβλέπεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 3016/2002 και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες ΚΥΑ, επικαλούμενοι ως μέτρο σύγκρισης τους συναδέλφους τους στις λοιπές υπηρεσίες της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, και στα ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από αυτό, Ανάπτυξης, Πολιτισμού, εφόσον υπάγονταν και αυτοί στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 και εν συνεχεία του Ν. 3205/2003.
Δηλαδή, εφόσον πληρούσαν τη μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ένδικης παροχής, καθώς ουδεμία μνεία γίνεται τόσο στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, όσο και στις ΚΥΑ, για ειδική αιτιολόγηση της καταβολής, αναγόμενη λ.χ. στο είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητώς κατονομαζομένων δικαιούχων αυτής.
Το γεγονός δε ότι καταβάλλονταν στους ενάγοντες και άλλο επίδομα (εξωδιδακτικής απασχόλησης) δεν παρεμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσής τους σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, καθώς η εν λόγω παροχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας τους, συνεπώς τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και συνεπώς είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.
Δέχθηκε περαιτέρω το Ειρηνοδικείο ότι ο καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται την ανωτέρω πρόσθετη μηνιαία παροχή που ανέρχεται: 1) για τον δεύτερο από αυτούς (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) για το χρονικό διάστημα από 16.9.2005 έως 22.6.2006 στο ποσό των 1.619,20 (9 μήνες + 6 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 1.9.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 821,33 (4 μήνες + 20 ημέρες X 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 2.440,53 ευρώ, 2) για τον τέταρτο (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) για το χρονικό διάστημα από 16.3.2005 έως 22.6.2005 στο ποσό των 563,20 (3 μήνες + 6 ημέρες Χ 176) ευρώ, 3) για τον πέμπτο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) για το χρονικό διάστημα από 28.12.2003 έως 1.7.2004 στο ποσό των 1.073,60 (6 μήνες + 3 ημέρες Χ 176) ευρώ, από 9.9.2004 έως 1.7.2005 στο ποσό των 1.713,06 (9 μήνες + 22 ημέρες Χ 176) ευρώ, από 17.10.2005 έως 22.6.2006 στο ποσό των 1.437,33 (8 μήνες + 5 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 3.10.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 633,60 (3 μήνες + 18 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 4.857,59 ευρώ, 4) για τον έκτο (ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο) για το χρονικό διάστημα από 16.3.2005 έως 1.7.2005 στο ποσό των 616 (3 μήνες + 15 ημέρες Χ 176) ευρώ, 5) για την ένατη (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 16.3.2005 έως 22.6.2005 στο ποσό των 563,20 (3 μήνες + 6 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 1.11.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 469,33 (2 μήνες + 20 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 1.032,53 ευρώ, 6) για το δέκατο (ήδη έκτο αναιρεσίβλητο) για το χρονικό από 16.3.2005 έως 1.7.2005 στο ποσό των 616 (3 μήνες + 15 ημέρες Χ 176) ευρώ, από 13.10.2005 έως 21.6.2006 στο ποσό των 1.460,80 (8 μήνες + 9 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 29.9.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 657,06 (3 μήνες + 22 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 2.733,86 ευρώ, 7) για την ενδέκατη (ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 6.10.2005 έως 30.6.2006 στο ποσό των 1.554,66 (8 μήνες + 25 ημέρες Χ 176) ευρώ, 8) για τη δέκατη τέταρτη (ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 15.9.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 739,20 (4 μήνες + 6 ημέρες Χ 176) ευρώ, 9) για τη δέκατη έκτη (ήδη ένατη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 16.3.2005 έως 21.6.2005 στο ποσό των 563,20 (3 μήνες + 6 ημέρες Χ 176) ευρώ, 10) για τη δέκατη έβδομη (ήδη δέκατη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 16.3.2005 έως 30.6.2005 στο ποσό των 616 (3 μήνες + 15 ημέρες Χ 176) ευρώ, από 13.10.2005 έως 21.6.2006 στο ποσό των 1.460,08 (8 μήνες + 9 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 29.10.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 481,06 (2 μήνες + 22 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 2.557,14 ευρώ, 11) για τη δέκατη όγδοη (ήδη ενδέκατη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 14.9.2004 έως 22.6.2005 στο ποσό των 1.630,93 (9 μήνες + 8 ημέρες Χ 176) ευρώ, από 5.9.2005 έως 16.6.2006 στο ποσό των 1.654,40 (9 μήνες + 12 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 5.9.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 797,86 (4 μήνες + 16 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς το ποσό των 4.083,19 ευρώ, 12) για την εικοστή (ήδη δωδέκατη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 16.3.2005 έως 21.6.2005 στο ποσό των 563,20 ευρώ (3 μήνες + 6 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 5.9.2005 έως 20.1.2007 στο ποσό των 797,86 (4 μήνες + 16 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 1.361,06, 13) για την εικοστή δεύτερη (ήδη δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 13.9.2006 έως 20.1.2007 το ποσό των 750,93 (4 μήνες + 8 ημέρες Χ 176) ευρώ, 14) για την εικοστή τέταρτη (ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 30.9.2005 έως 22.6.2006 στο ποσό των 1.537,06 (8 μήνες + 22 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 1.9.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 821,33 (4 μήνες + 20 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 2.358,39 ευρώ, 15) για την εικοστή πέμπτη (ήδη δέκατη πέμπτη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 19.9.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 715,73 (4 μήνες + 2 ημέρες Χ 176) ευρώ, 16) για την εικοστή έκτη (ήδη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 12.9.2005 έως 22.6.2006 στο ποσό των 1.642,66 (9 μήνες + 10 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 1.9.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 821,33 (4 μήνες + 20 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 2.463,99 ευρώ, 17) για την εικοστή όγδοη (ήδη δέκατη έβδομη αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 16.9.2005 έως 19.6.2006 στο ποσό των 1.607,46 (9 μήνες + 4 ημέρες Χ 176) ευρώ και 18) για τον εικοστό ένατο (ήδη δέκατο όγδοο αναιρεσίβλητο) για το χρονικό διάστημα από 28.12.2003 έως 1.7.2004 στο ποσό καν 1.073,36 (6 μήνες + 3 ημέρες Χ 176) ευρώ, από 13.9.2004 έως 1.7.2005 στο ποσό των 1.689,60 (9 μήνες + 18 ημέρες Χ 176) ευρώ, από 17.10.2005 έως 22.6.2006 στο ποσό των 1.437,33 (8 μήνες + 5 ημέρες Χ 176) ευρώ και από 17.10.2006 έως 20.1.2007 στο ποσό των 551,46 (3 μήνες + 4 ημέρες Χ 176) ευρώ και συνολικώς στο ποσό των 4.751,75 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους αναιρεσιβλήτους και επιδίκασε το συνολικά αναφερόμενο ανωτέρω ποσό στον καθένα , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση. Με την κρίση του αυτή και με βάση τα προεκτεθέντα, το Ειρηνοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002, 13 του ν. 2738/1999, 24 και 28 του ν. 3205/2003.
Επομένως και οι τρεις, ενιαία εκτιμώμενοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών είναι βάσιμοι. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ.1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, που ευδοκίμησαν, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους και είχε γίνει δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση, είναι μη νόμιμη. Επομένως, εφόσον το Ειρηνοδικείο είχε απορρίψει, τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κεφάλαιο ως προς το οποίο αυτή δεν προσβάλλεται, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η αγωγή, κατά το αντίστοιχο μέρος της, ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθoύν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 54/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά.
ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της αγωγής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 20.1.2007 με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 36/6.3.2007 αγωγή κατά το μέρος της που ασκήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους.
Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ