Legislator Case Law & Legislation
789/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment due to insufficient reasoning on fraud duration and corporate composition changes.

Case Number 789/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a final judgment, remanding the case for retrial. The court found the lower court failed to adequately explain the duration of the alleged fraudulent conduct or justify the defendant's continued active participation in company affairs after the statutory amendment was published. Consequently, the decision was set aside in its entirety, and the case was sent back to the same court for further examination by different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 533, 536, 552, 553, 556 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible if the lower court fails to provide sufficient reasoning regarding the duration of fraudulent conduct or the justification for a party's continued active participation in corporate matters after a statutory change.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning fraud duration corporate composition remittal for retrial active participation statutory amendment

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 533, 536, 552, 553, 556 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 789 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 789/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΦΟΡΚΥΣ Α.Ε." που προήλθε μετά από απορρόφηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαφαζάνο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1061/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4782/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/6/2010 αίτησή του και τους από 18/6/2014 πρόσθετους λόγους αυτής καθώς και με την από 26/5/2010 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 6/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι, ως και οι πρόσθετοι λόγοι, της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αυτής και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναίρεσης, αυτεπάγγελτα εξεταζόμενες, είναι, μεταξύ άλλων, η απεύθυνση αυτής κατ' απόφασης υποκειμένης σε αναίρεση (άρθ. 552, 553, 554 ΚΠολΔ) και η άσκησή της μέσα στην οριζομένη από το νόμο προθεσμία (άρθ. 564 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθ. 522, 533, 536, 552, 553 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, ακολούθως δε απορριφθεί ή γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απόφαση ως προς τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που προσβλήθηκαν (παραδεκτά) με έφεση και μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο, όσο και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τα κεφάλαια που δεν προσβλήθηκαν με έφεση (ή προσβλήθηκαν απαραδέκτως), αλλά μόνο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, μετά την δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου για όλες τις διατάξεις, για τις οποίες ασκήθηκε (παραδεκτά) έφεση και μεταβιβάσθηκαν, κατά συνέπεια, στο Εφετείο (ΑΠ 306/2009, 1823/2008, 1565/2001, πρβλ.

και ΑΠ 999/2010), εφόσον προηγήθηκε επίδοση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 456/1997). "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς, και εκκρεμοδικία, και για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 842/2010, 798/2010, 174 και 173/2010).

Κατά συνέπεια, αν ασκήθηκε έφεση κατά συγκεκριμένου κεφαλαίου της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μεταβιβάσθηκε έτσι αυτό στο Εφετείο, ο δε εκκαλών, που είχε περισσότερα παράπονα κατά του κεφαλαίου αυτού, δεν τα πρόβαλε ούτε τα επανέφερε με λόγο έφεσης και εξαιτίας του γεγονότος αυτού το Εφετείο δεν τα εξέτασε (ώστε να είναι ενδεχομένως δυνατή η άσκηση αναίρεσης με βάση τις δικές του παραδοχές), δεν μπορεί πια ν' ασκηθεί αναίρεση κατά της πρωτόδικης απόφασης για τέτοια παράπονα που αφορούν το κεφάλαιο που μεταβιβάσθηκε με την έφεση (ΑΠ 1877/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τον φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι η από 10-5-2010 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και της προσβαλλομένης απόφασης 1061/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της.

Με την κρινόμενη από 10-6-2010 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1061/2010 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την υπ' αριθ. 4782/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως και μετά ταύτα απέρριψε και έφεση του ιδίου ως εκπρόθεσμη, η οποία (προσβαλλόμενη) δέχθηκε την από 26-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά βάσιμης κατά το μέρος που αφορούσε τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τον υποχρέωσε σε ολόκληρο με τους τότε δεύτερο και τρίτο εναγόμενους, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, 267.942,52 ευρώ, νομιμοτόκως.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της πρωτόδικης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) στις 10-6-2010, μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης στον αναιρεσείοντα την 12-4-2010 και την συμπλήρωση την 12-5-2010 της τριακονθήμερης προθεσμίας για την προσβολή της με έφεση.

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 18-6-2014 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς τα αυτά προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, εφόσον δε η υπόθεση ερευνήθηκε και στην ουσία της, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την κρίση του για τη βασιμότητα ή αναλόγως την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής (ΟλΑΠ 20/2005), αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της απόφασής του μπορεί να ελεγχθεί, αν η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1536/2004, 538/2007, 716/2012, 845/2012).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...

Με το υπ' αριθμ. .../2003 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Πομόνη-Παπανδρέου μεταβιβάστηκαν όλα τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MEDFTSH Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" από τους εταίρους της Ι. Β., πρώτο εναγόμενο, Ι. Ζ. και Ν. Σ. προς τον Ε. Θ. και Ε.

Ψ., δεύτερο εναγόμενο. Η ως άνω τροποποίηση δημοσιεύθηκε νομίμως [βλ. ΤΑΕ και επ. αρ.φ. 1975/7-3- 2003] και διαχειριστής της εταιρίας οργίστηκε ο Ε. Θ.. Όπως, περαιτέρω, αποδείχθηκε, μετά την ως άνω τροποποίηση, ο πρώτος εναγόμενος, αν και τον Απρίλιο του 2003 είχε εκμυστηρευτεί στο Δ. Σ., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕΕ" [Βλ.

ΤΑΕ και ΕΠΕ αρ. φ. 11190/24-10-2005 και ΤΑΕ και ΕΠΕ αρ. φ. 8405/29-7-2005 από το οποίο προκύπτει ότι από 30-5-2005 πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπός της ενάγουσας είναι ο καταθέσας επ' ακροατηρίω διάδικος και ο Δ. Σ., ότι προτίθεται να πωλήσει το μερίδιο του στην εταιρία "MEDFTSH ΕΠΕ", παρέμεινε στην εταιρία τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο του 2003, δημιουργώντας έτσι με αυτήν του τη συμπεριφορά και την ενεργό συμμέτοχη του στα εταιρικά ζητήματα την πεποίθηση στους μέχρι τότε πελάτες με τους οποίους αυτή συναλλασσόταν, μεταξύ των οποίων και η εταιρία ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕΕ, [οιονεί καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η ενάγουσα δια συγχώνευσης με απορρόφηση, με την υπ' αριθμ. .../12-9-2005 πράξη της Συμβολαιογράφου Χίου Στυλιανής Καναρίου], ότι κατ' ουσίαν ουδεμία μεταβολή είχε υπάρξει στη μέχρι τότε σύνθεση και μορφή της εταιρίας.

Χαρακτηριστικά ο Δ. Σ. στην ένορκη εξέτασή του ενώπιον της ανακρίτριας του 11ου τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρει ότι "το καλοκαίρι του 2003 και παρόλο που ο Β. είχε αποχωρήσει από την εταιρία τυπικά με παρακάλεσε να κατέβω στην Αθήνα και να αλλάξω κάποιες επιταγές που επρόκειτο να λήξουν εκείνη την περίοδο λέγοντάς μου ότι είχαν μία προσωρινή οικονομική δυσχέρεια και ότι θα έφερνε χρήματα απ' έξω ο Θ. [ο εμφανιζόμενος εν συνεχεία ως μεγαλοεπενδυτής].

Περί τούτου με διαβεβαίωσε και ο Ψ.". Στις συναντήσεις που είχε ο πρώτος εναγόμενος με το Δ. Σ. τόνιζε το γεγονός ότι παρουσιάστηκε μεγαλοεπενδυτής για την εταιρία "MEDFISH ΕΠΕ", προερχόμενος από το εξωτερικό, ονόματι Θ., και για το λόγο αυτό του πρότεινε να αναβαθμίσουν τις συναλλαγές τους σε εξαγωγικά επίπεδα.

Τον κατέπεισε επίσης, ότι η εταιρία του κάλυπτε τις νόμιμες προδιαγραφές για την εξαγωγή των αλιευμάτων, δηλαδή την ύπαρξη νόμιμου συσκευαστηρίου και ειδικού κωδικού εξαγωγής και για αυτό το λόγο τα τιμολόγια από τις πωλήσεις θα εκδίδονταν χωρίς ΦΠΑ, όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία περί εξαγωγών αλιευμάτων.

Αποδείχθηκε βέβαια εκ των υστέρων μετά από επιτόπια μετάβαση του Δ. Σ. στον χώρο στο ... στο οποίο υποτίθεται λειτουργούσε νόμιμο συσκευαστήριο ότι ουδέποτε υπήρξε κάτι τέτοιο. Στο μισθωμένο χώρο επί της οδού ... αρ. 21 στο ... βρέθηκαν υπολείμματα από λάδια, τυριά και διάφορα άλλα άσχετα αντικείμενα. Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος δεν παρουσιάζει κάποια νόμιμη άδεια συσκευαστηρίου έστω για την περίοδο που αυτός τυπικά κατείχε εταιρικά μερίδια της "MEDFISH ΕΠΕ", μολονότι ισχυρίζεται ότι είχε μισθώσει αυτό το χώρο και τον προόριζε για χρήση συσκευαστηρίου και δηλώνει άγνοια για τον αν, μετά την αποχώρησή του, ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως συσκευαστήριο παρά την ενεργό συμμετοχή του στα εταιρικά και οικονομικά ζητήματα της ως άνω εταιρίας.

Περαιτέρω, βάσει αυτής της συμφωνίας από 22-4-2003 έως 30-9-2003 η ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕΕ δυνάμει διαδοχικών πωλήσεων και εκδοθέντων των κάτωθι τιμολογίων στην εταιρία "MEDFISH ΕΠΕ" τα κάτωθι εμπορεύματα, συνολικής αξίας 767.942,5 €. 1] 16/22.4.2003, 31.877,20 €, 2] 39/14.5.2003, 2.042 €, 3] 40/14.5.2003, 32.572 €, 4] 42/14.5.2003, 4.594,27 €, 5] 51/20,5.2003, 3.494,18 €, 6] 52/20.5.2003, 24.711 €, 7] 60/29.5.2003, 4.550,52 € , 8] 61/29.5.2003, 29.418,80 €, 9] 70/31.5.2003, 39.714,60 €, 10] 71/31.5.2003, 5.093,33 €, 11] 78/11.6.2003, 33.503 €, 12] 79/11.6.2003, 7.743,20 €, 13] 86/14.6.2003, 1.138,44 €, 14] 87/14.6.2003, 49.183,90 €, 15] 96/20.6.2003, 6.664,32 €, 16] 95/20.6.2003, 41.903,64 €, 17] 105/30.6.2003, 29.229,29 €, 18] 106/30.6.2003, 16.355,69 €, 19] 107/30.6.2003, 7.897,36 €, 20] 108/30.6.2003, 319,59 €, 21] 112/14.7.2003, 29719 €, 22] 113/14.7.2003, 11.461,57 €, 23] 114/14.7.2003, 6.768,10 €, 24] 120/16.7.2003, 31.264,49 €, 25] 121/16.7.2003, 21.790,95 €, 26] 122/16.7.2003, 6.883,43 €, 27] 123/16.7.2003, 734,58 €, 28) 131/19.7.2003, 26845,56 €, 29] 132/19.7.2003, 17.167,23 €, 30] 133/19.7.2003, 7.210,12 €, 31] 134/19.7.2003, 9.400,18 €, 32] 141/28.7.2003, 11.516,26 €, 33] 142/28.7.2003, 15.474,98 €, 34] 143/28.7.2003, 9.153,52 €, 35] 144/28.7.2003, 12.788,05 €, 36] 145/28.7.2003, 20.847,54 €, 37] 151/31.7.2003, 8.748,81 €, 38] 152/31.7.2003, 2.823,84 €, 39] 165/13.8.2003, 4.908 €, 40] 166/13.8.2003, 5.322,26 €, 41] 167/13.8.2003, 2.540,82 €, 42] 171/20.8.2003, 8.346,02 €, 43] 179/30.8.2003, 2.690,28 €, 44]180/30.8.2003, 1.852,35 €, 45)183/5.9.2003, 11.523,69 €, 46] 185/12.9.2003, 29.814,20 €, 47] 192/7.92003, 2.928,15 €, 48] 193/17.9.2003, 3.727,7 €, 49] 194/17.9.2003, 26.580 €, 50] 196/23.9.2003, 19.524,71 €, 51] 199/28.9.2003, 23.625,42 € και 52] 202/30.9.2003, 19.053,79 €.

Προς εξόφληση μέρους των ως άνω τιμολογίων η εταιρία MEDFISH ΕΠΕ δια του νομίμου εκπροσώπου της Ε. Θ. εξέδωσε 9 μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 556.603,96 € οι οποίες ουδέποτε πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και οι οποίες σφραγίστηκαν, όλες στις 10 και 11-9-2003. Συγκεκριμένα, εξέδωσε τις εξής επιταγές: 1] την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της Τράπεζας Eurobank, με ημερομηνία λήξης την 30-10-2003, για το ποσό 81.352,90 €, 2] Την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ με ημερομηνία λήξης της 10- 9-2003, για το ποσό των 40.982,44 €, 3] Την υπ' αριθμ. ... επιταγή τράπεζας NOVABANK, με ημερομηνία λήξης την 10-9-2003, για το ποσό των 53.801,93 €, 4] την υπ' αριθμ. ... επιταγή της NOVABANK, με ημερομηνία λήξης την 10-9-2003, για το ποσό των 91.568,54 €, 5] την υπ.

αριθμ. ... επιταγή της NOVABANK, με ημερομηνία λήξης την 20- 9-2003, για το ποσό των 48.567,97 €, 6] την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, με ημερομηνία λήξης την 20-10-2003, για το ποσό των 60.623,10 €, 7] την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας EUROBANK, με ημερομηνία λήξης την 10-9-2003, για το ποσό των 71.085,88 €, 8] την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας EUROBANK, με ημερομηνία λήξης την 30-9-2003, για το ποσό των 79.213,16 € και 9] την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της τράπεζας EUROBANK, με ημερομηνία λήξης την 10-10-2003, για το ποσό των 29.408,96 €. 'Ήδη με την υπ' αριθμ. 53110/2007 Απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι Ε. Θ. και Ε. Ψ. καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 3 ετών έκαστος και χρηματική ποινή 4000 € για το αδίκημα της έκδοσης των ως άνω ακάλυπτων επιταγών [των οκτώ από αυτές], ενώ η εταιρία ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕΕ εξέδωσε εις βάρος της MEDFISH ΕΠΕ τις υπ' αριθμ. 9107/2003 και 881/2004 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο δεύτερος εναγόμενος και εταίρος της εταιρίας “MEDFISH EΠE”, μέχρι και τις 10 Σεπτεμβρίου 2003, παρουσιαζόταν όχι ως εταίρος της ως άνω εταιρίας, αλλά ως συνεργαζόμενος με αυτήν ψαρέμπορος και ιδιοκτήτης καϊκιών στο Βόλο, ο οποίος θα βοηθούσε στη διάθεση των επιπλέον ποσοτήτων των αλιευμάτων, και έκανε τις παραγγελίες για λογαριασμό της, τελώντας εν γνώσει ότι αυτά τα εμπορεύματα .

δεν πρόκειται ποτέ να εξαχθούν στο εξωτερικό, ούτε να καταβληθεί για αυτά το αντίστοιχο τίμημα. Γνώριζε πολύ καλά αυτό που γινόταν στην πραγματικότητα, ότι τα ψάρια τα ελάμβανε ο τέταρτος εναγόμενος, Μ. Σ., ο οποίος τα αγόραζε παράνομη σε πολύ κατώτερη τιμή και τα πωλούσε. Το γεγονός βέβαια ότι ο τελευταίος ελάμβανε τα αλιεύματα με τιμολόγια τα οποία δεν περιλάμβαναν ΦΠΑ αφού προορίζονταν για το εξωτερικό, αποδεικνύει ότι αυτός γνώριζε ότι αυτά ήταν προϊόν κάποιας παράνομης συναλλαγής και ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποκόμιζε γρήγορο και εύκολο κέρδος, δεν αποδεικνύει όμως άνευ ετέρου ότι ήταν εν γνώσει της πλεκτάνης που είχε στηθεί εις βάρος της "ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕΕ" και πολλών άλλων εταιριών και ότι αυτός μετείχε ενεργά σ' αυτήν.

Δεν αποδείχθηκε δηλαδή η οποιαδήποτε ανάμιξη του δ' εναγόμενου με την εταιρία "MEDFISH ΕΠΕ" ή η γνώση του για τις δραστηριότητες της, τις συναλλαγές της, τους πελάτες και προμηθευτές της. Ο τρίτος εναγόμενος, Π. Κ., μέχρι το Σεπτέμβρη του 2003 εμφανιζόταν ως λογιστής της εταιρείας "MEDFISH ΕΠΕ" και έκανε παραγγελίες για λογαριασμό της, ενώ από τον Αύγουστο του 2003 δυνάμει της υπ' αριθμ. .../5-8-2003 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Πομόνη - Παπανδρέου, αγόρασε τα 600 εταιρικά μερίδια του δεύτερου εναγόμενου Ψαρά και συνέχισε τις παραγγελίες για λογαριασμό της εταιρίας αποσιωπώντας στην ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕΕ το γεγονός της συμμετοχής του στην εταιρία.

Τα εμπορεύματα δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 10-30 Σεπτεμβρίου 2003 έγιναν ύστερα από παραγγελία του Κ. και ομοίως για αυτά δεν έχει καταβληθεί το τίμημα, ενώ ήδη αυτός ήταν εταίρος της MED FISH ΕΠΕ από αρχές Αυγούστου του 2003 και άρα είχε άμεση γνώση των εταιρικών πραγμάτων, των συναλλαγών της εταιρίας και των σχέσεων με τους πελάτες της, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτός ήθελε να συνεχίσει και να επωφεληθεί από την πλεκτάνη που είχε στηθεί εις βάρος της εταιρίας ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕ και πολλών άλλων εταιριών.

Σημειώνεται ότι ο πρώτος και ο δεύτερος εναγόμενος, για υπόθεση (με ταυτόσημα πραγματικά περιστατικά, την ίδια χρονική περίοδο εις βάρος της εταιρίας "Λ. - ΕΛΛΑΣ - ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΠΕ", δυνάμει του υπ' αριθμ. 3170/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έχουν ήδη παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο μεν πρώτος για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, ο δε δεύτερος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη του πρώτου, ενώ λόγω του θανάτου του Ε.

Θ., η σχετική ποινική δίωξη θεωρήθηκε ως μηδέποτε γενόμενη. Εξάλλου, από όλη αυτήν τη δημιουργηθείσα κατάσταση εις βάρος της ΑΛΦΑ ΦΙΣΣ ΑΕΕ δεν υπήρξαν μόνο τεράστιες οικονομικές συνέπειες αλλά επλήγη και η φήμη της και η αξιοπιστία της καθόσον προεξόφλησε με επιταγές, τεράστια ποσά σε συνεργαζόμενες με αυτήν τράπεζες τις οποίες εν συνεχεία αναγκάστηκε να αναλάβει, ενώ σίγουρα ταχύτατα κυκλοφόρησαν στον επαγγελματικό της κύκλο και στον τραπεζικό χώρο τα ως άνω γεγονότα.".

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που βάσιμα προβάλλονται με τους αναιρετικούς λόγους με τον τρίτο λόγο και τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο προσθέτους λόγους. Ειδικότερα, δέχεται η προσβαλλομένη ότι η απατηλή αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος τελέσθηκε με την διαβεβαίωση προς τους εκπροσώπους της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ότι καίτοι προτίθεται να πωλήσει το μερίδιό του στην εταιρεία MEDFISH ΕΠΕ, εντούτοις παρέμεινε στην εταιρεία τουλάχιστο μέχρι τον Ιούλιο 2003 δημιουργώντας έτσι με αυτή του την συμπεριφορά και την ενεργό συμμετοχή του στα εταιρικά ζητήματα, ότι κατ' ουσία ουδεμία μεταβολή είχε υπάρξει στην μέχρι τότε σύνθεση και μορφή της εταιρείας.

Ωστόσο, δεν αιτιολογείται επίσης στην προσβαλλόμενη μέχρι πότε ακριβώς τον Ιούλιο του 2003 παρέμεινε στην εταιρεία και ποια η έννοια του όρου "τουλάχιστον" αλλά και στην συνέχεια ποια ήταν εκείνη η συμπεριφορά του με την οποία υποδηλωνόταν η ενεργή συμμετοχή του στα εταιρικά ζητήματα, αλλά και πως δικαιολογείτο η ενεργός αυτή συμμετοχή όταν ήδη από τις 7-3-2003, κατά τις παραδοχές τις προσβαλλομένης, είχε δημοσιευθεί στο οικείο ΦΕΚ η τροποποίηση του καταστατικού.

Επίσης, δεν δικαιολογείται επαρκώς στην προσβαλλομένη πως με μια απλή προφορική διαβεβαίωση του αναιρεσείοντος δικαιολογείται στην συνέχεια συνεργασία των δύο εταιρειών μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου 2003, με πενήντα δύο διαδοχικές πωλήσεις χωρίς από της πλευράς της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης να ελεγχθεί η νομότυπη εκπροσώπηση της εταιρείας "MEDFISH ΕΠΕ".

Περαιτέρω, ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ότι ο αναιρεσείων παρέμεινε στην εταιρεία τουλάχιστο μέχρι τον Ιούλιο 2003 με την μορφή που δέχεται ότι παρέμεινε, στη συνέχεια δέχεται ότι η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος της αναιρεσίβλητης ολοκληρώθηκε στο τέλος Σεπτεμβρίου 2003 ενώ κατά τις ίδιες παραδοχές μέχρι το τέλος Ιουλίου 2003 είχαν μεσολαβήσει τριάντα επτά επιμέρους πωλήσεις και στη συνέχεια μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου 2003 μεσολάβησαν άλλες δέκα επτά διαδοχικές πωλήσεις.

Επίσης για τους ίδιους λόγους ενώ δέχεται ότι η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος διήρκεσε μέχρι τέλος Ιουλίου 2002 στη συνέχεια δέχεται ότι για την εξόφληση μέρους του τιμολογίου των επιδίκων πωλήσεων εκδόθηκαν 9 μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 556.603 € που δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν όλες στις 10 και 11 Σεπτεμβρίου χωρίς να διευκρινίζεται πότε εκδόθηκαν αυτές οι επιταγές, γιατί εμφανίζονται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ως μεταχρονολογημένες.

Επίσης δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο διατηρήθηκε η αποδιδόμενη με την αγωγή απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος όταν δέχεται ότι όλες οι πιο πάνω επιταγές έφεραν την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "MEDFISH ΕΠΕ", Ε. Θ. και με ποια τελικά δεδομένα δικαιολογείται η εμφανιζόμενη στην προσβαλλομένη "ενεργός συμμετοχή" στα εταιρικά ζητήματα.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1061/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ