Legislator Case Law & Legislation
789/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on pension claim, ruling statute of limitations did not apply to one-time benefits.

Case Number 789/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Pension Fund's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a pension claim as time-barred. The appellant argued the claim was barred under specific statutes, but the court found the lower court correctly applied the general limitation period instead. The court ruled that one-time pension benefits do not fall under the five-year limitation rule, thereby validating the lower court's rejection of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 249 of the Civil Code; Article 250(17) of the Civil Code; Article 31 of Law 1027/1980; Article 249 of the Civil Code: A one-time pension benefit does not fall under the five-year limitation period of Article 250(17) of the Civil Code, and an appeal based on the erroneous application of this provision is inadmissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations one-time pension benefit five-year limitation period repetitive payments civil procedure appeal pension claim rejection limitation period application

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(5) of the Constitution
Article 249 of the Civil Code
Article 250(17) of the Civil Code
Article 31 of Law 1027/1980

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Decision 4/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 789 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 789/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Θ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2034/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3030/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-12-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 10-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 10-12-2012 αίτησης, για αναίρεση της 3030/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων (Ολ.ΑΠ 32/1995).

Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.

Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α' 160) προβλέφθηκε η μετατροπή του αναιρεσείοντος Ταμείου από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η Φ.80000/30226/ 1366/2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 27), με την οποία μετατράπηκε το Ταμείο αυτό σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (περ.

Α') και εγκρίθηκε το Καταστατικό του (περ. Γ'). Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Καταστατικού ορίστηκε ότι Επωνυμία του Ταμείου είναι "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος". Ο εν λόγω Κανονισμός, όπως ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με τις 767/1975, 790/1976, 792/1977, 851/1981, 896/1984 και 899/1984 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: "Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των μελών του δια της παροχής εφ` άπαξ αποζημιώσεως είτε εις αυτά, είτε εις τα υπ` αυτών ή κατά το άρθρον 6 οριζόμενα πρόσωπα".

Στο δε άρθρο 5 παρ. 1, ο ως άνω Κανονισμός ορίζει ότι: "Πόροι του Ταμείου είναι: Α. Εισφορά των μελών: α) 4,5% πάνω στο σύνολο των τακτικών αποδοχών. Τακτικές αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός μαζί με τις προσαυξήσεις στον ίδιο βαθμό ή το ποσό του μισθολογικού κλιμακίου με τις τυχόν προσαυξήσεις, τα γενικά επιδόματα, δηλαδή πολυετίας, γάμου, τέκνων ή επιστημονικού τίτλου, ξένης γλώσσας..., β) 4,5% επί της υπό της Τραπέζης καταβαλλομένης αυτοίς αποζημιώσεως λόγω υπερωριακής εργασίας, γ) 4,5% πάνω σε κάθε άλλη αμοιβή πέρα από τις ως άνω περιπτώσεις α και β, εκτός εάν πρόκειται για παροχές, για τις οποίες λόγω της φύσης τους η Τράπεζα δεν παρακρατεί εισφορές υπέρ του Ταμείου.

Β. Εισφορά 4,5% υπό της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος επί πασών των κατά την προηγουμένην παράγραφον αποδοχών του Προσωπικού. Η εισφορά αύτη θα καταβάλλεται εις το Ταμείον ομού μετά της εισφοράς των μελών αυτού. Γ. Αι πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. Δ. Πάσα χαριστική προς αυτό παροχή". Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 2084/1992 (Α' 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους του νόμου, με τίτλο του Μέρους "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993", ορίζεται ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".

Εξ άλλου, ο ίδιος νόμος στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τέταρτου Μέρους του, με τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992", ορίζει τα εξής: "1. Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε..., που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.

Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. 2.... 3.

Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά.

Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων".

Κατ` εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης της παρ. 4 εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα η 7/οικ.1231/ 1.6.1993 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 404), οι 7/οικ.1490/24.8.1994 (Β' 653) και 7/οικ.1237/6.7.1995 (Β' 646) αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι Φ7/οικ.1251/1.8.1996 (Β' 702) και Φ.7/οικ.1343/28.7.1997 (Β' 680) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1996 και 1997, αντιστοίχως.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι το παρεχόμενο από το αναιρεσείον Ταμείο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού (καθ` όλο το χρόνο ασφάλισης του αναιρεσίβλητου), το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Ταμείου σχηματιζόταν μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους. Ειδικότερα, το κεφάλαιο αυτό σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε την 1η.1.1993 και έως την έξοδο του αναιρεσίβλητου από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της Τράπεζας μειώνονταν συνεχώς.

Και ναι μεν στις περιπτώσεις Γ και Δ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ανωτέρω Κανονισμού προβλέπονται ως πόροι του Ταμείου, πλην των ασφαλιστικών εισφορών, και άλλα έσοδα (οι πρόσοδοι, γενικά, της περιουσίας του και κάθε χαριστική παροχή προς αυτό), τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορεί να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του Ταμείου.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανώτατου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο Ταμείο εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Εξ άλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης σταθμίσεως, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτός, και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (βλ.

ΑΕΔ 4/2007, Ολ.ΑΠ 17/2005, ΣτΕ 3311/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (σημ: εδώ αναιρεσίβλητος) υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, συνταξιοδοτήθηκε στις 14-8-2001 έχοντας υπηρεσία 36 ετών, 6 μηνών και 6 ημερών. Το ν.π.δ.δ. Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο (σημ:

εδώ αναιρεσείον), λαμβάνοντας υπόψη το προβλεπόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 σχετικό ανώτατο όριο, χορήγησε στον ενάγοντα εφάπαξ βοήθημα ύψους 52.317,97 ευρώ. Χωρίς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 ν. 2084/1992, δικαιούταν εφάπαξ βοηθήματος, κατά την αποχώρησή του σύμφωνα με τα άρθρα 2, 6 και 7 του Κανονισμού του Ταμείου 119.480,24 ευρώ.

Μετά τη μετατροπή του Ταμείου σε ν.π.ι.δ., χορηγήθηκε στον ενάγοντα συμπληρωματική εφάπαξ παροχή 54.426,57 ευρώ. Αλλά και μετά αυτή το εφάπαξ βοήθημα του ενάγοντος έχει περιορισθεί από το πλήρες κατά το ποσό των 12.735,70 ευρώ. Ο περιορισμός αυτός κρίθηκε αντισυνταγματικός με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του Α.Ε.Δ... (διότι) αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Επομένως, η παροχή... δεν ήταν η προσήκουσα, αλλά υπολείπεται κατά 12.735,70 ευρώ. Η ένδικη αξίωση ασκήθηκε μετά τη δημοσίευση των παραπάνω αποφάσεων του Α.Ε.Δ. Επομένως η ισχύς των αποφάσεων αυτών που ισοδυναμούν με νομοθετικές μεταβολές ισχύουν στην κρινόμενη έννομη σχέση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Κανονισμού του εναγομένου "Ασφαλισμένοι του Ταμείου Αυτασφαλείας...

οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1-1-1993 και εισέπραξαν από το οικείο Ταμείο την κατά τον Κανονισμό του δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 57 Ν. 2084/1992 όπως ίσχυαν, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, μετά από απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002".

Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής καταβλήθηκε στον ενάγοντα από το εναγόμενο το ποσό των 54.426,57 ευρώ. Το γεγονός ότι ο ενάγων έλαβε συμπληρωματική εφάπαξ εισφορά... σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν εντάσσει τον ενάγοντα σε νέο νομοθετικό καθεστώς και δεν καθιστά την παροχή προσήκουσα. Επομένως οι...

λόγοι έφεσης με τους οποίους το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις του Α.Ε.Δ. που έκριναν αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρ. 57 παρ. 3 ν. 2084/1992, δεν έχουν εφαρμογή στην υπόθεση και με την καταβολή του συμπληρωματικού ποσού έχει εξοφληθεί ο ενάγων, λόγω της ένταξής του σε νέο νομοθετικό καθεστώς πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Να σημειωθεί ότι το εναγόμενο, δεν επαναφέρει με λόγο έφεσης ισχυρισμό περί παραίτησης του ενάγοντος από το δικαίωμά του για πλήρη καταβολή εφάπαξ βοηθήματος. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου... Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη...".

Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την αγωγή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε.

Και τούτο διότι: α) σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ισχύοντος, κατά τον ένδικο χρόνο, Κανονισμού του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο το υπόλοιπο ποσό των 12.735,70 ευρώ, προς συμπλήρωση (χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992) της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, β) ουδόλως συνέτρεξε "αυτόβουλη υπαγωγή του ενάγοντος σε νέο καθεστώς", καθόσον με βάση τις ίδιες παραδοχές και την αυτή μεταβατική διάταξη του ισχύοντος Κανονισμού παρασχέθηκε δυνατότητα στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος Ταμείου που απεχώρησαν μετά την 1-1-1993 και κατά την αποχώρησή τους εισέπραξαν μειωμένη τη δικαιούμενη εφάπαξ παροχή "κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 57 ν. 2084/1992" να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, χωρίς τον εν λόγω περιορισμό, γ) δέχθηκε ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 ν. 2084/1992 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως κρίθηκε και με τις αναφερόμενες αποφάσεις του Α.Ε.Δ.

η δημοσίευση των οποίων προηγήθηκε της άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ο τρίτος λόγος και ο τέταρτος λόγος αυτής, κατά το πρώτο σκέλος τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα - αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά την αληθή έννοια του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του, μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντος Ιδιωτικού Συμφωνητικού, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ούτε και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, ουδόλως στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό, ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο ουδόλως εξαίρει. Αντιθέτως σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός (που αφορά) περί παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικαίωμά του για πλήρη καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος, δεν προτάθηκε προφορικά από το ήδη αναιρεσείον, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να πρόκειται για παραδεκτά προταθέντα ισχυρισμό.

Περαιτέρω, έγγραφα δεκτικά παραμορφώσεως δημιουργικής λόγου αναιρέσεως είναι, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, μόνο αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικό μέσο από τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ενώ δεν είναι τα διαδικαστικά με την έννοια της συγκεκριμένης δικονομικής τους χρήσεως. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς, η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης έφεσης και των, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος, διότι δεν είναι έγγραφα με την έννοια, του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ., κατά τα προεκτεθέντα.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980, κατά την οποία "...το δικαίωμα εις εφάπαξ παροχή παρά των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών είναι απαράγραπτον..." την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα στην προκειμένη υπόθεση, κατά την οποία δεν εφαρμόζετο, διότι το αναιρεσείον από 15-1-2004 έπαυσε, (με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 20 Ν. 3029/2002), να υπάγεται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, και εκ τούτου δεν απέρριψε ως παραγεγραμμένη την ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος. Και τούτο διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, ουδόλως έγινε δεκτή εφαρμογή της ρηθείσας διατάξεως του άρθρου 31 του Ν. 1027/ 1980, αλλά εκείνης του άρθρου 249 ΑΚ, με την παραδοχή ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων έλαβε το εφάπαξ στις 14-8-2001, επομένως, έως την άσκηση της υπό κρίση από 30-1-2009 αγωγής, που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 3-2-2009, δεν έχει υποπέσει στην εικοσαετή, κατ' άρθρο 249 ΑΚ παραγραφή" και αντικατέστησε την εσφαλμένη αιτιολογία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί, αντιθέτως εφαρμογή της ρηθείσας διάταξης (άρθρ. 31 Ν. 1027/1980).

Συνακόλουθα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο, κατά το σκέλος αυτό, είναι απορριπτέα. Ο ίδιος λόγος, κατά το β' σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη κατ' άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ και κατά τούτο παρερμήνευσε ακόμη και την απόφαση του Α.Ε.Δ. (4/2007) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι η ένδικη αξίωση, με βάση τις ίδιες παραδοχές και το σύνολο των διατάξεων που εκτέθηκαν, αφορά εφάπαξ παροχή - βοήθημα, το οποίο χορηγείται κατά την αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσία, έχει δηλαδή χαρακτήρα έκτακτης κατά την αποχώρηση του υπαλλήλου οικονομικής ενίσχυσής του από κεφάλαιο που σχηματίζεται, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο και δεν αποτελεί παροχή που επαναλαμβάνεται περιοδικά, ώστε να εμπίπτει στη διάταξη του αρ. 17 του άρθρου 250 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 4/2001).

Επομένως η αξίωση καταβολής του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος δεν υπόκειται στη πενταετή παραγραφή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος, είναι απορριπτέα. Εξ άλλου, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές η προσβαλλόμενη δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, και συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται από την επικαλούμενη αντίφαση με την προηγηθείσα στην προσβαλλόμενη μείζονα σκέψη. Και τούτο διότι για την ίδρυση του λόγου αυτού, απαιτείται αντίφαση κατά τις ουσιαστικές παραδοχές. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2012 αίτηση του ΝΠΙΔ "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" για αναίρεση της 3030/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ