Legislator Case Law & Legislation
789/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive claim regarding inheritance share calculation errors.

Case Number 789/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding inheritance shares. The appellant argued that the lower court made calculation errors in determining the distribution of the estate, but the court found these to be mere clerical mistakes. Consequently, the court ruled that such arithmetic errors do not constitute grounds for appeal under the relevant civil procedure code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 315 of the Code of Civil Procedure: Clerical or arithmetic errors in judgments do not constitute grounds for appeal under Article 559 and must be corrected via Article 315 rather than through an appeal.

Keywords

AI generated
clerical errors arithmetic mistakes inheritance shares grounds for appeal Code of Civil Procedure correction of judgment procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 315 of the Code of Civil Procedure
Articles 1825 and 1831-1834 of the Code of Civil Procedure
Article 1813 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 789 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 789/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Σ. συζύγου Ι.Κ., το γένος Π. Γ., κατοίκου…, εκ διαθήκης κληρονόμου, της Α. χήρας Ζ. Β., το γένος Ε. Θ., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μηνιώτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων : 1) Ρ. Ζ. Β., κατοίκου ..., 2) α) Χ. χήρας Κ. Β., β) Ν. Κ. Β. και γ) Ι. Κ. Β. εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Ζ. Β., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1164/1991 προδικαστική,2730/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3371/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 5-5-2004 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τον έκτο λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο αυτό. Και να απορριφθεί η ίδια αίτηση, κατά τους λοιπούς λόγους της.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ε. Κ. Λ., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση προς εμφάνιση για την αρχική δικάσιμο της 19-5-2004, κατά την οποία, με σημείωση στο πινάκιο, η συζήτηση εκείνης (αίτηση αναίρεσης) αναβλήθηκε για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 5-10-2005), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για μη παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Από τα άρθρα 1825 και 1831-1834, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1813 περ. 1 εδ. α και 1820 εδ. α, Α.Κ. συνάγονται τα εξής : Τα τέκνα του κληρονομουμένου και ο τυχόν συντρέχων με εκείνα επιζών αυτού σύζυγοι έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία αυτού καθ' ορισμένο ιδανικό ποσοστό, κατά το εν λόγω δε ποσοστό καθένας εξ εκείνων μετέχει της κληρονομίας αυτού ως κληρονόμος.

Το εν λόγω δε ποσοστό, που αποτελεί τη νόμιμη μοίρα καθενός εξ εκείνων, είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, η οποία εξ αδιαθέτου μερίδα, σε περίπτωση που τα τέκνα είναι δύο, ανέρχεται για μεν τον επιζώντα σύζυγο στο 1/4 ή στα 4/16, για δε καθένα των τέκνων στα 6/16. Αυτή η εύρεση της νόμιμης μοίρας αποκαλείται συνήθως ποσοστιαίος προσδιορισμός της εν λόγω μοίρας και τίποτε δεν αποκλείει να ικανοποιεί απόλυτα κάποιον των μεριδούχων, ώστε να αντιτάσσει τη με αυτόν τον προσδιορισμό καθοριζόμενη νόμιμη μοίρα του κατ' άλλου.

Τίποτε ωστόσο δεν αποκλείει σ' αυτόν τον τελευταίο να καταφύγει στο συνήθως αποκαλούμενο λογιστικό προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας, τον και προβλεπόμενο στα άρθρα 1831 - 1834 Α.Κ., με ενδεχόμενη συνέπεια τον περιορισμό ή και μηδενισμό της νόμιμης μοίρας εκείνου, ο οποίος περιορισμός ή μηδενισμός και τελικά θα ισχύσει στις έννομες σχέσεις του τελευταίου με εκείνον το μεριδούχο (πρβλ.

Ολ. Α.Π. 769/1970). Εξάλλου, από τα άρθρα 1835 εδ. α και 1836 παρ. 1 εδ. α, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1831, Α.Κ. συνάγονται τα εξής : Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1831 Α.Κ. ως υπολογιζόμενη στην κληρονομία αυτού, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που τυχόν υπάρχει κατά το θάνατο του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του δικαιούχου σε τέτοια.

Τη δε σχετική αγωγή ασκεί ο μεριδούχος (ή κάθε διάδοχός του) για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες Κ. Β. και Ρ. Β., ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ο πρώτος από του οποίους πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν οι ήδη δεύτερη, τρίτος και τέταρτος από τους αναιρεσίβλητους, σύζυγος και τέκνα του, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, εκθέτουν σ'αυτήν, κατ' ορθή εκτίμησή της, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα :

Ο θανών στην Αθήνα, στις 7-2-1990, χωρίς να αφήσει διαθήκη, πατέρας τους Ζ. Λ. Β. κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τόσον αυτούς, νόμιμα τέκνα του από το δεύτερο γάμο του με την Α. θυγ. Θ. Χ., όσον και την εναγομένη, σύζυγό του από τρίτο γάμο, ήτοι τους κατέλιπε καθέναν κατά τα 6/16 και 4/16, εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, η τρίτη δε εξ αυτών επίσης πέθανε, κατά τη διάρκεια της δίκης, και στη δικονομική της θέση τη διαδέχθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, μοναδική από διαθήκη κληρονόμος της.

Ο θανών, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του, δεν κατέλιπε κανένα κληρονομιαίο περιουσιακό στοιχείο, με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο δώρισε και μεταβίβασε στην εναγομένη τη ψιλή κυριότητα του σ' αυτό περιγραφόμενου ακινήτου - οικοπέδου με οικία, η αξία της οποίας, κατά το χρόνο σύστασης της δωρεάς, ανερχόταν στο ποσό των δρχ. 5.000.000 παρακράτησε δε εφ' όρου ζωής την επικαρπία του εν λόγω ακινήτου, συνολικής αξίας, κατά το χρόνο του θανάτου του, οπότε αποσβέστηκε η επικαρπία, υπερβαίνουσας το ποσό των δρχ. 50.000.000.

Με την εν λόγω δε δωρεά προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του καθενός από αυτούς, το οποίο ανέρχεται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, ήτοι σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Ζήτησαν δε να αναγνωριστούν νόμιμοι μεριδούχοι στην κληρονομία του θανόντος, καθένας κατά το ως άνω ιδανικό ποσοστό, και να ανατραπεί ως άστοργη η επίμαχη δωρεά κατά το ίδιο ποσοστό ως προσβάλλουσα κατ' αυτό τη νόμιμη μοίρα τους.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αναγνώρισης της νόμιμης μοίρας των εναγόντων και μέμψης άστοργης δωρεάς δεν πάσχει από νομική αοριστία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων Α.Κ. και των άρθρων 70 και 216 Κ.Πολ.Δ.. Το Εφετείο, επομένως, με το να κρίνει την αγωγή ως μη πάσχουσα από νομική αοριστία και να απορρίψει, ακολούθως, ως αβάσιμο τον έβδομο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επαναφέρθηκε σε εκείνο (Εφετείο) ο πρωτόδικος ισχυρισμός περί απόρριψης ως νομικά αόριστης της εν λόγω αγωγής, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, γι' αυτό και ο περί των αντιθέτων πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Οι από τους αριθμούς 10, 11 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικο πόρισμα. Δεν ιδρύονται, επομένως, οι λόγοι αυτοί, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση κλπ ως μη νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση της εναγομένης, ότι η δωρεά προς αυτή έγινε από λόγους ευπρέπειας, ως μη νόμιμη, έκρινε την εν λόγω ένσταση απορριπτέα χωρίς αιτιολογία ή με ανεπαρκή αιτιολογία και δέχθηκε πράγματα καταλυτικά της ένστασης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη γι' αυτά, παραλείποντας, ακολούθως, να ανατρέψει την εκκαλούμενη απόφαση, και έτσι, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 19, 10 περίπτ. α' και 19 περίπτ. β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.,. Με τον τρίτο δε λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι οι ενάγουσες προέβησαν στις πρωτόδικες, από 23-1-1991, προτάσεις τους σε έμμεση, αλλά σαφή ομολογία των πραγματικών γεγονότων που θεμελίωναν την προαναφερόμενη ένσταση, το Εφετείο, όμως, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αυτήν την ομολογία. Οι ερευνόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 1329/1983 και ήδη ισχύει, ορίζεται, ότι στην κληρονομία προσθέτονται, για τον προσδιορισμό της κληρονομίας και τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κηρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγω ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Από το συνδυασμό της αμέσως πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 1835 Α.Κ., η οποία δεν τροποποιήθηκε με το ν. 1329/1983, προκύπτει, ότι σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές, οι οποίες προστίθενται στην κληρονομία. Εξάλλου, μόνη η δήλωση του κληρονομουμένου -δωρητή ότι προβαίνει στη δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, δεν αρκεί για να αποτυπώσει στη σύμβαση της δωρεάς το νομικό χαρακτήρα αυτής.

Και αυτό γιατί η φύση της σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που της προσδίδουν οι συμβαλλόμενοι. Ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου που συνάγει τη σχετική κρίση του από το περιεχόμενο των όσων συμφωνήθηκαν και καθορίζει με βάση αυτά τους κανόνες δικαίου που αρμόζουν και πρέπει να εφαρμοστούν στη σχέση, προσφεύγοντας, αν χρειαστεί και σε στοιχεία εκτός της σύμβασης, όταν αυτά συνδέονται με τα όσα έχουν συμφωνηθεί, κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα. 'Ετσι η δήλωση στο συμβόλαιο των συμβαλλομένων ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερα ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο, ούτε παρέχει πλήρη απόδειξη για το χαρακτηρισμό αυτό, ώστε να αποκλείεται να διαταχθούν και να διεξαχθούν αποδείξεις, για το ζήτημα αυτό.

Συνεπώς, με το να δεχτεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η σχετική δήλωση του δωρητή - κληρονομουμένου στο ... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο της υπό μέμψη δωρεάς δεν παρέχει πλήρη απόδειξη για το χαρακτηρισμό της σύμβασης αυτής, για τον οποίο έταξε αποδείξεις και εκτίμησε το όλο αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε, δεν παραβίασε τις προμνημονευόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη γι' αυτά, ούτε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του πιο πάνω συμβολαίου ως δημοσίου εγγράφου, ούτε στερείται επαρκώς αιτιολογίας στο αντίστοιχο ζήτημα, γι' αυτό και ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 10 περιπτ. β', 12 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αναίρεσης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό ως ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1836 Α.Κ., την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς ασκούν ο μεριδούχος ή οι διάδοχοί του μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα.

Ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εναγόμενος δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή της δωρεάς, προτείνοντας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και στο Εφετείο, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ., και καταβάλλοντας ή προσφέροντας σε ευρώ την αξία της νόμιμης μοίρας, ή του μέρους της που λείπει είτε συντρέχει περίπτωση έρημου κλήρου είτε όχι, γιατί υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία στην κληρονομία, οπότε καταδικάζεται διαζευκτικά στην αυτούσια απόδοση του αντιστοιχούντος στο μέρος της νόμιμης μοίρας που λείπει ποσοστού του αντικειμένου της δωρεάς ή στην καταβολή της αξίας της νόμιμης μοίρας ή του μέρους της που λείπει.

Όταν ο δωρεοδόχος ασκήσει το νόμιμο αυτό δικαίωμά του με παραδεκτή, νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη ένστασή του, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημά του και όχι απλή ευχέρεια προς τούτο. Στην υπόθεση που εξετάζεται, η ήδη αναιρεσείουσα, με τον ένατο λόγο της από 11-11-1999 έφεσής της, ζήτησε για πρώτη φορά στο Εφετείο, όπως αυτό προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις της αρχικής εναγομένης, μάλιστα δε επικουρικά, για την περίπτωση που αυτό δεν απέρριπτε την αγωγή κατ' αυτής, να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανιστούν οι εκκληθείσες αποφάσεις (οριστική και παρεμπίπτουσα) του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να ταχθούν αποδείξεις σχετικά με το ζήτημα των δύο αξιών του πράγματος που δωρήθηκε, δηλαδή της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας, κατά το χρόνο της δωρεάς, ώστε σε νέα μετά από απόδειξη συζήτηση να μπορέσει να ασκήσει επικουρικά με δήλωσή της στο Εφετείο το πιο πάνω δικαίωμά της για καταβολή ή προσφορά του ισάξιου του ελλείποντος από τη νόμιμη μοίρα, ώστε να αποφύγει την ανατροπή της δωρεάς.

Με τέτοια δεδομένα η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο Εφετείο μη παραδεκτή από άποψη αντίστοιχης πρότασης ένσταση για καταβολή της αξίας της νόμιμης μοίρας ή του μέρους που λείπει. Επομένως, η πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας ορθά κατ' αποτέλεσμα απορρίφθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη που την έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη, και την απέρριψε, καταλήγοντας έτσι σε απόφαση με αιτιολογικό εσφαλμένο αλλά με ορθό διατακτικό, ο δε από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πέμπτος λόγος της αναίρεσης, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την εν λόγω ένσταση, παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, μη συνοδευόμενος μάλιστα από με έννομο συμφέρον υποβαλλόμενο αίτημα αναίρεσης μόνο σχετικών εσφαλμένων αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VI. Όπως προκύπτει από την αγωγή, οι ενάγοντες Κ. Β. και Ρ. Β., αδελφοί, ζήτησαν να αναγνωριστούν ως νόμιμοι μεριδούχοι στην κληρονομία του πατέρα τους Ζ. Β., που πέθανε στην Αθήνα, στις 7-2-1990, κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, αντίστοιχα και να ανατραπεί κατά το ίδιο ποσοστό η πιο πάνω δωρεά.

Κατά τα η μετά από απόδειξη συζήτηση στο Πρωτοδικείο, στη θέση του ενάγοντος Κ. Β., που πέθανε εν τω μεταξύ χωρίς διαθήκη υπεισήλθαν οι εφεσίβλητοι, σύζυγός του Χ. Β. και τα δύο τέκνα του Ν. και Ι. Β.. Σύμφωνα με αυτά και τις υπόλοιπες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έπρεπε να αναγνωριστούν : Ο ενάγων Ρ.

Β., νόμιμος μεριδούχος, σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου της κληρονομίας του πατέρα του (ή 24/128), οι δε εξ αδιαιρέτου συγκληρονόμοι του Κ. Β. σε ίδιο συνολικά ποσοστό, δηλαδή σε 3/16 εξ αδιαιρέτου (ή 24/128) και συγκεκριμένα καθένας τους, η μεν Χ. Β. (σύζυγος) σε ποσοστό 6/128 (δηλαδή 1/4των 3/16 = 3/64 ή 6/128) εξ αδιαιρέτου, ο δε Ν.

Β. (γιός) σε ποσοστό 9/128 (δηλαδή 3/4 των 3/16 = 9/64 ή 18/128 : 2 = 9/128) εξ αδιαιρέτου, ο δε Ι. Β. (γιός) σε ποσοστό ομοίως 9/128 εξ αδιαιρέτου. Κατά τα ποσοστά αυτά έπρεπε να διαταχθεί η ανατροπή της επίδικης δωρεάς. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή κατ' ουσίαν, αναγνώρισε το μεν ενάγοντα Ρ.

Β. νόμιμο μεριδούχο σε ποσοστό 3/16 (ή αλλιώς 24/108) εξ αδιαιρέτου, τους δε καθολικούς διαδόχους του ενάγοντα Κ. Β., Χ. χα Κ. Β., σύζυγό του, Ν. Β. και Ι. Β., γιους του, νόμιμους μεριδούχους σε ποσοστό 6/108 (δηλαδή στο 1/4 των 3/16) εξ αδιαιρέτου την πρώτη απ' αυτούς και σε ποσοστό 9/108 (δηλαδή στο 1/2 των 3/16) εξ αδιαιρέτου τον καθένα από τους λοιπούς αντίστοιχα. 'Ετσι, εκείνο το Δικαστήριο, από προφανή παραδρομή κατά την σύνταξη της αναιρεσιβαλλομένης, υπέπεσε σε γραφικά λάθη (παρονομαστές κλασμάτων 108 αντί του ορθού 128) ή έστω σε τέτοια λογιστικά (24/108 αντί του ορθού 24/128 και 9/108 αντί του ορθού 9/128), τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 315 επ.

Κ.Πολ.Δ., μπορούν να διορθωθούν ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο που εξέδωσε την υπό διόρθωση απόφαση, τα υπό συζήτηση δε γραφικά ή λογιστικά σφάλματα δεν αποτελούν σφάλματα από εκείνα που στοιχειοθετούν τους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. Ο έκτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 περίπτ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με το να αναγνωρίσει με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη νόμιμη μοίρα των αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που ζητήθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2002 αίτηση για αναίρεση της 3371/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ