Legislator Case Law & Legislation
788/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of claim regarding abusive exercise of right to withhold wages.

Case Number 788/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a charitable foundation against the First Instance Court's dismissal of its claim. The foundation argued that the defendant abused his right to withhold wages, but the lower court rejected this due to insufficient evidence regarding the foundation's financial status and the specific circumstances of the withholding. The Court found the lower court's reasoning inadequate and insufficiently detailed regarding the alleged abuse, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(1), 552, 553(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a dismissal of a claim is admissible if the lower court's reasoning is insufficient to substantiate the rejection of the alleged abusive exercise of a right, requiring a remand for further examination.

Keywords

AI generated
abuse of right withholding wages insufficient reasoning remand for retrial charitable foundation labor dispute civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 552, 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 16/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 788 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 788/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: κοινωφελούς φιλανθρωπικού ιδρύματος, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ ΧΡΟΝΙΩΣ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδόση, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κατσίφο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/02/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1034/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1133/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 30/10/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 552 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, α) εκείνων, οι οποίες παραπέμπουν λόγω αναρμοδιότητος καθ' ύλην την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ή έχουν εκδοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ, δια του οποίου ορίζεται ότι η τελεσιδικία της αποφάσεως του παραπέμποντος δικαστηρίου καθιστά υποχρεωτική την αναρμοδιότητα αυτού και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο η παραπομπή, και β) των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής.

Εν περιπτώσει ερημοδικίας του εκκαλούντος, οπότε, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι τύποις, καθ' όσον θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι οι λόγοι της εφέσεως είναι αβάσιμοι, χωρίς να εξετασθούν, υπόκειται σε αναίρεση μόνον η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και επομένως οι αιτιάσεις κατ' αυτής δύνανται να προταθούν δια της αιτήσεως αναιρέσεως ως αναιρετικοί λόγοι κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 16/1990).

Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου. Η απόφαση η εκδοθείσα ερήμην λόγω πραγματικής ή πλασματικής απουσίας ενός των διαδίκων, έστω και εάν δεν στηρίζεται στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία, υπόκειται σε ανακοπή από τον ερημοδικασθέντα διάδικο κατ' άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Όπως συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημερών, εάν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στην ημεδαπή, αρχομένη από της επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως, ενώ, εάν δεν επιδοθεί η απόφαση κατά νόμιμο τρόπο, η προθεσμία της ανακοπής δεν αρχίζει.

Συνεπώς, προκειμένου να είναι προσβλητή δι' αιτήσεως αναιρέσεως η ερήμην εκδοθείσα οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει ή να χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας ή από την ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας ή, εάν επιδοθεί η ερήμην απόφαση, να παρέλθει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή. Η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας και γενικώς ενδίκου μέσου, το οποίο δεν έχει εισέτι ασκηθεί, ταυτιζομένη με την αποδοχή της αποφάσεως, δύναται να γίνει και σιωπηρώς, χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά αποκλειστικώς την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου, κατά πάσα περίπτωση όμως απαιτείται προς τούτο συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 98 ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότης (ΟλΑΠ 5/2001, 9/1996, ΑΠ 2121/2017).

Εν προκειμένω, δια της υπό κρίση από 30ής Νοεμβρίου 2018 αιτήσεως διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 1133/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 28ης Φεβρουαρίου 2014 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά. Εξεδόθησαν η υπ' αρ. 1034/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, και, κατόπιν ασκήσεως της από 30ής Ιουνίου 2016 εφέσεως του αναιρεσείοντος, η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ερήμην αυτού, δια της οποίας απερρίφθη η έφεση λόγω της ερημοδικίας.

Εν συνεχεία το αναιρεσείον άσκησε προ πάσης επιδόσεως της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία περιέχει και δήλωση παραιτήσεως από του δικαιώματος ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής. Προσκομίζεται σχετικώς το υπ' αρ. ...2018 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Β., δια του οποίου η Πρόεδρος της Διοικούσης Επιτροπής του αναιρεσείοντος, εκπροσωπούσα τούτο συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 6 του Οργανισμού αυτού, ο οποίος έχει εγκριθεί δια του άρθρου μόνου του Β.Δ. 756/27 Νοεμβρίου 1972 (Φ.Ε.Κ. Α' 219/9 Δεκεμβρίου 1972), εκδοθέντος κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 Ν.Δ. 1111/1972, παρέχει στον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως και παραστάντα κατά την συζήτηση της υποθέσεως δικηγόρο Γεώργιο Θεοδόση την εντολή και πληρεξουσιότητα όπως ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου, παραστεί κατά την συζήτηση αυτής και παραιτηθεί του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις προαναφερθείσες διατάξεις ως και εκείνες των άρθρων 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 325, 353, 648 παρ. 1 και 656 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (δικαίωμα επίσχεσης)", "Αν ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση παροχής μόνο έναντι αντιπαροχής, ο δανειστής γίνεται υπερήμερος αν είναι πρόθυμος να δεχτεί την παροχή που του προσφέρεται αλλά δεν προσφέρει την αντιπαροχή που του ζητείται", "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε", συνάγεται ότι, εάν ο εργαζόμενος έχει κατά του εργοδότη ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την εργασία του, δικαιούται να αρνηθεί την παροχή αυτής, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωσή του.

Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση της αξιώσεως του εργαζομένου και εν γένει του ασκούντος τούτο, αλλά μόνον προς εξασφάλιση αυτής, ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλομένης αντιπαροχής (ΑΠ 1096/2018, 114/2017). Κατά το χρονικό διάστημα ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος, ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικώς της υποχρεώσεως παροχής της εργασίας, μη υποχρεούμενος μετά την άρση της επισχέσεως στην παροχή της εργασίας κατ' άλλον χρόνο, ενώ ο εργοδότης είναι υπερήμερος και οφείλει αποδοχές υπερημερίας.

Δεν επάγεται όμως υπερημερία του εργοδότη η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας, η υπερβαίνουσα κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ τα όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ιδίως, όταν η επίσχεση στρέφεται κατά αξιοπίστου και αξιοχρέου εργοδότη ή η ληξιπρόθεσμη οφειλή είναι ασήμαντη, ή όταν δεν υπάρχει χρονικώς αξιόλογη καθυστέρηση εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του εργοδότη, ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού και δη στην κακή οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως λόγω λανθασμένων επιχειρηματικών επιλογών ή ολιγωρίας ως προς την λήψη των αναγκαίων αποφάσεων και των καταδεικνυομένων μέτρων προς αντιστροφή της πτωτικής οικονομικής πορείας, αλλά σε απρόβλεπτες ή εξαιρετικώς δυσμενείς περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία, ή όταν η επίσχεση της εργασίας δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο προς ικανοποίηση των αξιώσεων του εργαζομένου ή προκαλεί δυσανάλογη ζημία στην επιχείρηση εν σχέσει προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Κατά πάσα περίπτωση κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητος πρέπει να συναξιολογείται και η παράμετρος ότι κατά κανόνα η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως συνεπάγεται απλώς την μετάθεση του χρονικού σημείου εκπληρώσεως της αξιώσεως, η οποία κατά τα λοιπά δεν θίγεται, ενώ, αντιθέτως, επί της συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος κατά τα ανωτέρω απαλλάσσεται οριστικώς της παροχής της εργασίας (ΑΠ 836/2019).

Αφ' ετέρου, το "Ίδρυμα Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων" συνεστήθη δια του άρθρου 1 του προαναφερομένου Οργανισμού (Β.Δ. 756/27 Νοεμβρίου 1972) ως φιλανθρωπικόν ίδρυμα και σκοπόν έχει συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 2 αυτού την περίθαλψη πασχόντων εκ χρονίων νοσημάτων παρεχομένη δια της οργανώσεως και συντηρήσεως καταλλήλων προς τούτο εγκαταστάσεων.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας, είτε εσφαλμένης υπαγωγής.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εξ άλλου, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα εν σχέσει ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της υπ' αρ.1034/2016 αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο ίδρυμα την 27.10.1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σε αυτό τις υπηρεσίες του αρχικά ως εργάτης, έπειτα από λίγους μήνες με την ειδικότητα του υπαλλήλου και δη του κλητήρα και κατά το τελευταίο έτος της απασχόλησής του σε αυτό ως βοηθός προϊσταμένου διαχείρισης υλικού, αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών, που ανέρχονταν μέχρι την 31.12.2012 στο ποσό των 1.683,63€.

Αμφότερα τα μέρη συμμορφώνονταν προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, μέχρι τα τέλη του έτους 2012, οπότε το εναγόμενο άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος. Ακολούθως αποδεί-χθηκε ότι την 07.02.2013 υπογράφηκε νέα επιχειρησιακή ΣΣΕ, με την οποία συμφωνήθηκε, όπως το σύνολο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του προσωπικού του εναγόμενου μειωθεί, από 01.01.2013, κατά ποσοστό κλιμακούμενο αναλόγως του ύψους αυτών, κατόπιν δε τούτου ο ενάγων υπέγραψε την, από 19.02.2013, τροποποιητική σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας ο μηνιαίος μισθός του καθοριζόταν πλέον στο ποσό των 1.337,72€.

Το εναγόμενο, ωστόσο, παρά την ως άνω συμβατική μείωση των αποδοχών του ενάγοντος, εξακολουθούσε να καθυστερεί την καταβολή αυτών οφείλοντάς του τον Αύγουστο του 2013 "καθαρές" δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2012, ποσού 560,50€, Δεκεμβρίου 2012, ποσού 1.255,25€, Απριλίου 2013, ποσού 987,53€, Μαΐου 2013, ποσού 1.011,53€, Ιουνίου 2013, ποσού 1.011,53€, καθώς και τον μισθό του Ιουλίου 2013.

Για το λόγο αυτό ο ενάγων προέβη σε επίσχεση εργασίας, από 30.08.2013, κοινοποιώντας στο εναγόμενο την, από 29.08.2013, εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, που επιδόθηκε νομίμως σε αυτό την 30.08.2013. Ο ενάγων, ο οποίος είχε ήδη υποστεί μείωση των τακτικών αποδοχών του και καλόπιστα συνέχιζε να παρέχει την εργασία του μέχρι το ανωτέρω χρονικό σημείο, αναμένοντας την τήρηση της συμφωνίας εκ μέρους του εναγόμενου για την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εφεξής καταβολή των αποδοχών του, παρείχε με τη στάση του για αρκετό χρονικό διάστημα πίστωση χρόνου στο εναγόμενο ίδρυμα, προκειμένου να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του, αποδεχόμενος το γεγονός ότι γίνονταν τμηματικές καταβολές από το εναγόμενο ίδρυμα και συμβάλλοντας στην προσπάθεια συνέχισης της λειτουργίας του, με την ανεκτικότητα και την υπομονή που επέδειξε, λαμβανομένων υπόψη και των οικογενειακών και οικονομικών υποχρεώσεών του και ενόψει του γεγονότος ότι το εναγόμενο Ίδρυμα όφειλε αντίστοιχα δεδουλευμένες αποδοχές και στη σύζυγό του, Α.

Χ., η οποία εργαζόταν επίσης σε αυτό, με αποτέλεσμα να στερείται παντελώς οικογενειακού εισοδήματος και να έχει περιέλθει σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις ανάγκες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του. Το εναγόμενο ίδρυμα, παρά την ιδιαιτέρως δυσχερή οικονομική του θέση, στην οποία είχε περιέλθει λόγω της εθνικής οικονομικής κρίσης και των εξ αυτής δυσμενών επιπτώσεων, συνέχιζε τη λειτουργία του, δημιουργώντας έτσι την εύλογη πεποίθηση στον ενάγοντα ότι υπάρχει πιθανότητα καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, η δε σύμβαση εργασίας του παραμένει σε ισχύ, αφού κανένα μέρος δεν έχει προβεί σε καταγγελία της.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων νομίμως προέβη, λόγω της μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης του εναγόμενου για έγκαιρη πληρωμή των μισθών του, με αξιόλογη καθυστέρηση αυτών, στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας του, η συμπεριφορά του δε αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί οικειοθελής αποχώρηση από την εργασία του.

Εξάλλου κρίνεται εν προκειμένω, με γνώμονα αφενός ότι η καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκάστοτε οικονομική κατάσταση του εργοδότη και αφετέρου ότι το εναγόμενο δεν απέδειξε στοχευμένες ενέργειες με αποκλειστικό σκοπό την εξόφληση των οφειλόμενων μισθών των εργαζομένων του και του ενάγοντος ειδικότερα, ιδίως με την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του, ότι η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας στην οποία προέβη ο τελευταίος δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν υπερέβη τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, καθώς και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην, από 02.09.2013, εξώδικη δήλωση του εναγόμενου, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα προς απάντηση στη δήλωση επίσχεσής του, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων, παρά το ότι γνώριζε τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει το ίδρυμα και παρά το γεγονός ότι λαμβάνει από αυτό υπέρμετρα υψηλές, σε σχέση με εργαζομένους σε άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα, αποδοχές, εντούτοις προέβη σε επίσχεση εργασίας, παραγνωρίζοντας την επαπειλούμενη ζημία των ασθενών που περιθάλπει το ίδρυμα και προκαλώντας σε αυτό δυσανάλογη ζημία σε σχέση με το επιδιωκόμενο με την άσκηση της επίσχεσης αποτέλεσμα.

Η εν λόγω εξώδικη απάντηση του εναγόμενου ιδρύματος συντάχθηκε ενόψει της αντιδικίας του με τον ενάγοντα, για την προάσπιση των συμφερόντων του, χωρίς να υπάρχει σκοπός προσβολής της προσωπικότητας αυτού. ...". Εν συνεχεία το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας, την οποία είχε προβάλει παραδεκτώς το αναιρεσείον, και, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, επιδίκασε μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας υπέρ του αναιρεσιβλήτου συνολικού ποσού 21123,28 ευρώ.

Η εν λόγω απόφαση έχει ενσωματωθεί συμφώνως προς τα ανωτέρω στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, ενώπιον του οποίου το αναιρεσείον προσέβαλε την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως δια λόγου εφέσεως. Υπό το προπαρατεθέν σκεπτικό, το Δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης ζητήματος της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Συγκεκριμένως, εδέχθη κατά τα ανωτέρω ότι καθ' όλο το διάστημα, από του έτους 1998, οπότε προσελήφθη ο αναιρεσίβλητος, μέχρι και του μηνός Οκτωβρίου 2012, το αναιρεσείον υπήρξε συνεπές ως προς την εκπλήρωση των μισθολογικών του υποχρεώσεων, όμως έκτοτε περιήλθε σε ιδιαιτέρως δυσχερή οικονομική θέση λόγω της οικονομικής κρίσεως της Χώρας και των εξ αυτής δυσμενών επιπτώσεων και κατέβαλλε προσπάθεια να συνεχίσει την λειτουργία του, οπότε άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου εκ 1683,63 ευρώ μηνιαίως και, μετά την κατάρτιση νέας επιχειρησιακής συλλογικής συμβάσεως εργασίας κατά μήνα Φεβρουάριο 2013, εκ 1337,72 ευρώ μηνιαίως, κατά μήνα δε Αύγουστο 2013 ώφειλε στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προέβη έκτοτε σε επίσχεση εργασίας, δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου 2012, Δεκεμβρίου 2012, Απριλίου 2013, Μαΐου 2013, Ιουνίου 2013 και Ιουλίου 2013 ποσού 560,50, 1255,25, 987,53, 1011,53, 1011,53 και 1011,53 ευρώ αντιστοίχως.

Το αποδεικτικό πόρισμα ότι η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν υπήρξε καταχρηστική συνήγαγε το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό, κατά κύριον λόγο εκ του ότι το αναιρεσείον δεν απέδειξε στοχευμένες ενέργειες με αποκλειστικό σκοπό την εξόφληση των οφειλομένων μισθών των εργαζομένων ιδίως δια της αξιοποιήσεως της ακινήτου περιουσίας αυτού.

Όμως, δεν διευκρινίζεται στην εν λόγω απόφαση ποία η ακίνητη περιουσία του αναιρεσείοντος και εάν υφίσταντο βάρη επ' αυτής (κατασχέσεις κλπ), ούτε ποίες ήσαν οι στοχευμένες ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να είχε προβεί το αναιρεσείον, προκειμένου να αξιοποιήσει την εν λόγω περιουσία, και εάν εν όψει της γενικής οικονομικής κρίσεως η εν λόγω αξιοποίηση παρίστατο εφικτή να συντελεσθεί εντός σχετικώς συντόμου χρονικού διαστήματος.

Επίσης δεν διασα-φηνίζεται πόσοι ήσαν συνολικώς οι απασχολούμενοι στις εγκαταστάσεις του Ιδρύματος, ούτε εάν κατά τον κρίσιμο χρόνο το αναιρεσείον ώφειλε και σε άλλους εργαζομένους και πόσους συγκεκριμένως δεδουλευμένες αποδοχές και πόσοι εξ αυτών είχαν προβεί σε επίσχεση εργασίας, ούτε εάν το αναιρεσείον είχε και άλλες οφειλές προς τρίτους (Εφορία, Τράπεζες κλπ), ούτε εάν οι αποδοχές του αναιρεσιβλήτου ήσαν οι κατώτερες προβλεπόμενες από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή ήσαν ανώτερες βάσει των οικείων επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων ή εξ άλλου λόγου, ως επικαλείται το αναιρεσείον στην παρατιθεμένη στο προπαρατεθέν σκεπτικό επιστολή αυτού προς τον αναιρεσίβλητο, ότι ελάμβανε αποδοχές υπερμέτρως υψηλές, εν σχέσει προς εργαζομένους άλλων νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ωσαύτως, δεν διευκρινίζεται εάν υπήρχε ενδεχόμενο διακοπής της λειτουργίας του Ιδρύματος λόγω της κακής οικονομικής κατά-στάσεως αυτού, ούτε πόσοι ήσαν οι νοσηλευόμενοι πάσχοντες εκ χρονίων νοσημάτων τρόφιμοι, ούτε εάν υφίστατο επαπειλουμένη βλάβη της υγείας αυτών, εάν διέκοπτε την λειτουργία του το Ίδρυμα, ούτε εάν υπέστη δυσανάλογη ζημία εν σχέσει προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα το αναιρεσείον, το οποίο κατά τα ανωτέρω αποτελεί κατά τον Οργανισμό αυτού φιλανθρωπικό ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος.

Συνεπώς, ο λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, μόνον εκ του αριθμού 19 και όχι και εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς την απόρριψη της προβληθείσης από το αναιρεσείον ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου και συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 1-3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 1133/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσασας

ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ