Legislator Case Law & Legislation
788/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank bill transfer case due to inadmissible procedural grounds and lack of knowledge evidence.

Case Number 788/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment regarding the transfer of promissory notes. The appellants argued that the bank acted with gross negligence and lacked knowledge of the transfer restrictions, but the court found these claims inadmissible due to the bank's failure to appear and the lack of evidence proving actual knowledge at the time of transfer. Consequently, the court ruled that the lower court's findings were correct and the appeal was baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the respondent fails to appear without valid declaration, and grounds based on alleged lack of knowledge require proof that such knowledge existed at the critical moment of the act.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal bank bill transfer gross negligence lack of knowledge procedural default promissory notes eremodikia

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 5960/1933
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 788 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 788/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ά. Τ. του Β. και 2) Σ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Παπαϊωάννου.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 27-11-2013 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 566/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Αρειος Πάγος ερευνά, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει, ως να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. …40/9-5-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Π. Ρ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει, ως να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και, αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και, όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβιβάσεως σ' αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογραφήσεως σ' αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ενστάσεώς του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσεως αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με την πληρωμή της επιταγής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσεως, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ενστάσεως, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παραλείψεως της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσεώς της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου, και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμιά διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ, και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξιώσεως του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξιώσεως αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής.

Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργανώσεως και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσεως της Τράπεζας ή άλλου τελευταίου κομιστή, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει, ότι ο αμέσως με αυτή συναλλασσόμενος, λήπτης της επιταγής, θα αποκάλυπτε σ' αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης απόψεως θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa) τόσο της εκδόσεως αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασιν, σε στοιχείο του αξιόγραφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου ότι από τις διατάξεις του νόμου αυτού συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία εκδόσεως και οπισθογραφήσεώς της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ενστάσεως, ότι η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ότι ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 353/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 ν. 5960/1933, η ανάκληση της επιταγής ισχύει μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας εμφανίσεως. Από τη διάταξη αυτή, που περιέχει κανόνα δημοσίας τάξεως και καθιερώνει το σύστημα της σχετικής αδυναμίας ανακλήσεως της επιταγής, συνάγεται ότι η ανάκληση της επιταγής από τον εκδότη μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την εμφάνισή της προς πληρωμή (αφετηρία της οποίας, κατά το άρθρο 29 παρ. 4 του ίδιου νόμου, είναι η χρονολογία εκδόσεως που αναγράφεται στην επιταγή), ισχύει, όμως, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής.

Επομένως, αν επακολουθήσει εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής στον πληρωτή, η ανάκληση αποβαίνει ανίσχυρη και ο κομιστής, εφόσον δεν γίνει πληρωμή, μπορεί όχι μόνο να ασκήσει το εκ της αναγωγής δικαίωμά του, αλλά και να απαιτήσει αποζημίωση από τον εκδότη. Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η διάταξη προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, το δε δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, όταν η άσκηση του υπερβαίνει, προφανώς τα όρια που ορίζει η ως άνω διάταξη, πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, μεταβολή συμπεριφοράς αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, να προκαλείται δε τόσο έντονη εντύπωση αδικίας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Όμως, μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, μόνη αυτή, να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική. Πρέπει να συντρέχουν και άλλα περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά του δικαιούχου, από τα οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει δυσμενείς για τα συμφέροντα του οφειλέτη επιπτώσεις (ΑΠ 741/2015, 363/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η πρώτη ανακόπτουσα (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) διατηρεί κατάστημα πώλησης γυναικείων ειδών ένδυσης στο ... και προμηθευόταν μέρος των προϊόντων που πωλούσε από την εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.". Η μεταξύ τους συνεργασία ... υλοποιούνταν με το σύστημα δελτίων παραγγελίας, σύμφωνα με το οποίο με την έκδοση του κάθε φορά εκδιδόμενου δελτίου παραγγελίας, η ανακόπτουσα υποχρεούνταν να εκδώσει σε διαταγή της εταιρείας και να παραδώσει σ' αυτήν μέσα σε δέκα μέρες από την υπογραφή του ... τις τραπεζικές επιταγές που αναφέρονταν σ' αυτό και κάλυπταν το 100% της αξίας παραγγελθέντων ειδών και επιπλέον τον αναλογούντα ΦΠΑ, και ...

η πρώτη ανακόπτουσα όφειλε μετά την παράδοση των παραγγελθέντων εμπορευμάτων να καταβάλει το τίμημα των αγορών της, και συγκεκριμένα το ισόποσο των τραπεζικών επιταγών, που αναφέρονταν στο δελτίο παραγγελίας, αφού αυτές (επιταγές) λαμβάνονταν χάριν της διευκόλυνσης αυτού (τιμήματος). Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας, περί το τέλος του καλοκαιριού του 2010, η πρώτη ανακόπτουσα εξέδωσε στο ...

πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές της ήδη εκκαλούσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) ... ..." Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού παραθέτει τα στοιχεία των επιταγών αυτών, δηλαδή αριθμό, ποσόν και την αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως, συνεχίζει: "... εις διαταγήν της παραπάνω εταιρείας, η οποία και παρέλαβε τις επιταγές αυτές, προκειμένου η τελευταία να της παραδώσει εμπορεύματα για την άνοιξη 2011 και το χειμώνα 2011 - 2012.

Τις επιταγές αυτές η εν λόγω εταιρεία μεταβίβασε ... με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην καθής η ανακοπή ..., στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος στις 26-3-2013, ... ήτοι μετά την άσκηση της ανακοπής, η ... ήδη εκκαλούσα ... Α.Ε., με την οποία (καθής η ανακοπή) είχε συνάψει η πωλήτρια την από 14-11-2003 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και τα πρόσθετα σύμφωνα παροχής ενεχύρου επί επιταγών προς εξασφάλιση χρηματοδοτήσεως ...

η οποία (καθής) έτσι έγινε νόμιμη κομίστρια των επιταγών αυτών. Η πωλήτρια με τα παραπάνω πρόσθετα σύμφωνα δήλωσε ότι είναι πλήρης κύριος, νομέας και κάτοχος των επιταγών αυτών και είναι ελεύθερες από οποιαδήποτε διεκδίκηση τρίτου ή οποιαδήποτε άλλη δέσμευση. Στις 31-5-2011 και στις 6-6-2011 η πρώτη ανακόπτουσα κοινοποίησε στην πληρώτρια των επιταγών, ήδη εκκαλούσα Τράπεζα, στην οποία τηρούσε το λογαριασμό επί του οποίου σύρονταν οι ανωτέρω επιταγές, καθώς και στην πωλήτρια εταιρεία, αντίστοιχα, ...

την από 31-5-2011 δήλωσή της ανάκλησης των επιταγών, για το λόγο ότι η πωλήτρια δεν της παρέδωσε τα αντίστοιχα παραγγελθέντα εμπορεύματα. ... Η ... εκκαλούσα Τράπεζα εμφάνισε στις 7-6-2011 τις παραπάνω επιταγές ... οι οποίες όμως σφραγίσθηκαν ... Ακολούθως, η πρώτη ανακόπτουσα με το από 21-6-2011 έγγραφο της προς την καθής ζήτησε να γίνει διακανονισμός πληρωμής των επίμαχων επιταγών, συνολικού ποσού 48.000 ευρώ, με καταβολή μετρητών ποσού 1.000 ευρώ το μήνα, αρχής γενομένης την 30-6-2011, καθώς και την προσκόμιση, ως εξασφάλιση, ισόποσης επιταγής λήξεως 31-12-2011, εκδόσεως του συζύγου της, δευτέρου ανακόπτοντος (και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος).

Σε εκπλήρωση του παραπάνω διακανονισμού, που έγινε δεκτός από την καθής, η πρώτη ανακόπτουσα κατέβαλε σταδιακά από 5-7-2011 έως 27-4-2012 το συνολικό ποσό των 9.650 ευρώ". Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρει ότι μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της καθής και ανάλογα με το κάθε φορά οφειλόμενο υπόλοιπο υπογράφηκαν συμβάσεις ενεχυρίασης επιταγών, τις οποίες εξέδιδε κάθε φορά ο δεύτερος ανακόπτων.

Και συνεχίζει το Εφετείο ως ακολούθως: "Τέλος, η πρώτη ανακόπτουσα παρέδωσε στην καθής την 12817995 - 3 επιταγή της "...", ποσού 38.350 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30- 12-2012, επίσης έκδοσης του δευτέρου ανακόπτοντος. Στη συνέχεια η πρώτη ανακόπτουσα με την από 11-7-2012 εξώδικη δήλωσή της - καταγγελία, που επέδωσε στην καθής αυθημερόν, επικαλούμενη ότι οι αρχικές πέντε επιταγές είχαν δοθεί χάριν εγγυήσεως του τιμήματος της αγοράς των παραγγελθέντων προϊόντων και δεν ήταν μεταβιβάσιμες, ότι δεν όφειλε το ποσόν αυτών, διότι η παραπάνω πωλήτρια εταιρεία δεν της είχε παραδώσει τα εμπορεύματα αυτά, ότι τάχα το γεγονός αυτό το γνώριζε η καθής λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας της με αυτήν (πωλήτρια), καθώς και ότι η ίδια εξαναγκάσθηκε από την καθής να υπογράψει τις παραπάνω συμβάσεις ενεχυρίασης των επιταγών, ενώ το παραπάνω ποσόν που, αχρεωστήτως, κατέβαλε στην καθής πιστώθηκε στο λογαριασμό της πωλήτριας, ο οποίος (λογαριασμός) είχε ήδη δεσμευτεί από το Ελληνικό Δημόσιο ...

κατήγγειλε τις παραπάνω συμβάσεις ενεχυρίασης επιταγών και ζήτησε από την καθής να της επιστρέψει τις παραπάνω ... επιταγές. Η καθής η ανακοπή αντέδρασε άμεσα ... και με εξώδικη απάντηση δήλωσε ότι αυτή (ανακόπτουσα) με την παραπάνω αίτηση διακανονισμού, την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού που έγινε σε διάστημα περίπου δέκα μηνών και τις οπισθογραφήσεις των επιταγών, εκδόσεως του δευτέρου ανακόπτοντος, αποδέχθηκε την οφειλή της, ότι για πρώτη φορά αρνήθηκε αυτή με το παραπάνω εξώδικο της και ότι η ίδια (η καθής) ούτε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει, κατά την απόκτηση των επιταγών, τις συμφωνίες της ανακόπτουσας με την πωλήτρια εταιρεία.

Ενόψει του παραπάνω εξωδίκου ης ανακόπτουσας και του ότι η τελευταία καταβολή έναντι του παραπάνω διακανονισμού έγινε στις 27- 4-2012, η καθής εμφάνισε την παραπάνω ... επιταγή προς πληρωμή στις 21-8-2012 στο τμήμα συμψηφισμού της "... Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει υπολοίπου, γεγονός που βεβαιώθηκε με την από 22-8-2012 βεβαίωση επί του σώματος της επιταγής και σφραγίσθηκε την ίδια ημέρα.

Στη συνέχεια δε ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης …87/2012 διαταγής πληρωμής ... με την οποία οι ανακόπτοντες διατάχθηκαν να καταβάλουν στην καθής, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 38.350 ευρώ πλέον τόκων ... και εξόδων. Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής οι ανακόπτοντες άσκησαν ...

ανακοπή, με τους λόγους της οποίας, ισχυριζόμενοι ότι η κατοχή της επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είναι παράνομη, όπως και οι αρχικές πέντε επιταγές, σε αντικατάσταση της οποίας δόθηκε η επίδικη, διότι δεν εκδόθηκαν προς είσπραξη, αλλά προς εγγύηση μόνο της εξόφλησης του τιμήματος των ενδυμάτων για άνοιξη 2011 και χειμώνα 2011 - 2012, που η πρώτη αυτών είχε παραγγείλει από την λήπτρια των επιταγών εταιρεία "...

Α.Ε.", η οποία εξόφληση, κατά τη συμφωνία τους και κατά ρητό όρο περιλαμβανόμενο στα έντυπα των παραγγελιών, θα γινόταν με την παράδοση των εμπορευμάτων και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων και συνεπώς οι επιταγές δεν ήταν μεταβιβάσιμες, ότι το εμπόρευμα προς εγγύηση της εξόφλησης του οποίου εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η παραπάνω εταιρεία, ουδέποτε παραδόθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα, με συνέπεια αυτή να μην υποχρεούται να καταβάλει κανένα τίμημα και η λήπτρια να μην έχει δικαίωμα να εμφανίσει τις επιταγές, αλλά ούτε και να της μεταβιβάσει.

Ότι η καθής η ανακοπή γνώριζε κατά την κτήση των αρχικών πέντε επιταγών τόσο τα παραπάνω, όσο και την κακή οικονομική κατάσταση της παραπάνω εταιρείας, αφού ήταν επί σειρά ετών πελάτισσά της, και επιπλέον ήταν ενημερωμένη μέσω της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών για τη δέσμευση και απαγόρευση κίνησης οποιουδήποτε τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας αυτής, που επιβλήθηκε με το ...27/4-11-2010 έγγραφο της ΔΥΟ ... ...

καθώς και για την ύπαρξη δυσμενών στοιχείων εις βάρος της στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, καθώς είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής εις βάρος της για υπέρογκες οφειλές και παρόλα αυτά έλαβε τις επιταγές με σκοπό να μην μπορούν αυτοί να προβάλουν εναντίον της την ένσταση της βλάβης τους και να πληρώσουν το ποσόν της επιταγής, αν και δεν το όφειλαν, σκοπός ο οποίος προκύπτει και από το γεγονός ότι η καθής δεν ζήτησε κατά την κτήση των επιταγών κάποιο παραστατικό στοιχείο για την αιτία έκδοσης των επιταγών και δεν στράφηκε κατά της λήπτριας εταιρείας για την είσπραξη του ποσού και ότι στη συνέχεια η καθής έλαβε γνώση ότι η πωλήτρια υπήχθη στη διαδικασία του άρθρου 99 του ΠτχΚ.

Ότι ένεκα όλων αυτών η καθής κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας τους χωρίς νόμιμη αιτία ... ότι συνετέλεσε στη ζημία της από αποκλειστικά δικό της πταίσμα και ότι η λήψη και σφράγιση των επιταγών από την καθής αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ ... και ότι ... για όλους αυτούς τους λόγους η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής είναι καταχρηστική".

Κρίνοντας δε το Εφετείο επί των ισχυρισμών αυτών δέχθηκε στη συνέχεια τα εξής: "Από όσα προαναφέρθηκαν δεν προκύπτει ότι η ένδικη διαδικασία που ακολούθησε η καθής η ανακοπή συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθότι δεν συντρέχουν, και δη προδήλως, οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ στην προκειμένη περίπτωση.

Η καθής τράπεζα ακολούθησε τη νόμιμη προβλεπόμενη διαδικασία για την άσκηση και υπεράσπιση των νομίμων και θεμιτών δικαιωμάτων της. Ως γνωστόν, για τη δανειοδότηση μιας εταιρείας, όπως η "... Α.Ε.", λαμβάνονται υπόψη τα οικονομικά στοιχεία, όπως αυτά σύμφωνα με το νόμο δημοσιεύονται στους ισολογισμούς της.

Τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας πριν την κατάρτιση της σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ήταν θετικά, και προχώρησε η παροχή πίστωσης. Δεν ισχυρίζονται δε οι ανακόπτοντες, ούτε και αποδείχθηκε, ότι η καθής η ανακοπή παρακολουθούσε λογιστικά την πορεία των συναλλαγών της πωλήτριας, ώστε να γνωρίζει αν αυτή παρέδωσε στην πρώτη ανακόπτουσα τα εμπορεύματα για το τίμημα των οποίων εκδόθηκαν προκαταβολικά οι αρχικές πέντε επιταγές, ούτε ότι με άλλο τρόπο γνώριζε το γεγονός αυτό (μη παράδοση εμπορευμάτων), καθώς και ότι οι επιταγές ήταν εγγυητικές και, κατά τη συμφωνία των συναλλασσομένων, μη μεταβιβάσιμες.

Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική που επιτάσσει την Τράπεζα, κατά την κτήση μεταχρονολογημένων επιταγών, να ζητεί την προσκόμιση τιμολογίων ή άλλων παραστατικών, που να πιστοποιούν την αιτία έκδοσης των επιταγών, αφορά την εσωτερική λειτουργία των διαφόρων καταστημάτων της τράπεζας και δεν έχει ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές, ούτε ...

η παράλειψη αυτή εκ μέρους της τράπεζας καθιστά καταχρηστική την άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος της απορρέει από τέτοιες επιταγές, είθισται δε ο έλεγχος αυτός να διενεργείται όταν ελλείπει η συνάφεια μεταξύ του αντικειμένου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Η έκδοση δε της διαταγής πληρωμής κατά των ανακοπτόντων δεν επιτεύχθηκε καταχρηστικά από την καθής, η οποία διατηρούσε το δικαίωμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 ν. 5960/1933, να στραφεί επιλεκτικά εναντίον του εκδότη ή του λήπτη της επιταγής ή εναντίον και των δύο ταυτόχρονα, απαιτώντας στην τελευταία περίπτωση την εις ολόκληρον από τον καθένα τους πληρωμή του ποσού της επιταγής.

Εξάλλου, η καλή ή κακή πίστη του αποκτώντος τον τίτλο κρίνεται κατά το χρόνο οπισθογράφησης και λήψης αυτού και όχι κατά την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής. Δεν αποδείχθηκε δε ότι η καθής τελούσε, κατά το χρόνο κτήσης των αρχικών πέντε επιταγών ... εν γνώσει της μη παράδοσης ή της έλλειψης δυνατότητας παράδοσης των εμπορευμάτων, αφού κατά τους χρόνους αυτούς ούτε η πρώτη ανακόπτουσα γνώριζε ότι τα εμπορεύματα δεν θα παραδίδονταν.

Εξάλλου, και αργότερα δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία για την πορεία των συναλλαγών της πρώτης ανακόπτουσας με την πωλήτρια ... δηλαδή ... δεν της κοινοποίησε την ανάκληση των επιταγών, ώστε να λάβει γνώση του λόγου της ανακλήσεως, αντ' αυτού η ανακόπτουσα υπέβαλε αίτηση διακανονισμού της οφειλής της, έναντι του διακανονισμού κατέβαλε το συνολικό ποσό των 9.650 ευρώ επί δέκα περίπου μήνες, καθώς και αντικατέστησε τις αρχικές πέντε επιταγές με τις άλλες τρεις, υπογράφοντας μάλιστα τα δύο συμφωνητικά ενεχυρίασης ...

χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει προς την καθής την οφειλή της, παρά έπραξε τούτο για πρώτη φορά με το παραπάνω από 11-7- 2012 εξώδικο της, χωρίς και πάλι να καταλογίζει στην καθής γνώση της κακής οικονομικής κατάστασης της πωλήτριας. Στο εν λόγω εξώδικο η καθής απάντησε άμεσα, αμφισβητώντας την αλήθεια του ισχυρισμού της πρώτης ανακόπτουσας ότι δεν όφειλε την αξία της επιταγής, διότι τάχα δεν έλαβε τα παραγγελθέντα εμπορεύματα και αρνούμενη την οποιαδήποτε γνώση της για την πορεία των συναλλαγών της πρώτης ανακόπτουσας με την πωλήτρια.

Αμέσως επίσης εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή και ζήτησε την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Εξάλλου, τα περί οικονομικής δυσπραγίας της λήπτριας εταιρείας πριν το χρόνο κτήσης των επιταγών και αν ακόμη ήταν γνωστά στην καθής, δεν αποδεικνύουν τη θετική γνώση, που ... απαιτεί ο νόμος για την κακοπιστία της καθής ...

δεδομένου ότι πολλές εταιρείες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ένεκα της μεγάλης οικονομικής ύφεσης, μαστίζονταν από προβλήματα και η αγορά υπολειτουργούσε, ωστόσο δεν περιέρχονταν όλες εν τέλει σε αδυναμία πληρωμής, δεν ετίθεντο απαραίτητα σε καθεστώς συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης και δεν έπαυαν να κυκλοφορούν επιταγές για την αποπληρωμή των οφειλών τους, καθόσον μάλιστα οι εμπορικές συναλλαγές συνεχίζονταν και οι υποχρεώσεις τους προς τους πελάτες τους δεν σταματούσαν να γεννώνται και να διεκπεραιώνονται κατά το δυνατόν.

Το εμπόριο λειτουργεί με την πίστωση και η πωλήτρια εταιρεία προκύπτει ότι σταμάτησε τη λειτουργία της τον Μάιο του 2011, παρότι, όντως, αντιμετώπιζε σημαντικά οικονομικά προβλήματα. Οι δε επιταγές, ακόμη κι αν δεν υπήρχε υποκείμενη (συμβατική) αιτία, για την οποία είχαν εκδοθεί, αφορούσαν όμως μια εμπορική συναλλαγή που ήταν συναφής προς τον κύκλο εργασιών των συναλλασσομένων μερών και με βάση το αντικείμενο της εμπορίας τους.

Από τη στιγμή που η ίδια η λήπτρια τις έθεσε σε κυκλοφορία, επόμενο ήταν ότι θα εμφανίζονταν προς πληρωμή, χωρίς να υποχρεούτο αναγκαίως η τράπεζα να ερευνήσει περαιτέρω για την πραγματική αιτία της συναλλαγής και έκδοσης των επίμαχων πέντε επιταγών, αφού οι συναλλασσόμενοι κινούνται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο και κατά συνέπεια ευλόγως θεωρήθηκε ότι οι επίδικες επιταγές, ενόψει και της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της ανακόπτουσας, αντιπροσώπευαν εμπορική συναλλαγή απορρέουσα από τον ίδιο κύκλο εργασιών και εμφάνιζαν συνάφεια.

Εξάλλου, ναι μεν η καθής η ανακοπή, λόγω της στενής οικονομικής συνεργασίας της με την πωλήτρια εταιρεία, ασφαλώς έλαβε γνώση ότι η τελευταία στις 6-6-2011 υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αντικείμενο το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατ' άρθρο 99 ΠτχΚ, επί της οποίας και εκδόθηκε απόφαση ...

με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας αυτής, ωστόσο αυτό δεν αποδεικνύει γνώση της καθής ότι έλλειπε η αιτία (παράδοση εμπορευμάτων) έκδοσης των επίμαχων επιταγών, δεδομένου ότι η επιδείνωση της κακής οικονομικής κατάστασης της πωλήτριας δεν συνεπάγεται, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη συμπεριφορά της ανακόπτουσας (αίτηση διακανονισμού, καταβολή ποσού κλπ), που υποδήλωνε αναγνώριση της οφειλής της, ότι αδυνατούσε αυτή και δεν εκτέλεσε μέχρι το Μάιο του 2011, που σταμάτησε τη λειτουργία της, τη συγκεκριμένη παραγγελία εμπορευμάτων της ανακόπτουσας.

Συνεπώς η δικαστική επιδίωξη εκ μέρους της καθής η ανακοπή να εισπράξει την αξία της επίμαχης επιταγής δεν παρίσταται καταχρηστική". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί το σχετικό λόγο ανακοπής των αναιρεσειόντων και είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, και στη συνέχεια ερεύνησε τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, για τους οποίους δέχθηκε τα ακόλουθα: "...

Δεν αποδείχθηκε ότι κατά τους χρόνους κτήσης των επιταγών οι αρμόδιοι υπάλληλοι της καθής η ανακοπή γνώριζαν ότι επρόκειτο για επιταγές εγγύησης της πληρωμής του τιμήματος, αφού δεν τους γνωστοποιήθηκε προηγουμένως κάτι σχετικό. Η μοναδική πηγή άλλωστε, από την οποία η καθής η ανακοπή - Τράπεζα θα μπορούσε να πληροφορηθεί κάτι τέτοιο θα ήταν η ίδια η ως άνω πωλήτρια, η οποία βεβαίως δεν είχε κανένα λόγο να την ενημερώσει σχετικώς, καθώς σ' αυτή την περίπτωση, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής και την επικρατούσα στην τραπεζική αγορά συναλλακτική πρακτική, αυτή (καθής η ανακοπή Τράπεζα) δεν θα δεχόταν να της οπισθογραφηθούν οι εν λόγω επιταγές και η πωλήτρια εταιρεία δεν θα πετύχαινε την επιδιωκόμενη χρηματοδότησή της από την εν λόγω Τράπεζα μέσω της οπισθογραφήσεως λόγω ενεχύρου των ανωτέρω πιστωτικών τίτλων, των οποίων ήταν κομίστρια.

Επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καθής τελούσε σε γνώση της υπάρχουσας μεταξύ της ανακόπτουσας και της λήπτριας συμφωνίας περί απαγόρευσης μεταβίβασης των επιταγών αυτών λόγω της εγγυητικής λειτουργίας τους, ενόψει ιδίως και του ότι δεν προέκυπτε κάτι σχετικό από το σώμα των συγκεκριμένων αξιογράφων.

Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών η καθής είχε λάβει γνώση της δέσμευσης των λογαριασμών της πωλήτριας, δοθέντος ότι η σχετική πράξη με την οποία έγινε η εν λόγω δέσμευση ναι μεν έπρεπε να κοινοποιηθεί σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, ωστόσο δεν αποδείχθηκε πότε ακριβώς κοινοποιήθηκε στην καθής, ώστε να κριθεί αν γνώριζε αυτή ότι η πωλήτρια εταιρεία δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις οφειλές της από τη μεταξύ τους σύμβαση χορήγησης πίστωσης και πιθανόν και στην εκτέλεση της μεταξύ αυτής και της πρώτης ανακόπτουσας σύμβασης πώλησης.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους κτήσης των επιταγών υπήρχαν δυσμενή στοιχεία όσον αφορά τη φερεγγυότητα της πωλήτριας καταχωρημένα στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ή ότι είχαν εκδοθεί σε βάρος της σωρεία διαταγών πληρωμής, αφού τέτοια στοιχεία δεν προσκομίσθηκαν από τους ανακόπτοντες, τα οποία να δικαιολογούν την κακή πίστη της καθής αναφορικά με το ότι η πωλήτρια εταιρεία δεν επρόκειτο να παραδώσει τα παραγγελθέντα εμπορεύματα στην πρώτη ανακόπτουσα.

Η εμπορική δραστηριότητα της πωλήτριας εταιρείας έπαυσε το μήνα Μάιο του έτους 2011, διότι η οικονομική της κατάσταση επιδεινωνόταν. Η επιδείνωση αυτή δεν ήταν αιφνίδια αλλά σταδιακή και η καθής η ανακοπή μπορούσε να τη γνωρίζει, πλην όμως η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της πωλήτριας δεν συνεπάγεται ότι αποκλειόταν αυτή να εκτελέσει τη συγκεκριμένη παραγγελία εμπορευμάτων.

Αυτή η αδυναμία διεφάνη σε μεταγενέστερο της κτήσης των επιταγών χρόνο, δηλαδή εντός του μηνός Μαΐου του έτους 2011, οπότε ... σταμάτησε τη λειτουργία της και οριστικοποιήθηκε εντός του μηνός Ιουνίου, δηλαδή τον επόμενο μήνα. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η καθής η ανακοπή κατά τους κρίσιμους χρόνους γνώριζε ή έστω όφειλε να γνωρίζει την επελθούσα αυτή αδυναμία και, παρά ταύτα, έλαβε τις επίμαχες επιταγές με σκοπό να στερήσει από την πρώτη ανακόπτουσα τη δυνατότητα προβολής των ενστάσεών της κατά της πωλήτριας.

Άλλωστε και η αίτηση της πωλήτριας για θέση της στο καθεστώς του άρθρου 99 του ΠτχΚ υποβλήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 6-6-2011, μετά δηλαδή την κτήση των ένδικων επιταγών, ωστόσο, η μεταγενέστερη αυτή γνώση δεν ασκεί επιρροή στην καλή ή κακή πίστη της καθής ... Εξάλλου, η μεταβίβαση των επίδικων μεταχρονολογημένων επιταγών δεν επέβαλε εκ του νόμου υποχρέωση στην καθής - Τράπεζα να ζητήσει τιμολόγια ή άλλα φορολογικά στοιχεία περί της αιτίας για την οποία εκδόθηκαν οι επιταγές και η σχετική παράλειψη δεν την καθιστά κακής πίστεως κομίστρια, με την έννοια της απαιτούμενης "θετικής γνώσεως", περί της αιτίας εκδόσεως των επιταγών, αλλά και περί της γνώσεως του δυνατού της βλάβης της εκδότριας αυτών - ανακόπτουσας, ενώ η αμέλεια, ακόμη και βαριά των υπαλλήλων της καθής ως προς τον έλεγχο αυτό, δεν αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 22 ν. 5960/1933.

Το επικαλούμενο δε από τους ανακόπτοντες γεγονός, ότι οι υπάλληλοι της καθής δεν εφάρμοσαν σχετικές εγκυκλίους της Τράπεζας της Ελλάδος ή εσωτερικές εγκυκλίους της διοικήσεως αυτής προς τα κατά τόπους υποκαταστήματα, οι οποίες σημειωτέον αφορούν κατά κύριο λόγο σε ζητήματα εσωτερικής ευρύθμου λειτουργίας των τραπεζοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεν μπορεί από μόνο του να θεμελιώσει κρίση περί γνώσεως της καθής η ανακοπή του χαρακτήρα των επίδικων επιταγών και επιπροσθέτως της προθέσεως βλάβης των συμφερόντων της πρώτης ανακόπτουσας ...

Άλλωστε, και η ανάκληση των αρχικών επιταγών από την ανακόπτουσα εκδότρια έλαβε χώρα σε χρόνο μετά την απόκτησή τους από την καθής και μάλιστα ... δεν κοινοποιήθηκε προς αυτήν αλλά προς την πληρώτρια τράπεζα και τη λήπτρια εταιρεία, οπότε και η δυνατότητα ελέγχου της ανάκλησης μέσω ηλεκτρονικού μηχανογραφικού κέντρου συνέτρεχε εκ των υστέρων, αφού οι επιταγές είχαν μεταβιβασθεί στην καθής ως αξία λόγω ενεχύρου.

Η γνώση δε της καθής και ο σκοπός βλάβης των ανακοπτόντων δεν αποδεικνύεται ούτε από το γεγονός ότι η καθής δεν στράφηκε για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και κατά της ανωτέρω πωλήτριας εταιρείας, καθόσον η καθής μπορούσε εκ του νόμου ... να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά όλων ή μερικών από τα ευθυνόμενα από την επιταγή πρόσωπα κατ' επιλογή της.

Επίσης, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι μπορούσε η καθής να γνωρίζει κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, - διότι η μεταγενέστερη γνώση της δεν ενδιαφέρει- τον εγγυητικό χαρακτήρα αυτών κατά τρόπο θετικό, χωρίς ... να αρκεί η τυχόν βαριά αμέλεια, σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι είχε σκοπό βλάβης της πρώτης ανακόπτουσας.

Τούτος απαιτεί άμεσο δόλο πρόκλησης βλάβης σε βάρος των συμφερόντων της και δεν αρκεί προς τούτο ο ενδεχόμενος δόλος της τυχόν αποδοχής, πέραν της ικανοποίησης των συμφερόντων της τράπεζας, η παραπλεύρως (παρεμπιπτόντως και εξ αφορμής, όχι επί σκοπώ) πρόκληση τυχόν βλάβης στα συμφέροντα του εκδότη της επιταγής.

Στην προκειμένη ωστόσο περίπτωση δεν προκύπτει τέτοιος σκοπός της καθής τράπεζας, καθόσον αυτή ήθελε κατ' αρχήν τις επιταγές από έναν φερέγγυο εκδότη, όπως η ανακόπτουσα, προκειμένου να βελτιώσει το πλαφόν της πωλήτριας εταιρείας και να μειώσει το χρεωστικό της υπόλοιπο από το μεταξύ τους αλληλόχρεο λογαριασμό, για να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της, ως προς την πιθανότητα να καταστεί αδύνατη η εξυπηρέτησή του από την πιστούχο εταιρεία σε περίπτωση αφερεγγυότητάς της, πλην όμως, εμμέσως και μόνο με τον τρόπο που επέλεξε να εξασφαλιστεί, δεχόμενη τις επίδικες επιταγές δι' οπισθογραφήσεως ως αξία ενεχύρου, προκαλούσε βλάβη στα συμφέροντα της ανακόπτουσας, που δεν μπορούσε να της προτείνει τις ενστάσεις που είχε έναντι της αντισυμβαλλομένης της λήπτριας ως άνω εταιρείας.

Δεν σημαίνει όμως τούτο, ότι επιδίωκε τη βλάβη της ανακόπτουσας. Ωστόσο, είναι γνωστό ... ότι απαιτείται σκοπός βλάβης ... ήτοι άμεσος δόλος και σκοπός και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και η αποδοχή του ενδεχόμενου της βλάβης εκ μέρους της τράπεζας. Σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει ότι η καθής, κατά το χρόνο της κτήσεως των επίμαχων επιταγών γνώριζε τα δικαιοπαραγωγικά των ενστάσεων πραγματικά περιστατικά και ότι απέκτησε αυτές με σκοπό να βλάψει την ανακόπτουσα.

Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε αφενός η θετική γνώση της καθής περί της αδυναμίας εκπληρώσεως της μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της πωλήτριας εταιρείας σύμβασης, για την οποία εκδόθηκαν οι επίμαχες επιταγές, και αφετέρου η πρόθεση βλάβης των ανακοπτόντων, κατ' ακολουθία δεν βαρύνεται αυτή με οικείο πταίσμα ως προς την μη είσπραξη των επιταγών από την πωλήτρια, ούτε οι παραπάνω ενέργειές της ως προς την είσπραξη αυτών αντιβαίνουν στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής των αναιρεσειόντων ως αβάσιμους και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 ν. 5960/1933 και 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η δικαστική επιδίωξη εκ μέρους της καθής η ανακοπή να εισπράξει την αξία της επίμαχης επιταγή των 38.350 ευρώ δεν παρίσταται ως καταχρηστική, αιτιολόγησε δε πολλαπλώς την κρίση του αυτή, λαμβάνοντας υπόφη: Κατά πρώτον, ότι δεν αποδείχθηκε γνώση της καθής η ανακοπή κατά το χρόνο κτήσεως των αρχικών πέντε επιταγών για τον εγγυητικό χαρακτήρα αυτών, αφού ούτε η ίδια η πρώτη ανακόπτουσα γνώριζε ότι δεν θα της παραδίδονταν τα παραγγελθέντα εμπορεύματα.

Κατά δεύτερον, συνιστά γεγονός που σαφώς υποδηλώνει αναγνώριση της οφειλής της έναντι της καθής η ανακοπή το ότι η πρώτη ανακόπτουσα υπέβαλε αίτηση διακανονισμού της οφειλής της, υπέγραψε δύο συμφωνητικά ενεχυρίασης επιταγών και κατέβαλε έναντι αυτής ποσόν 1.000 ευρώ μηνιαίως σχεδόν επί δέκα μήνες. Κατά τρίτον, η εκ μέρους της καθής η ανακοπή υποβολή αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής αποτελούσε ενάσκηση νομίμου και θεμιτού δικαιώματος της και ουδόλως ήθελε χαρακτηρισθεί ως εκβίαση σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας.

Περαιτέρω, και ως προς το στοιχείο της κακής πίστεως της καθής η ανακοπή, το Εφετείο δέχθηκε με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι μόνη η οικονομική δυσπραγία της λήπτριας των επιταγών εταιρείας πριν το χρόνο κτήσεως των επιταγών από την καθής η ανακοπή δεν αποδεικνύουν τη θετική γνώση της τελευταίας, -αφού δεν αρκεί έστω και η βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της-, ότι η πωλήτρια εταιρεία δεν επρόκειτο να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις της και να παραδώσει στην πρώτη ανακόπτουσα τα αναγραφόμενα στα δελτία παραγγελιών εμπορεύματα, να λάβει διά οπισθογραφήσεως τις επιταγές αυτές με σκοπό να στερήσει από την πρώτη ανακόπτουσα τη δυνατότητα να προβάλει τις ενστάσεις που είχε κατά λήπτριας των επιταγών και πωλήτριας των εμπορευμάτων, ως ενισχυτικό δε στοιχείο για την έλλειψη κακής πίστεως εκ μέρους της καθής η ανακοπή αναφέρει το Εφετείο ότι, εφόσον οι συναλλασσόμενοι (η πρώτη ανακόπτουσα και η λήπτρια των επιταγών) κινούνταν στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, ευλόγως θεωρήθηκε ότι οι επιταγές αυτές αντιπροσώπευαν εμπορική συναλλαγή, απορρέουσα από τον ίδιο κύκλο εργασιών και ότι εμφάνιζαν συνάφεια.

Με αφετηρία δε τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε στη συνέχεια και τους λοιπούς συναφείς λόγους της ανακοπής των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καθής η ανακοπή τελούσε σε γνώση της υπάρχουσας μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της λήπτριας των επιταγών συμφωνίας για την απαγόρευση μεταβιβάσεως των επιταγών λόγω του εγγυητικού χαρακτήρα αυτών, ιδίως ενόψει του ότι δεν προέκυπτε κάτι σχετικό από το σώμα των συγκεκριμένων αξιογράφων, ούτε ότι κατά το χρόνο κτήσεως των αρχικών επιταγών η καθής η ανακοπή είχε λάβει γνώση της δεσμεύσεως των λογαριασμών της πωλήτριας εταιρείας, ούτε, τέλος, ότι κατά τον αυτό χρόνο υπήρχαν δυσμενή στοιχεία σε βάρος της πωλήτριας εταιρείας στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ.

Κατόπιν τούτου, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρόβαλαν και προέκυπτε από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν ότι σε κάθε περίπτωση η καθής η ανακοπή διά των προστηθέντων της επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την κτήση των επιταγών, λαμβάνοντας αυτές δι' οπισθογραφήσεως, κατά παράβαση των σχετικών εγκυκλίων, μη ζητώντας τιμολόγια ή άλλα παραστατικά έγγραφα, που να πιστοποιούν την πραγματική αιτία εκδόσεως των επιταγών, αγνοώντας έτσι υπαιτίως ότι οι επιταγές εκδόθηκαν προκαταβολικά για αβέβαιη και μελλοντική απαίτηση.

Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για την εφαρμογή του άρθρου 22 ν. 5960/1933, απαιτείται να υφίσταται γνώση, και δεν αρκεί, έστω και βαριά, αμέλεια του κομιστή της επιταγής κατά το χρόνο οπισθογραφήσεως του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση σ' αυτόν της επιταγής είναι δυνατό να ματαιωθεί η προβολή των προσωπικών ενστάσεων του εκδότη κατά του λήπτη και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο, ενώ εξάλλου το στοιχείο της γνώσεως εκ μέρους της καθής η ανακοπή ερευνήθηκε στα πλαίσια των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά που δεν αποδείχθηκαν από τους μάρτυρες και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω κατά την έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, από τα μνημονευόμενα σ1 αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, δηλαδή έγγραφα και μάρτυρες.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, εφόσον η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Οκτωβρίου 2016 αίτηση των α) Ά. Τ. και β) Σ. Μ., για αναίρεση της 60/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ