Legislator Case Law & Legislation
788/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to specify legal rule violations under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 788/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Crete's decision, ordering him to pay the respondent's legal costs. The appellant argued for violations of substantive law and evidentiary rules but failed to specify which legal rules were breached or how the lower court's reasoning was insufficient. The court ruled that appeals must clearly identify the violated legal norms and the specific deficiencies in the lower court's justification, which the appellant did not provide.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 561, Art. 566 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the violated legal rules and the specific deficiencies in the lower court's reasoning, otherwise it is inadmissible for vagueness.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Vague appeal Substantive law violation Legal reasoning Court of Crete Legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 566 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005
Supreme Court Case 28/1998
Supreme Court Case 524/2008
Supreme Court Case 1310/1998
Supreme Court Case 1/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 788 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 788/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τζανάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΕΚ ΑΕ", που εδρεύει στα …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/10/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 17/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/9/2013 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 161/2012 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, αυτό παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσιών (Ολ. ΑΠ 28/1998). Περαιτέρω από τη διάταξη του αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτή κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτική ή εφόσον η εκτίμησή τους, δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2247/2009).

Περαιτέρω από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ 1 του ν.2112/1920, 1 και 5 των ν.3148/1995 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Εξάλλου, υπό την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν να συμφωνηθούν ουσιαστικοί περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη, όπως το επιτρεπτό της καταγγελίας μόνο για σπουδαίο λόγο, η ανυπαρξία του οποίου έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας, ο εργοδότης όμως δεν υποχρεωμένος, επί ποινή ακυρότητας, να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα θεμελιώνοντα αυτόν πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 14/1999).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 679 ΑΚ, κατά την οποία είναι άκυρη η συμφωνία με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του εργαζομένου από τα άρθρα 656 έως 658, 659 παρ. 2 είναι 667, 668 εδ. 2, 670, 674, 677 και 678 ΑΚ, κηρύσσεται άκυρη κάθε συμφωνία με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του μισθωτού που απορρέουν από τις διαμνημονευόμενες διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 161/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία, δυνάμει της από 2.5.1989 έγγραφης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπεύθυνος του τμήματος μηχανογράφησης στο γραφείο που διατηρούσε η τελευταία στα Χανιά.

Ο μισθός συμφωνήθηκε να είναι ο προβλεπόμενος από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας των πρακτορείων υπαλλήλων πλέον επιδόματος ΑΝΕΚ 10% επί του βασικού μισθού και επιδόματος θέσεως και υπερεργασίας. Από την ημέρα της πρόσληψης του ο ενάγων προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος τμήματος μηχανοργάνωσης έως το 2002.

Πριν από το έτος και μάλιστα κατά το έτος 2000, που ο ανταγωνισμός στο Ναυτιλιακό περιβάλλον έγινε πάρα πολύ έντονος και ακολούθησε η είσοδος της εναγόμενης Ναυτιλιακής Εταιρείας στο Χρηματιστήριο, υπήρξε επιτακτική ανάγκη για εκσυγχρονισμό της ενάγουσας Ναυτιλιακής εταιρείας, όπου τότε, εκτός από την αναδιοργάνωση στο οργανόγραμμα και τις ανακατατάξεις στο' πεδίο των Διευθυντικών Στελεχών, προσλήφθηκαν και ορίσθηκαν νέοι Διευθυντές Οικονομικών, εμπορικής εκμετάλλευσης, Μάρκετινγκ, ανθρώπινου, δυναμικού και Αρχιπλοίαρχος.

Προς τούτο αναδιαρθρώθηκε το οργανόγραμμα της Ναυτιλιακής εταιρείας και' το εσωτερικό' του κανονισμού της και το μοναδικό τμήμα στον τομέα της Πληροφορικής που υπήρχε τότε (της Μηχανογράφησης) και στο οποίο ήταν υπεύθυνος ο ενάγων, αναβαθμίστηκε και διευρύνθηκε σε Διεύθυνση Πληροφορικής, αποτελούμενη από (4) τμήματα, (α) τμήμα ανάπτυξης εφαρμογών (software) με υπεύθυνη την Μ., (β) τμήμα εξοπλισμού (hardware) με υπεύθυνο τον ενάγοντα, (γ) τμήμα τηλεπικοινωνιών και δικτύων με υπεύθυνη τον Μ.

και (δ) τμήμα υποστήριξης-εκπαίδευσης χρηστών με υπεύθυνη την Χ., ενώ η θέση του Δ/ντη Πληροφορικής έμεινε κενή. Το 2004 τη θέση Δ/ντη Πληροφορικής ανέλαβε η Μ. και τη θέση της στο τμήμα ανάπτυξης εφαρμογών (software) ανέλαβε ο Δ.. Στην θέση δε του Διευθυντή Πληροφορικής, από 18-9-2007 η εναγόμενη, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της και προωθώντας τα συμφέροντα της, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της και με τη δυνατότητα της να πραγματοποιεί ανακατατάξεις στο προσωπικό της, προσέλαβε τον Μ.

Ν., ο οποίος είχε εξειδικευμένα προσόντα και εμπειρία, ως πτυχιούχος σε COMPUTER STUDIES και μάλιστα απόφοιτος της σχολής Polytechnic Of Central London (HND, BCc) και της London Guildhall University (MSc), με εμπειρία και στην διδασκαλία σε ιδρύματα (The College Of North West London, Nene College Northampton Univercity), αλλά και με πλούσια επαγγελματική εμπειρία σε ανάλυση, σχεδιασμό, υλοποίηση διαφόρων προγραμμάτων για διάφορους εργοδότες (όπως στις, Αγροτι-κή Ασφαλιστική, GDB Α.Ε, ODEON Datamedia, APT Α.Ε, ΟΤΕ Α.Ε, Otesat- Maritel, Εμπορικό Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών ΑΝΕΚ, Εθνικό κέντρο τεκμηρίωσης, Υπουργείο Οικονομίας και οικονομικών Europa- profil Αλουμίνια Νηρεύς ιχθυοκαλλιέργειες Α.Ε), ενώ ο ενάγων ήταν πτυχιούχος του μαθηματικού τμήματος της Φυσικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών της Φυσικής Σχολής του Παν/μιου Κρήτης, χωρίς άλλη ειδικότερη εξειδίκευση και εμπειρία.

Έτσι ο ενάγων τοποθετήθηκε κατά τις επιλογές της διοίκησης της εναγόμενης από 4-7-2003 και εφεξής ως Αναπληρωτής Τμηματάρχης Εξοπλισμού της εναγόμενης (hardware), έως την 30-9-2007, που η εναγόμενη εργοδότρια κατήγγειλε εγγράφως, την ανωτέρω σύμβαση της με τον ενάγοντα, χωρίς να επικαλεστεί οποιονδήποτε λόγο, αλλά με επίκληση των διατάξεων του νόμου περί καταγγελίας της σύμβασης αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας σ' αυτόν την νόμιμη αποζημίωση απολύσεως.

Με βάση τα περιστατικά αυτά και δοθέντος ότι, μετά το νέο αυτό ξεκίνημα της εταιρείας, κατά το οποίο ο ενάγων δεν αναβαθμίστηκε σε θέση Διευθυντή, ακολουθήθηκε στη συνέχεια από πλευράς του, μία στάση που διακρινόταν από εμφανή έλλειψη ειλικρινούς συνεργασίας και παθητικής συμπεριφοράς καθ' όλη την μεταβατική αυτή περίοδο και έκτοτε καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του, εξακολουθούσε να επιδεικνύει αντισυμβατική συμπεριφοράς και να μη συνεργάζεται ως όφειλε με τους άλλους συναδέλφους του, δημιουργώντας διάφορα προβλήματα συνεργασίας με το προσωπικό της εταιρείας.

Ειδικότερα, από εκείνο το σημείο και μετά, παρόλο που οι μηχανογραφικές εφαρμογές που υποστήριζε είχαν ανάγκη αναβάθμισης και προσαρμογής σε νέα δεδομένα, σύμφωνα με τον Κ.Β.Σ., άρχισε να αντιδρά αρνητικά μη μεταδίδοντας στους υπόλοιπους συνάδελφους του, τις γνώσεις που είχε αποκομίσει όλα αυτά τα έτη πάνω στο αντικείμενο του, με αποτέλεσμα να καθυστερεί υπέρμετρα κάθε εγχείρημα, στην προσπάθεια που κατέβαλαν οι αντικαταστάτες του να κατανοήσουν τον τρόπο λειτουργίας των προγραμμάτων, που είχε συντάξει, και να δημιουργούνται προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας και στις ανάγκες της επιχείρησης.

Με τρόπο δε ερειστικό προς συγκεκριμένα άτομα, που ανέλαβαν με απόφαση της εταιρείας ( βάσει του νέου οργανογράμματος και του εσωτερικού κανονισμού) την συντήρηση- ανάπτυξη των μηχανογραφικών εφαρμογών (software), επανειλημμένα απαντούσε σε κάθε ερώτηση, "έχω να το δώ πολύ καιρό, δεν θυμάμαι", "δεν είναι της αρμοδιότητας μου".

Η σχέση δε με τους συναδέλφους του, ήταν με κάποιους τυπική, και με άλλους ακόμα και εμπαθής, αφού ξαφνικά και χωρίς κάποια προσωπική αντιπαράθεση έκοψε το καλημέρα και γενικά την όποια συνεργασία πάνω στα πλαίσια της εργασίας. Η οποιαδήποτε προσπάθεια συνεργασίας ή μία απλή συνάντηση συνεργασίας στα πλαίσια της Δ/νσης ήταν ανέφικτη και στην πράξη τον απέφευγαν οι υπόλοιποι συνάδελφοι του, αφού τις περισσότερες φορές οδηγούσε σε προσωπικές αντιπαραθέσεις και σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς προς τους υπολοίπους.

Η παραπάνω συμπεριφορά του συνεχίστηκε και μετά την πρόσληψη του νέου Διευθυντή (από 18-9-2007 ), με αποτέλεσμα να μην εξυπηρετούνται πλέον οι ανάγκες της εταιρείας στον νευραλγικό αυτό τομέα, να κλονιστεί η εμπιστοσύνη της εργοδότριας εταιρείας στο πρόσωπο του και αφού πλέον διαπιστώθηκε από την πλευρά της διοίκησης της εναγόμενης εταιρείας, ότι είχε εκλείψει κάθε πιθανότητα συνεργασίας μεταξύ τους, η τελευταία αναγκάστηκε να προβεί στις 30-9-2007 σε έγγραφη καταγγελία της εργασιακής του ενάγοντος σύμβασης, γιατί η συμπεριφορά του αυτή δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας και στις ανάγκες της επιχείρησης (ΑΠ 1115/2007) και κλονίζουν την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του (ΑΠ 1437/2006), δηλαδή η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από τη μεριά της εναγομένης εργοδότριας για συγκεκριμένους σοβαρούς λόγους που την οδήγησαν στη μονομερή λύση της σύμβασης, λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την καταγγελία και δεν την καθιστούν καταχρηστική και άκυρη, καθόσον εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής του ενάγοντος δικαιολογημένο κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων και κατέστη μη επιθυμητή από την εναγομένη η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως και που κατά προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, συνιστούν πράγματι σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας".

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης επικαλείται των εκ των άρθρων 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης ισχυριζόμενος ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 και 679 ΑΚ και χωρίς να αποδίδει συγκεκριμένα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας περί των ερμηνειών και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αναλίσκεται σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο εσφαλμένο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του έγινε για σπουδαίο λόγο.

Έτσι όμως πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Επειδή, κατά την έννοια των άρθρων 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο αυτός είχε μεν προβάλει πρωτοδίκης, δεν είχε όμως επαναφέρει νομίμως ενώπιον του Εφετείου κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, ο εκ της παραβάσεως αυτής γεννώμενος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει τον ισχυρισμό τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη καίτοι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του.(ΑΠ 1446/2003). Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, παρά τη διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ, έλαβε υπόψη τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσιβλήτου, καίτοι αυτές δεν είχαν επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του, είναι αόριστες αφού δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός τον οποίο έλαβε υπόψη ανεπιτρέπτως το Εφετείο, όπως και ποιες αποδείξεις έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα, με την απλή ενσωμάτωση των πρωτοδίκων αποφάσεων της αναιρεσίβλητης σε εκείνες της κατ' έφεση δίκης, και η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποιο αποδεικτικό μέσο άντλησε την απόδειξη γι' αυτό.(ΑΠ 1/2008). Για το ορισμένο του λόγου αυτού της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 669 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ για τη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη. Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται οι ισχυρισμοί που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς απόδειξη και η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος.

Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το αναιρετήριο πρέπει να διαλαμβάνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της αναιρέσεως. Ειδικότερα για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου κατά τον άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες δικαίου, ή αν υπάρχει σχετική με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών, ή απόφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των λόγων αναίρεσης βάσει της αρχής juru novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 524/2008).

Εάν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας πλήττεται για ανεπαρκείς αιτιολογίες, στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρονται ποιες είναι οι αιτιολογίες που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά τι αυτές είναι ελλειπείς.(ΑΠ 1310/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ ισχυρίζεται εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 669 αρ. 2 και 679 ΑΚ λόγω ελλειπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιες είναι αυτές οι αιτιολογίες και κατά τι αυτές είναι ελλειπείς .

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος. Επίσης και ο έκτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε την αξίωσή του την παροχή εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου, είναι αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι φερόμενοι και παραβιασθέντες κανόνες δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή απόφαση ή ανεπάρκεια αυτών.

Επομένως, απορριπτέος είναι και ο λόγος αυτός της αναίρεσης λόγω αοριστίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.9.2013 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Μ. του Δ. αυτή της υπ' αριθμ. 161/2012 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ