Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal, remanding case for retrial due to substantive law violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by employees against a final labor court decision dismissing their claims. The court found that the lower court violated substantive labor laws regarding fixed-term contracts and failed to apply relevant articles of the Civil Code and specific regulations. Consequently, the appeal was allowed, the decision was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672, 681 of the Civil Code; Article 6 of Law 2527/1997; Article 22 of the Constitution; Article 103 of the Constitution; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court violates substantive law provisions governing labor contracts, even if the decision is based on a secondary ground of inadmissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 788 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 788/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Β. του Ε., έως και 24) Δ. Χ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/2008 μη οριστική και 2115/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4809/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/2/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου, 2ου, 4ου, 5ου και 6ου των αναιρετικών λόγων της ένδικης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4809/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη του τρίτου από αυτούς.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κοινοτική οδηγία 1999|70|Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε. στις 28-6-1999, επιδιώχθηκε η υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου, για την εργασία ορισμένου χρόνου, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP. Οι ρυθμίσεις της αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα, κατά τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους.
Αποσκοπεί αφενός στη διασφάλιση της αρχής της μη διάκρισης, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, έναντι των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας αόριστου χρόνου και αφετέρου στην καθιέρωση ενός ελάχιστου αναγκαίου ρυθμιστικού πλαισίου για την αποφυγή κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς ή για ορισμένα επαγγέλματα και δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη συμφωνία πλαίσιο που έχει ενσωματώσει η εν λόγω οδηγία, το ευεργέτημα της σταθερότητας της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (απόφαση ΔΕΚ C - 212 Κ.
Αδενέλερ, σκέψεις 61, 62 και 63). Όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 της ρήτρας 5 της ενσωματωμένης στην οδηγία συμφωνίας - πλαισίου, αφού ληφθούν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων ή κατηγοριών εργαζομένων, λαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα, θεσπίζοντας κανόνες που καθορίζουν:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 της ρήτρας 5, ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να καθορίζει, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αόριστου χρόνου. Η προθεσμία για την ενσωμάτωση της οδηγίας αυτής στην ελληνική έννομη τάξη έληξε, μετά από παράταση, κατά το άρθρο 2 εδάφιο δεύτερο αυτής, στις 10 Ιουλίου 2002. Η μεταφορά της στην ελληνική έννομη τάξη έγινε εκπρόθεσμα, αναφορικά με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, στις 2-4-2003, με το ΠΔ 81/2003 και ως προς τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα στις 19-7-2004, με το ΠΔ 164/2004.
Ωστόσο, στην ελληνική έννομη τάξη, όχι μόνο πριν από τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας, αλλά και πριν από την ημερομηνία που έπρεπε να μεταφερθεί, η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων με την καταχρηστική επιλογή της σύμβασης ορισμένου χρόνου, αντί αόριστου χρόνου που αντικειμενικά δικαιολογείται, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.
Οι διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα και καθιερώνουν "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", του εθνικού μας δικαίου, για την αποτροπή και αντιμετώπιση καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας - πλαισίου που ενσωματώθηκε στην εν λόγω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη συμβατική σχέση οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος, δεν είναι δεσμευτικός, αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης, αν δηλαδή αυτή αποτελεί σύμβαση έργου ή εξαρτημένης εργασίας και περαιτέρω αν, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης.
Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μια μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκε. Εξάλλου, η ανωτέρω οδηγία, η οποία δεν προβλέπει αμέσου εφαρμογής ειδικές κυρώσεις σε περιπτώσεις καταχρήσεων του είδους που προαναφέρθηκαν, αφήνει στις εθνικές αρχές τη λήψη των πρόσφορων μέτρων για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων, τα οποία πρέπει να είναι όχι μόνο αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου.
Εντούτοις, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων που είναι η πλέον σύμφωνη προς το σκοπό αυτό για να καταλήξουν έτσι σε λύση συμβατή προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
Επίσης, δεν επιτρέπεται να εφαρμόσουν εθνική νομοθεσία η οποία αντίκειται προς τους σκοπούς της οδηγίας (ΔΕΚ υπόθεση C - 212 Κ. Αδενέλερ σκέψεις 108, 124 και αποφάνσεις 1, 3 και 4).
Συνεπώς, η σύμφωνη προς την ανωτέρω οδηγία ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οδηγεί στο ερμηνευτικό πόρισμα, ότι για τις συμβάσεις που ήταν ενεργές την 10-7-2002 ή καταρτίστηκαν μετά από την ημερομηνία αυτή έως τουλάχιστο την 19-7-2004, ημέρα της έναρξης ισχύος του Π.Δ. 164/2004, δεν αποκλείεται να θεωρηθεί ως αόριστου χρόνου μια σύμβαση εργασίας, η οποία χαρακτηρίσθηκε από τα μέρη ως σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός ορισμένης διάρκειας αυτής δε δικαιολογείται από τη φύση της εργασίας, έστω και αν η σύναψή της για ορισμένη μόνο διάρκεια προβλέπεται από το νόμο, οπότε, όπως είχε νομολογηθεί πριν από την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας, δεν επιτρεπόταν τέτοιος αναχαρακτηρισμός της (ολΑΠ 1807/1986).
Δεν αποκλείει επομένως, από την 10-7-2002, τον ορθό από το δικαστήριο χαρακτηρισμό ως σύμβασης αόριστου χρόνου, της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, και τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, η διάταξη του άρθρου 21 παραγρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 2194/1994, που ορίζει ότι είναι άκυρη η μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου.
Η συμφωνία - πλαίσιο, η οποία επιβάλλει την τήρηση των αρχών της ισοδυναμίας, σε σχέση με τα μέτρα που αφορούν τους εργαζομένους τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, καθώς και της αποτελεσματικότητας, εμποδίζει την εφαρμογή της διάταξης αυτής, κατά το μέρος που αυτή απαγορεύει απολύτως τέτοια "μετατροπή" των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας που έγιναν προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, μόνο στο δημόσιο τομέα, χωρίς μάλιστα να υφίσταται άλλο αποτελεσματικό μέτρο προς αποφυγή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και προστασίας του εργαζομένου από αυτές (ΔΕΚ υπόθεση C - 212/04 Κ.
Αδενέλερ σκέψεις 95, 99 και 105, αποφάνσεις 2 και 3). Τέτοιο δε προστατευτικό για τους εργαζόμενους μέτρο, δεν είναι μόνη η πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων κατά των, παραβατών των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, προϊσταμένων των υπηρεσιών. Με ερμηνεία, συνεπώς, σύμφωνη προς τους σκοπούς της ανωτέρω οδηγίας, η απαγόρευση της μετατροπής που προβλέπει το άρθρο 21 του ν. 2190/1994, πρέπει να νοηθεί ότι αναφέρεται σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου που πράγματι καταρτίσθηκαν για την εξυπηρέτηση απρόβλεπτων και επειγουσών ή εποχιακών αναγκών και δεν αφορά και τις συμβάσεις που συμφωνήθηκαν ορισμένου χρόνου, χωρίς να υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν την ορισμένη διάρκειά τους, αλλά καταρτίσθηκαν για την εξυπηρέτηση πράγματι πάγιων και διαρκών αναγκών.
Περαιτέρω, εμπόδιο για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του ΑΚ και του Συντάγματος που προαναφέρθηκαν, δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 αυτού α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το δημόσιο τα ν.π.δ.δ.
τους Ο.Τ.Α και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε μη νομοθετημένες θέσεις για την κάλυψη απρόβλεπτων, πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, αλλά και η πρόσληψη με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αόριστου χρόνου για την πλήρωση νομοθετημένων οργανικών θέσεων, β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, η απαγόρευση όμως αυτή αναφέρεται σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έγιναν πράγματι για την κάλυψη πρόσκαιρων, απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, οπότε μόνο επιτρέπεται και η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου και δεν αναφέρεται και σε συμβάσεις που έγιναν για την απασχόληση σε μη νομοθετημένες οργανικές θέσεις, για την κάλυψη όχι τέτοιων αναγκών, αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών, οπότε η σύναψή τους για ορισμένη χρονική διάρκεια έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων που ορίζουν πότε επιτρέπονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, πλην για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι νόμοι που εκδόθηκαν κατ" επιταγή αυτών, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου.
Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" των συμβάσεων ορισμένου σε αόριστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή", αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (Ολ ΑΠ 18/2006).
Ο ορθός χαρακτηρισμός της σχέσης, ως αόριστου χρόνου, εξάλλου, προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση προς τους σκοπούς της ανωτέρω οδηγίας, δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή της πρόσληψης στο δημόσιο τομέα με σύμβαση αόριστου χρόνου μόνο σε οργανικές θέσεις, καθώς και με διαγωνισμό ή επιλογή, υπό τους όρους του νόμου, εφόσον η οδηγία αναφέρεται όχι μόνο σε συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν εγκύρως, αλλά και σε σχέσεις εργασίας, στις πραγματικές δηλαδή εργασιακές σχέσεις που υπάρχουν, έστω και αν δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως προς τις οποίες επίσης είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920.
Με ερμηνεία δε σύμφωνη με την εν λόγω οδηγία, πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι εφαρμοστέες, ως προς το δημόσιο τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα ν.π.δ.δ., και οι διατάξεις των άρθρων 46 περ. δ" και 53 του Π.Δ. 410/1988, που επιβάλλουν την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης με καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου.
Τέλος, τον ορθό χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας ως αόριστου χρόνου και σε περιπτώσεις που καταρτίστηκε σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς αυτή να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, προϋποθέτει ως μη αποκλειόμενο από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και το Π.Δ. 164/2004, με το οποίο ενσωματώθηκε η ανωτέρω οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη.
Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του εν λόγω Π.Δ/τος, οι οποίες δεν αντίκεινται στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος (ΣτΕ 1253 και 1254|2006) ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που σχετίζονται με την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές κατ' αυτήν ή κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από αυτήν, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου και έτσι αναγνωρίζουν τον αληθινό χαρακτήρα των σχετικών συμβάσεων και δεν μετατρέπουν αυτές από ορισμένου σε αόριστου χρόνου.
Ειδικότερα το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής: 1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του.
γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση.
2.Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία. Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης. Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος.
Ωστόσο, συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που ήταν ενεργές ή καταρτίσθηκαν πριν από την ισχύ του εν λόγω Π.Δ/τος, μετά δε την 10-7-2002, ημέρα έως την οποία έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η εν λόγω οδηγία, καταλαμβάνονταν ήδη από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, δεν είναι δε επιτρεπτή, σύμφωνα με την οδηγία αυτή, η χειροτέρευση της θέσης των εργαζομένων και συνεπώς εξακολουθούν αυτές να διέπονται από το ευνοϊκότερο καθεστώς των εν λόγω διατάξεων και να μη περιορίζεται η αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου μόνο για το μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004 χρονικό διάστημα, ούτε να εξαρτάται ο χαρακτηρισμός αυτός από προϋποθέσεις που δεν προβλεπόταν πριν από αυτήν.
Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου.
Στις ρυθμίσεις αυτές, εξάλλου, υπάγονται και εργαζόμενοι με συμβάσεις "ορισμένου χρόνου" σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δημοσίου χαρακτήρα, που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ. 164|2004 και 51 παρ. 1γ του Ν. 1892| 1990 (για επαναοριοθέτηση του δημοσίου τόμέα).
Τέλος, με τον Ν. 1730/1987 ιδρύθηκε η Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Α.Ε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας και είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα [Ν. 1256/1982], ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, και έχει ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και την συμβολή της στην ενημέρωση, μόρφωση και στην ψυχαγωγία του Ελληνικού Λαού, χωρίς την επιδίωξη απόκτησης κέρδους, [άρθρα 1 και 2 παρ.1 του Ν. 1730/1987], ].
Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της ΕΡΤ που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων10 παρ.9 και 19 του ως άνω νόμου [1730/1987] εγκρίθηκε με την 8265/Ζ2/815/12.4.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης [ΦΕΚ 283/20.4.1989 τ.Β'] και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό που συνδέεται με αυτήν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Το τακτικό προσλαμβάνεται σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 αυτού μετά από διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία, επιλογή ή συνέντευξη για την κάλυψη τακτικών οργανικών θέσεων, ενώ το έκτακτο είναι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου η αορίστου χρόνου, σε οργανικές θέσεις, για την κάλυψη ειδικών αναγκών αποκλειστικά με την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου, δημοσιογράφου.
Πέραν από το τακτικό και έκτακτο προσωπικό η ΕΡΤ για την εκπλήρωση των σκοπών της, συνεργάζεται με έκτακτους εναλλασσόμενους εξωτερικούς συνεργάτες προγράμματος, διαφόρων ειδικοτήτων. Με το άρθρο 3 του ίδιου Κανονισμού, όπως συμπληρώθηκε με την από 23.6.2006 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, ορίζεται ότι δεν αποτελούν προσωπικό της ΕΡΤ και δεν υπάγονται στον Κανονισμό της, εκείνοι στους οποίους ανατίθεται για συγκεκριμένη εκπομπή, με έγγραφη σύμβαση, η εκτέλεση ορισμένου και συγκεκριμένου έργου με τους ειδικότερους όρους, που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, η δε σύμβαση υπογράφεται από τον αρμόδιο Γενικό Δ/ντή αυτής, μετά από γνώμη Τριμελούς Επιτροπής σχετικά με την αναγκαιότητα εκτελέσεως, του συγκεκριμένου έργου στην οποία μετέχει και εκπρόσωπος των εργαζομένων.
Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται η αμοιβή [εργολαβικό αντάλλαγμα] που ρητά καθορίζεται από την σχετική σύμβαση για το συγκεκριμένο έργο, ανεξάρτητα από τον χρόνο, που απαιτείται ή αναλώθηκε για την εκτέλεση του έργου και εκδίδονται για την αμοιβή τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων στοιχεία.
Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών με την ΕΡΤ-ΑΕ διέπονται αποκλειστικά από την συγκεκριμένη έγγραφη ατομική σύμβαση έργου και τις οικείες διατάξεις των άρθρων 681 ΑΚ. Όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 η ανάθεση και εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού και αποκλείεται η μετατροπή με οποιονδήποτε τρόπο της συμβάσεως έργου σε σύμβαση εργασίας.
Για την σύναψη των προαναφερόμενων συμβάσεων έργου τηρείται η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 του Ν.2527/1997 διαδικασία, με την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία καθορίζονται οι επιμέρους ειδικότητες κατά κατηγορία προσφερόμενου έργου, καθώς και οι επί μέρους υπηρεσίες της Ραδιοφωνίας και της Τηλεόρασης, στις οποίες θα παρασχεθεί το εκάστοτε έργο, εντός των ορίων συγκεκριμένης δαπάνης.
Εξάλλου, τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται (μόνο) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο δικαστής: α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα (για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις) και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ΔΕΝ είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών, εξάλλου, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό λόγο. Αντίφαση, τέλος, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε ,σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη -και ήδη αναιρεσίβλητη- ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία -Τηλεόραση ΑΕ", η οποία αποτελεί, δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον δημόσιο τομέα [ν. 1256/1982] ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και έχει ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κρατικής ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης καθώς και την συμβολή της, με τα μέσα αυτά, στην ενημέρωση, την μόρφωση και την ψυχαγωγία του ελληνικού λαού, χωρίς την επιδίωξη κέρδους [άρθρα 1 και 2 παρ.1 σταθερή παραγωγή και εκτέλεση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, συνήψε με τους ενάγοντες, οι οποίοι είναι χορωδοί, έγγραφες συμβάσεις, δυνάμει των οποίων αυτοί ανέλαβαν την υποχρέωση να εκτελέσουν, προσωπικά με δική τους επιμέλεια και αποκλειστική ευθύνη, στην διάρκεια του χρονικού διαστήματος, που οριζόταν στην σύμβαση το αναφερόμενο σ' αυτές [συμβάσεις] έργο, δηλαδή συμμετοχή στην παραγωγή προγράμματος και ειδικότερα δοκιμές μουσικών έργων, συναυλίες, ηχογραφήσεις για ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές και μαγνητοσκοπήσεις], έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται ανάλογα με την πρόοδο του έργου και για την καταβολή του οποίου οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να εκδίδουν το παραστατικό, που προβλέπεται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, δηλαδή αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 παρ. 4 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΕΡΤ, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 10 παρ. 9 και 19 παρ. 4 του ν. 1730/1987 εγκρίθηκε με την 8265/2/815/12.4.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως [ΦΕΚ 283/20.4.1989 τ.
Β'] και έχει συνεπώς ισχύ νόμου. Ειδικότερα οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν με την 1η ενάγουσα στις 4/10/1993, με την 2η στις 30/5/1996, με την 3η την 1/11/2000, με την 4η στις 20/10/1995, με τον 5° στις 8/7/1992, με τον 6° την 1/10/1999, με τον 7° την 1/1/2000, με τον 8° στις 28/6/1993, με την 9η στις 17/11/1997, με τον 10° τον Δεκέμβριο του έτους 1989, με την 11η στις 28/6/1993, με τον 12° στις 15/2/1993, με την 13η στις 24/5/1994, με την 14η στις 15/10/1996, με τον 15° την 1/7/1998, με τον 16° στις 20/10/1995, με την 17η την 1/10/1999, με τον 18° την 1/11/2000, με τον 19° στις 20/10/1995, με την 20η στις 15/3/1993, με τον 21° την 1/9/1999, με τον 22° την 1/1/2000, με τον 23° την 1/1/2000, με την 24η την 1/1/2001, με την 25η την 1/9/1999, με την 26η την 1/1/2000, με την 27η στις 24/5/1994, με την 28η την 1/7/1998 και με τον 29° τον Μάιο του έτους 1985.
Μετά την λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου των ως άνω συμβάσεων, καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης διαδοχικά, με μικρά κατά κανόνα, μεταξύ τους, κενά χρονικά διαστήματα και άλλες συμβάσεις ομοίου περιεχομένου και με τους αυτούς όρους και συγκεκριμένα με την 1η ενάγουσα είκοσι μία [21] συμβάσεις, με την 2η δέκα επτά [17] συμβάσεις, με την 3η ενάγουσα δεκατρείς [13], με τον 4° δεκατέσσερες [14] συμβάσεις, με τον 5° είκοσι δύο [22], με τους 6° και 7° ενάγοντες δέκα έξι [16] συμβάσεις, με τον 8° είκοσι δύο [22] συμβάσεις, με την 9η δέκα τέσσερες [14], με τον 10° δέκα επτά [17] συμβάσεις, με την 11η τριάντα [30] συμβάσεις, με τον 12° ενάγοντα τριάντα μία [31], με την 13η δέκα επτά [17] συμβάσεις, με την 14η ενάγουσα είκοσι επτά [27], με τον 15° δέκα τέσσερες [14] συμβάσεις, με τον 16° ενάγοντα τριάντα [30], με την 17η ενάγουσα δέκα έξι [16], με τον 18° δέκα τρείς [13] συμβάσεις, με τον 19° είκοσι τρείς [23], με την 20η είκοσι έξι [26] συμβάσεις, με τον 21° δεκαέξι [16], με τον 22° δέκα πέντε [15] συμβάσεις, με τον 23° έξι [6], με την 24η ενάγουσα δώδεκα [12] συμβάσεις, με την 25η δέκα έξι [16], με την 26η δέκα πέντε [15] συμβάσεις, με την 27η είκοσι μία [21], με την 28η δέκα εννέα [19] και με τον 29° ενάγοντα τριάντα επτά [37] συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από τους συμβαλλομένους διαδίκους ως συμβάσεις μισθώσεως έργου εξωτερικών συνεργατών.
Όλοι οι ενάγοντες-εξωτερικοί συνεργάτες ήταν υποχρεωμένοι να εκδίδουν το προβλεπόμενο από τον ΚΒΣ παραστατικό στοιχείο και συγκεκριμένα απόδειξη παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 3 παρ.4 του ΓΚΠ/ΕΡΤ. Ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων των εναγόντων [πλην των 9ης, 12ου, 16ου, 19ου και 20ης για τους οποίους θα γίνει λόγος κατωτέρω] έγινε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης-εφεσίβλητης και σε καμιά περίπτωση για την καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι ως άνω ενάγοντες ενεργούσαν κατά τον πλέον πρόσφορο καλλιτεχνικώς τρόπο, μη υποκείμενοι, κατά τούτο, στις οδηγίες και τον έλεγχο των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης. Η εκτέλεση του μουσικού έργου σε ορισμένο, συνήθως, χρόνο και σε προκαθορισμένο τόπο, υπό την διεύθυνση του μαέστρου της Ορχήστρας των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ δεν ήταν συνέπεια της εξάρτησης αυτών από την εναγομένη, αλλά επιβαλλόταν από την ιδιαιτερότητα του έργου, για την εκτέλεση του οποίου ήταν αναγκαία η συλλογική τους δράση.
Είναι, συνεπώς, πρόδηλο ότι με τις επίμαχες συμβάσεις οι διάδικοι [εκτός από τους 9η, 12°, 16°, 19° και 20η ενάγοντες] απέβλεπαν στην εκτέλεση ορισμένου έργου και όχι στην παροχή της εργασίας των εναγόντων ως μουσικών [χορωδών] για ορισμένες ώρες. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι οι εν λόγω ενάγοντες [πλην των 9ης, 12ου, 16ου, 19ου και 20ης ] δεν αποτελούσαν μέρος του προσωπικού [τακτικού ή εκτάκτου] της εναγομένης, δεν υπέκειντο στον εποπτικό και πειθαρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων αυτής, δεν τηρούσαν ορισμένη ώρα προσέλευσης και αναχώρησης από την υπηρεσία τους, όπως το προσωπικό αυτής [τακτικό ή έκτακτο] και ουδέποτε τους καταβλήθηκαν επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν για την συμπεριφορά αυτή της εναγομένης.
Άλλωστε σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης οι εν λόγω συμβάσεις, οι οποίες καταρτίστηκαν κατ' επιταγή του άρθρου 3 του έχοντος ισχύ νόμου ΓΚΠ/ΕΡΤ και όχι για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας οποιασδήποτε μορφής [ορισμένου ή αορίστου χρόνου], με τις οποίες συνδέονται, αποκλειστικά και μόνον, εκείνοι, που προσλαμβάνονται ως τακτικό ή έκτακτο προσωπικό για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων.
Ούτε, εξάλλου, οι εν λόγω συμβάσεις θα μπορούσαν, κατά μετατροπή, να ισχύουν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς την ρητή διάταξη του άρθρου 3 παρ.3 του Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης και κατά συνέπεια μια τέτοια μετατροπή θα καθιστούσε τις συμβάσεις αυτές άκυρες, ως συμβάσεις εργασίας.
Περαιτέρω το επικαλούμενο από τους ενάγοντες περιστατικό ότι από την αρχή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της, εναγομένης και αληθές υποτιθέμενο δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι τούτο δεν αποτελεί κατά τον Κανονισμό της τελευταίας, ούτε και κατ' άλλη διάταξη νόμου προϋπόθεση, είτε χαρακτηρισμού των ενδίκων συμβάσεων [πλην των συμβάσεων των 9ου, 12ου, 16ου , l9ου και 20ης εναγόντων] ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, είτε μετατροπής τους σε τέτοιες.
Εξάλλου το γεγονός ότι η εναγομένη πραγματοποιούσε υπέρ του ΙΚΑ κρατήσεις επί του καταβαλλομένου σ' αυτούς εργολαβικού ανταλλάγματος, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα των ενδίκων συμβάσεων ως γνησίων συμβάσεων μισθώσεως έργου, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 2 παρ.4 του Ν. 1210/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 1296/1982 "Στην ασφάλιση του ΙΚΑ για τους κλάδους σύνταξης και ασθενείας υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια και οι μη παρέχοντες εξαρτημένη εργασία....καθώς και οι τραγουδιστές, μουσικοί...".
Επίσης, ο χαρακτήρας των επίμαχων συμβάσεων δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα, το οποίο είχε συμφωνηθεί, καταβαλλόταν, όχι εφάπαξ, αλλά κατά μήνα, γεγονός, όμως, που δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, που συνδέει την εναγομένη με τους ενάγοντες [πλην των 9ης, 12ου, 16ου, 19ου και 20ης ].
Αλλά και στην υποθετική περίπτωση, που οι επίδικες συμβάσεις χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και πάλιν δεν είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 ώστε να χαρακτηριστούν αυτές ως ενιαίες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η εναγομένη ως εργοδότρια δεν είχε την δυνατότητα, σύμφωνα με τον προδιαληφθέντα ΓΚΠ/ΕΡΤ, προσλήψεώς τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της και συνεπώς, εφόσον υφίσταται σχετική νομοθετική απαγόρευση, η κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων δεν έγινε καταχρηστικά, προκειμένου να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Εξάλλου δεν εφαρμόζεται άμεσα στις συμβάσεις των εναγόντων [πλην των 9ου, 12ου, 16ου, 19ου και 20ου], όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, αφού αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει σαφείς και ορισμένους κανόνες, δεκτικούς άμεσης εφαρμογής. Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 103 του ισχύοντος Συντάγματος δεν επιβάλλουν την μετατροπή των συμβάσεων των άνω εναγόντων, αλλά αντίθετα απαγορεύουν την μετατροπή αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 οι ενάγοντες [εκτός από τον 15°, ο οποίος είχε ήδη διακόψει από το έτος 2003 την συνεργασία του με την εναγομένη] υπέβαλαν αιτήσεις στην εναγομένη ζητώντας την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 αυτού. Το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο έκρινε με την με αρ.8/30.3.2005 απόφασή του ότι αυτοί υπάγονται στις εν λόγω ρυθμίσεις.
Ακολούθως, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού [ΑΣΕΠ], στο οποίο διαβιβάστηκε ο φάκελος προκειμένου να αποφανθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παρ.3 του ίδιου προεδρικού διατάγματος επί της ανωτέρω κρίσεως, μετά από έλεγχο των σχετικών στοιχείων, με την με αρ. 1543/22.12.2005 απόφασή του απεφάνθη ότι η κρίση του άνω Υπηρεσιακού Συμβουλίου της εναγομένης ήταν ορθή ως προς τους ενάγοντες, που υπέβαλαν αιτήσεις, εκτός από 10° [Π.
Κ.] ως προς τον οποίο αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Αναγνωρίστηκε, δηλαδή, ότι οι ενάγοντες [εκτός από τους 10° και 15°] υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου για την μετατροπή των ορισμένου χρόνου συμβάσεων τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Στην συνέχεια με την από 23/6/2006 συμπληρωματική ΕΣΣΕ, που συνήφθη μεταξύ της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Επιχειρήσεων Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης [ΠΟΣΠΕΡΤ]" και της εναγομένης τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΕΡΤ, για τους εργαζόμενους σ' αυτήν, οι οποίοι κρίθηκαν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ 164/2004 για την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις αυτές ήτοι για την μετατροπή των συμβάσεων τους ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και ορίστηκε ότι αυτοί θα ενταχθούν σε κλάδους και ειδικότητες, οι οποίες καθορίστηκαν στο άρθρο 8 της εν λόγω επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, θα καταταγούν σε βαθμούς και μισθολογικά κλιμάκια με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας, που έχει διανυθεί με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με την εναγομένη καθώς και την προϋπηρεσία, που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 10 της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και το μισθολογικό καθεστώς, που θεσπίστηκε με αυτήν θα ισχύσει για τους άνω εργαζόμενους, που θα ενταχθούν σε θέσεις τακτικού προσωπικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του πδ/τος 164/2004 από την ημέρα της κατάταξής τους [άρθρα 15,16,17 της από 23.6.2006 ΕΣΣΕ], Στην συνέχεια με την 26959/26.10.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Επικρατείας [ΦΕΚ Β'/1578/26.10.2006] προβλέφθηκε η σύσταση στην εναγομένη 610 οργανικών θέσεων για έκτακτο προσωπικό [δημοσιογράφοι] και 238 θέσεων για τακτικό προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών και με την 1264/30.10.2006 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ της εναγομένης, οι εργαζόμενοι για τους οποίους κρίθηκε ότι οι συμβάσεις τους συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες [πλην των 10ου και 15ου] εντάχθηκαν σε αντίστοιχους κλάδους και ειδικότητες, κατετάγησαν σε βαθμούς και μισθολογικά κλιμάκια και υπέγραψαν τις από 1/11/2006 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη διαπιστωθεισών παγίων και διαρκών αναγκών της εναγομένης σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ 164/2004, 1 του ν. 3320/2005 και 24 του ν. 3491/2006, στις οποίες [συμβάσεις] ρητά ορίστηκε ως έναρξη ισχύος η ημερομηνία υπογραφής τους δηλαδή η 1/11/2006.
Ανεξάρτητα, όμως, και πέραν από το γεγονός ότι για τους ενάγοντες [εκτός από τους 10° και 15°] κρίθηκε από το ΑΣΕΠ ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και ότι οι διαδοχικές αλλεπάλληλες συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου μετατράπησαν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αυτοί πράγματι προσέφεραν εξαρτημένη εργασία στην εναγομένη κατά το προγενέστερο της κατάταξής τους σε οργανικές θέσεις αορίστου χρόνου χρονικό διάστημα, οι επίμαχες συμβάσεις αυτών [πλην των 9ης, 12ου, 16ου, 19ου και 20ης των εναγόντων], κατά νομοθετική επιταγή, έφεραν τον χαρακτήρα συμβάσεων μισθώσεως έργου και συνεπώς, εφόσον δεν επιτρέπεται από το νόμο διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός των εν λόγω συμβάσεων, δεν μπορεί να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης, για το χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις αορίστου χρόνου. [ΑΠ 374/2006, όπ.π., ΑΠ 301/2010 δημ.Νόμος].
Συνεπώς, η κατά το επίδικο χρονικό διάστημα [1998 έως 31/12/2005] διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των εναγόντων [πλην των 9ης, 12ης, 16ου, 19ου και 20ης] έναντι των συνδεομένων με την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μουσικών [χορωδών] δικαιολογείται από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούσαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη και του διαφορετικού νομοθετικού καθεστώτος που διέπει την πρόσληψή τους, την υπηρεσιακή εξέλιξή τους, τον τρόπο αμοιβής τους και την λύση της σχέσεώς τους με την εναγόμενη".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, αφού τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την άρνηση επελεύσεως της αιτούμενης έννομης συνέπειας, καθώς επίσης δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα, ανεπαρκείς και αντιφατικές είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τις παραδοχές, α) ότι οι τιτλοφορούμενες ως συμβάσεις μισθώσεως έργου μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης, φέρουν το χαρακτήρα της συμβάσεως μισθώσεως έργου, χωρίς να διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές, αν μετά την εκτέλεση του αναλαμβανόμενου με την κάθε επιμέρους σύμβαση έργου έληγε και η κάθε επιμέρους σύμβαση ή αν η χρονική διάρκεια κάθε συμβάσεως ήταν ανεξάρτητη από την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου ,β) ότι οι αρχικές συμβάσεις των αναιρεσειόντων ανανεώθηκαν με διαδοχικές και αλλεπάλληλες "...
με ελάχιστα ετήσια μικρά κατά κανόνα διαστήματα μεταξύ τους συμβάσεις με το ίδιο περιεχόμενο ....", χωρίς να διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές ,για τη διάρκεια του " ετήσιου κενού " και για το αν τα κενά χρονικά διαστήματα συνέπιπταν με ορισμένη περίοδο κάθε χρόνου η όχι, γ ) ότι η αναιρεσίβλητη για να εξασφαλίσει τη σταθερή και ακώλυτη παραγωγή και εκτέλεση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών συνήψε με τους ενάγοντες τις τιτλοφορούμενες συμβάσεις έργου, οι οποίες μετά τη λήξη της αρχικής ανανεώθηκαν με διαδοχικές και αλλεπάλληλες συμβάσεις από 35 έως 52 για τους αναιρεσείοντες, γεγονός που προσιδιάζει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς να διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές για το πως η "σταθερή και ακώλυτη παραγωγή και εκτέλεση ...εκπομπών", καθώς και η σύναψη τόσου μεγάλου αριθμού "διαδοχικών και αλλεπάλληλων συμβάσεων" συνάδει με το χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων έργου, δ) ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε να καταβάλλεται με την πρόοδο του έργου και με τις εν συνεχεία παραδοχές ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα που είχε συμφωνηθεί δεν καταβαλλόταν εφάπαξ αλλά κατά μήνα περιστατικό που, επίσης, προσιδιάζει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού δεν διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές ότι η πρόοδος του κάθε επιμέρους έργου γινόταν κατά μήνα, ε) ότι οι αναιρεσείοντες στα πλαίσια των διαδοχικών και αλλεπάλληλων συμβάσεων που συνήψαν με την αναιρεσίβλητη, οι οποίες χαρακτηριζόταν από αυτή ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, εκτελούσαν το έργο σε ορισμένο συνήθως τόπο και σε προκαθορισμένο τόπο, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου περιστατικό που, επίσης .προσιδιάζει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και στ) ότι η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της αναιρεσίβλητης, δεν ασκεί έννομη επιρροή, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της συμβάσεως των αναιρεσειόντων ως συμβάσεως εργασίας.
Επιπλέον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι το προσωπικό (έκτακτο και τακτικό) που ήταν χορωδοί εκτελούσαν το ίδιο έργο με τους αναιρεσίβλητους ή διαφορετικό και στον ίδιο τόπο και χρόνο ή όχι με αυτούς. 'Ετσι, συνεπώς, που έκρινε το εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από τη νόμιμη βάση αυτής, αφού με τις ως άνω, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της νομιμότητας αυτής και του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο οδηγήθηκε, ήτοι ότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν χαρακτήρα σύμβασης έργου και όχι εργασίας, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθά εφαρμόσθηκαν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 672, 681, Α.Κ., Π.
Δ. 1642004, Ν. 2112|1920, άρθρου 6 Ν. 2527|1997 και 22 παρ. 1 και 3 του Συντ|τος, οι οποίες, επομένως, εκ πλαγίου παραβιάσθηκαν και, συνεπώς και κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, με την οποία και με τους 1ο, 2ο, 4ο και 5ο λόγους αυτής, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, καθόσον αφορά την κύρια αιτιολογία της.
Με την (δεύτερη) επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, και με τη εκδοχή ότι οι επίδικες συμβάσεις υπέκρυπταν, στην ουσία, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ότι οι (ήδη) αναιρεσείοντες εξυπηρετήσουν με την εργασία τους αυτή πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες της αναιρεσίβλητες, το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα, καθόσον η σύναψη τέτοιων συμβάσεων προσκρούει σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου και ειδικότερα στον Κανονισμό της ΕΡΤ καθώς και στη διάταξη άρθρου 103 του Συντ|τος.
Όμως, με τις παραδοχές αυτές και τις λοιπές, που αναφέρθηκαν στη προηγούμενη σκέψη, σε σχέση με τον χρόνο πρόσληψης των αναιρεσειόντων, τις διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων τους και τη συνολική διάρκεια αυτών, το εφετείο παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που διέπουν τις συμβάσεις αυτές και ειδικότερα αυτές των άρθρων 648, 671 Α.Κ., 8 παρ 3 του Ν. 2112|1920 και Π.Δ. 164|2004 και ειδικότερα του άρθρου 11 αυτής, στο πραγματικό της οποίας εμπίπτουν.
Εξάλλου, δεν έχει εφαρμογή στις επίδικες εργασιακές σχέσεις το άρθρο 103 του Συντάγματος, αφού αυτές είχαν συναφθεί και λειτουργήσει πριν από την, κατά τα άνω, με την Ζ'Αναθεωρητική Βουλή αναθεώρηση του Συντάγματος και ειδικότερα του άρθρου 103 αυτού, η ισχύς των διατάξεων που προστέθηκαν του οποίου αρχίζει από 17-4-2001 καθώς και πριν την έναρξη της ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας.
Συνεπώς, οι 1ος, 2ος,και 4ος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους κατά τα σχετικά σκέλη αυτών, αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι βάσιμοι και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και κατά την ως άνω αιτιολογία της, με την οποία το εφετείο οδηγήθηκε σε αρνητικό για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα.
Μετά από αυτά και εφόσον παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4809|2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ