Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, ruling facts met statutory requirements for ownership acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Court of First Instance's rejection of their adverse possession claim. The appellants argued for ownership of a land parcel based on twenty years of possession, while the respondents maintained continuous possession and cultivation. The court held that the factual circumstances fully satisfied the legal requirements for acquiring ownership through adverse possession under the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045 and 974 of the Civil Code; Articles 368 and 560 of the Code of Civil Procedure: Adverse possession for twenty years with the intent of a master establishes ownership; appellate courts cannot overturn factual findings on possession unless fundamental legal rules are violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 788 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 788/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Β. Μ., κατοίκου ... και 2. Λ. Λ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ράπτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Δ. Χ. και 2. Ε. συζ. Κ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιλιάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αποδοτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-11-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 28-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Κατά την τελευταία διάταξη νομή είναι η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος.
Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του. Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η καλλιέργεια, η επίβλεψη και η παραχώρηση σε τρίτους του ακινήτου, προς βόσκηση των ζώων τους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική της κυριότητας αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων. "Το επίδικο εδαφικό τμήμα, το οποίο έχει έκταση 957,05 τ.μ.
σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες-εκκαλούντες από μηνός Μαΐου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Ζ. και 968,06 τ.μ. σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους εναγομένους-εφεσίβλητους από μηνός Νοεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Τ., βρίσκεται στην ειδική θέση "ΓΙΟΥΡΤΙΑ ή ΠΑΛΙΑΜΠΕΛΑ ή ΚΑΡΑΚΩΣΤΕΪΚΑ" εντός του χωριού Κρυονέρια του δ.δ.
Κρυονερίων του Δήμου Αποδοτίας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων το ανωτέρω εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εκτάσεως 1.192 τ.μ., το οποίο τους ανήκει κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου σε καθένα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ο μεν πρώτος νέμεται το ανωτέρω ιδανικό του μερίδιο από το έτος 1965 κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος το έτος 1952 πατέρα του Β.
Μ. του Χ., από την οποία έλαβε το ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, και ο δεύτερος νέμεται το ανωτέρω ιδανικό του μερίδιο από το έτος 1970, κατόπιν άτυπης σύμβασης δωρεάς από τον πατέρα του Λ. Μ. του Χ., ασκώντας από τους ανωτέρω χρόνους που περιήλθαν σε έκαστο τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητάς τους επ' αυτού τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως.
Ισχυρίζονταν επίσης ότι στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους τους το προκείμενο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1917 πατέρα τους Χ. Μ. στον τελευταίο δε αυτόν απώτερο δικαιοπάροχο τους είχε περιέλθει επίσης από τον πατέρα του Λ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1916 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του τότε Συμβολαιογράφου Αγρινίου Δ.
Χαλκιώτη, νομίμως μεταγεγραμμένου. Στο τελευταίο όμως αυτό συμβόλαιο στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων περιγράφεται το επίδικο ακίνητο το οποίο φέρεται με τον αριθμό 6 και με έκταση 2 ως έγγιστα στρεμμάτων, αυτό, περιγράφεται ότι συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Ι. Μ. και Π. Θ., δηλαδή με ιδιοκτησίες διάφορες αυτών που φέρονται ως όμορες με το επίδικο όπως αυτές αποτυπώνονται στα ανωτέρω τοπογραφικά διαγράμματα.
Εξάλλου, διαφορετική φέρεται και η αναφερόμενη στο ανωτέρω συμβόλαιο θέση του ακινήτου η οποία εμφαίνεται ότι καταγράφεται ως θέση "ΓΚΟΥΡΠΕΝΟ" και όχι ως "ΓΙΟΥΡΤΙΑ" που είναι η πραγματική θέση του εν λόγω ακινήτου, παρά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι δεχόμενη το ίδιο γεγονός και η εγκαλούμενη απόφαση παραπλανήθηκε λόγω του δυσανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα του συντάξαντος το ανωτέρω συμβόλαιο Συμβολαιογράφου, γεγονός, που, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν ισχύει, αφενός διότι πρόκειται για δύο λέξεις που λόγω της διαφορετικότητάς τους δεν είναι εύκολη η ταύτιση και επομένως η σύγχυσή τους και αφετέρου διότι η αναγραφόμενη στο ανωτέρω συμβόλαιο τοποθεσία δεν είναι ανύπαρκτη, αλλά όπως και ο νομίμως εξετασθείς ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας των εναγομένων, Γ.
Κ., κατέθεσε, είναι υπαρκτή και βρίσκεται έξω από το χωριό. Εξάλλου, ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας των εναγόντων, Γ. Μ., αδελφός του πρώτου ενάγοντος, ανέφερε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα ενός αγρού που ανήκει στην οικογένεια Μ. εδώ και 200 χρόνια με συμβολαιογραφικό τίτλο, εννοώντας προφανώς το ανωτέρω συμβόλαιο, ανέφερε όμως ότι ο εξάδελφός του - δεύτερος ενάγοντας το έσπειρε τριφύλλι το έτος 1980 και από τότε δεν το ξαναείδε καλλιεργημένο, γεγονός που το διαπίστωσε και ιδίοις όμμασι, αφού επισκέπτονταν κάθε χρόνο το επίδικο.
Επιπλέον δε, ανέφερε ότι δεν υπάρχει πατρική οικία των εναγόντων στο επίδικο και όταν οι ίδιοι επισκέπτονταν το χωριό έμεναν στα ξαδέλφια τους ή επέστρεφαν στις οικίες τους. Κατέθεσε δε ότι ο εναγόμενος το καλλιεργούσε από το έτος 1973 μέχρι το έτος 1980, χωρίς να γνωρίζει όμως εάν κατέβαλε μίσθωμα στους ενάγοντες, ως μοναδική δε και τελευταία πράξη νομής αυτών και ιδίως του δεύτερου εξ αυτών Λ.
Μ. ανέφερε ότι ήταν το καθάρισμα του επιδίκου. Αντίθετα, ο προαναφερόμενος μάρτυρας των εναγομένων, κατέθεσε ότι ουδέποτε έχει δει τους ενάγοντες στο επίδικο να το καλλιεργούν, παρά μόνο τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος το καλλιεργεί για 50 χρόνια μέχρι τώρα και ουδέποτε, κατέβαλε ενοίκιο στους ενάγοντες αφού το επίδικο του ανήκει κατά κυριότητα.
Ανέφερε δε ότι οι ενάγοντες το εκμίσθωσαν σε κάποιους ονόματι Α. και Ν. για τη χορτονομή και ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια που δεν μπορεί ο πρώτος εναγόμενος να το καλλιεργήσει για λόγους υγείας, το έσπερνε με τριφύλλι. Επίσης κατέθεσε ότι το επίδικο ακίνητο που φαίνεται καλλιεργημένο ξεχωρίζει από την ευρισκόμενη στην ίδια θέση ιδιοκτησία των εναγόντων η οποία είναι χέρσα και έχει εμβαδόν μόλις 250 τ.μ.
Τα ανωτέρω γεγονότα άλλωστε επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες των εναγομένων στις υπ' αριθ. 32664 και 32665 ένορκες βεβαιώσεις τους, Γ. Δ. του Α. και Σ. Α. του Β., αναφέροντας δε ιδίως ο τελευταίος, ότι περιοδικά το επίδικο ακίνητο του παραχωρούνταν από τους εναγόμενους για την βοσκή των ζώων του, καθώς και ο μάρτυράς τους Κ.
Δ. του Ν., στην υπ' αριθμ. 10371 ένορκη βεβαίωση του, ο οποίος κρίνεται ως μάρτυρας ιδιαίτερα αξιόπιστος, δεδομένου ότι λόγω της ιδιότητάς του ως Αγροφύλακας στην περιοχή Κρυονερίων γνωρίζει την πραγματική ιδιοκτησιακή κατάσταση και ο οποίος ανέφερε έτι γνωρίζει ότι ο πρώτος εναγόμενος διατηρεί ιδιοκτησία εντός του οικισμού Κρυονερίων στη θέση Γιούρτα, με οικία στην οποία διαμένει με την οικογένειά του και νοτιότερα αυτής βρίσκεται ο κήπος του και νοτιότερα αυτού μία έκταση ενός στρέμματος περίπου την οποία η οικογένεια Χ.
καλλιεργούσε χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από κανένα, ενώ οι ενάγοντες διατηρούν ιδιοκτησία στην ίδια θέση εμβαδού 250 τ.μ. περίπου, η οποία δεν έχει σχέση με το επίδικο τμήμα και η οποία ακόμα και σήμερα είναι χέρσα και ακαλλιέργητη. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι ενάγοντες ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, σε αντίθεση με τους εναγόμενους οι οποίοι το νέμονταν και το κατείχαν, συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας επ' αυτού τις προεκτιθέμενες πράξεις νομής.
Επίσης, από το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες υπ' αριθ. .../1936 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ισχυριζόμενοι ότι αναφέρεται στην ιδιοκτησία που έχουν οι εναγόμενοι και η οποία περιγράφεται στον ανωτέρω τίτλο κτήσης ως έχουσα εμβαδόν μισού στρέμματος περίπου, δεν προκύπτει ταύτιση του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου με το επίδικο εδαφικό τμήμα, ούτε ως προς τα όρια του και τις συνορεύουσες με αυτό ιδιοκτησίες, ούτε ως προς τους ιδιοκτήτες, αφού το εν λόγω συμβόλαιο έχει συναφθεί μεταξύ τρίτων προσώπων και όχι με συμβαλλόμενους τους εναγόμενους.
Αντίθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι από το προσκομιζόμενο με αριθμό .../1935 συμβολαιογραφικό παραχωρητήριο του Συμβολαιογράφου Αποδοτίας Γεωργίου Γιαννακόπουλου, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης της ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου και δη του Ι. Δ. Π. που βρίσκεται στην ίδια με το επίδικο περιοχή, προκύπτει ότι ο τελευταίος απέκτησε ένα γιούρτιο ποτιστικό εκτάσεως ενός και ημίσεως περίπου στρέμματος, το οποίο συνορεύει γύρωθεν με δημόσιο δρόμο, Χ.
Π., Ι. Ζ., κληρονόμους Χ. Μ., Β. Μ., Δ. Χ. και Α. Α.. Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Ζ., η ανωτέρω ιδιοκτησία του Ι. Π., η οποία φέρεται πλέον ως ιδιοκτησία κληρονόμων Π., φέρεται να συνορεύει μόνο με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και όχι με ιδιοκτησία των εναγομένων, όπως το προαναφερόμενο συμβόλαιο αναφέρει.
Ως εκ τούτου, το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα που προσκομίζουν οι ενάγοντες δεν αποτυπώνει την πραγματική ιδιοκτησιακή κατάσταση, αφού εφόσον κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης μία από τις όμορες ιδιοκτησίες με την ιδιοκτησία των κληρονόμων Π. είναι και αυτή των εναγομένων, προκύπτει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, το οποίο βρίσκεται βόρεια της ιδιοκτησίας των κληρονόμων Π.
και βορειότερα αυτού βρίσκεται το οικόπεδο με την εντός αυτού οικία των εναγομένων (το οποίο δεν αμφισβητείται ότι ανήκει στους εναγόμενους) αποτελεί ένα ενιαίο ακίνητο και ανήκει στο σύνολό του στους τελευταίους, και συνεπώς δεν ανήκει το επίδικο εδαφικό τμήμα στους ενάγοντες, η ιδιοκτησία των οποίων συνορεύει κατά το βορειοανατολικό όριο με την ιδιοκτησία των κληρονόμων Π..
Κατόπιν τούτων, εφόσον αποδείχθηκαν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου πράξεις νομής επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος από τους εναγόμενους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα πλέον της 20ετίας επ' αυτού, έχει περιέλθει σε αυτούς κατά κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας το επίδικο εδαφικό τμήμα, όπως αυτό αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Τ. που εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Α, και συνορεύει ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Δ., και εν μέρει με ιδιοκτησία εναγόντων, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α., βόρεια με δημοτικό δρόμο και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Π.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή τους είχε απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχθέν ότι αυτοί ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, σε αντίθεση με τους αναιρεσιβλήτους- εναγομένους, οι οποίοι το νέμονταν και το κατείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού, για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, τις προδιαληφθείσες πράξεις νομής.
Κρίνοντας, έτσι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού τα γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη χρησιμοποίησης του αποδεικτικού τούτου μέσου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η επικαλούμενη, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, παράλειψη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ως συμπληρωματικού αποδεικτικού μέσου, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τους αναιρεσείοντες τίτλους ιδιοκτησίας κατά παραδοχή του υποβαλλόμενου ενώπιόν του σχετικού αιτήματος αυτών, δεν ιδρύει κανένα λόγο αναίρεσης από τους αναφερομένους, περιοριστικώς, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Χ. Β. Μ. κ.ά., για αναίρεση της 24/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ