Legislator Case Law & Legislation
788/2011 AI generated

Supreme Court reverses lower court on employer liability for partial severance pay under Greek labor law.

Case Number 788/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision ordering the plaintiff to pay full severance compensation. The court found the lower court erred in applying Article 4(8) of Law 2687/1999 regarding the joint liability of two companies for employees with over 20 years of service. Consequently, the case was remanded for a new trial to determine the correct apportionment of the debt between the entities.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(8) of Law 2687/1999; Article 22(1) of Law 3581/2007: The successor employer bears joint and several liability for severance pay only to the extent of the employee's tenure with that specific entity, not the aggregate tenure across merged companies.

Keywords

AI generated
employer liability severance pay joint and several liability tenure calculation company merger labor law remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 6(1) of Law 2112/1920
Article 3(1) and (2) of Presidential Decree 572/1988
Article 4(8) of Law 2687/1999
Article 22(1) of Law 3581/2007
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 788 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 788/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ -HELEXPO AE" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Δημήτρη Ζερδέλη βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Λ. του Ν., κατοίκου ..., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βασιλακάκη, βάσει δηλώσεως κατ'άρθρο 242 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-07-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη ,που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1134/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως που συνεκδικάσθηκε με πρόσθετη παρέμβαση, η 260/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-03-2009 αίτησή της και τους από 5-01-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28-01-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 260/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη: κατά το μέρος που δεν εφήρμοσε την παρ 8 του άρθρου 22 παρ 1 ν. 3581/2007 και ως προς το επιδικασθέν στον αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησεως και να απορριφθούν οι πέμπτος και έκτος κύριοι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με τον οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.

Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση, διαιτησία, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".

Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 98/50, αντίστοιχη, των Ε.Κ. προς προσαρμογή δε σ' αυτή εκδόθηκε το 178/2002 π.δ., στο άρθρο 3 του οποίου ορίζεται ότι "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση της με οποιοδήποτε τρόπο, μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, αυτό δε ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως και είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε.

από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να επιδιώκει τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως, στο σύνολο της, με αποτέλεσμα να διασώζεται αυτή, καθ' όλο το περιεχόμενο της, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση στην απασχόληση και την αποφυγή χειροτερεύσεως της θέσης του μισθωτού (Ολ.Α.Π. 5/1994).

Περαιτέρω, το νομικό πρόσωπο που συστάθηκε με το ν. 4184/1930 "περί οργανώσεως και διοικήσεως της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης" με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", με το ν.δ.2407/1953 χαρακτηρίσθηκε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 735/1977 συστάθηκε ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." και με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι "από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου το Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου "Διεθνής 'Εκθεσις Θεσσαλονίκης" (ΔΕΘ) καταργείται.

Η ΔΕΘ Α.Ε. υποκαθίσταται αυτοδικαίως και άνευ άλλης τίνος διατυπώσεως εις πάντα εν γένει τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΘ, της τοιαύτης μεταβιβάσεως εξομοιουμένης προς καθολικήν διαδοχήν". Για την περίπτωση εξόδου από την υπηρεσία του προσωπικού του ανωτέρω νομικού προσώπου, με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου (735/1977) ορίστηκε, ότι "1.

Εις το πάσης φύσεως τακτικόν υπαλληλικόν και εργατοτεχνικόν προσωπικόν της ΔΕΘ Α.Ε. ..., εξερχόμενων της υπηρεσίας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του είτε υπό της ΔΕΘ Α.Ε., είτε υπό του ιδίου ή δι' οιονδήποτε άλλον λόγον καταβάλλεται αποζημίωσις, ίση προς την οριζομένην υπό του άρθρου 11 του από 27-11-1956 "περί εγκρίσεως του οργανισμού των υπηρεσιών της ΔΕΘ δι' ωρισμένας περιπτώσεις απολύσεως τακτικού προσωπικού της ΔΕΘ, εφ' όσον το ως άνω εξερχόμενον εκ της υπηρεσίας προσωπικόν έχει συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον παρά τη ΔΕΘ και τη ΔΕΘ Α.Ε.

υπηρεσίαν, άλλως αποζημιούται κατά τας κοινάς διατάξεις. 2 . Δια τον υπολογισμόν του χρόνου υπηρεσίας, προς καταβολήν της αποζημιώσεως χρόνος μείζων του εξαμήνου λογίζεται ως πλήρες έτος". Ακολούθησε ο Κανονισμός Προσωπικού Λειτουργίας Υπηρεσιών της ΔΕΘ Α.Ε., που εγκρίθηκε με την Ε 7-1763/11-3/1-4-1971 Α.Υ. Εμπορίου και στο άρθρο 27 παρ. 1 και 4 ορίζει ότι, " ...

Η μετά της ΔΕΘ υπαλληλική σχέσις λύεται: α) λόγω συμπληρώσεως 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας, β) λόγω ορίου ηλικίας, του καθοριζομένου υπό του αντιστοίχου Ασφαλιστικού Φορέως δια την χορήγησιν πλήρους συντάξεως ... τα της ασφαλίσεως του προσωπικού των νομίμων αποζημιώσεων και της συνταξιοδοτήσεως αυτού, διέπονται υπό των αντιστοίχων διατάξεων του οικείου Ασφαλιστικού Φορέως, ως και των ειδικών διατάξεων των σχετικών νόμων και διαταγμάτων ...", ο Κανονισμός δε αυτός τροποποιήθηκε με την Ε7 -10587/9/26 - 4 -1982 Α.Υ.

Εμπορίου, κατά την οποία "αι ελάχισται πρόσθεται αποδοχαί δια την παροχήν εργασίας κατά τας ημέρας Κυριακών ή εορτών, δια νυκτερινήν εργασίαν, καθώς και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα αδείας ή έτερα, αποδοχαί ή αποζημιώσεις, είναι αι προβλεπόμενοι από τας διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, μη δυνάμεναι να υπολείπονται των αντιστοίχων των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., εφ' ών εφαρμόζεται ο δημοσιοϋπαλληλικός Κώδιξ ...".

Στη συνέχεια με το ν. 2687/1999, για την "αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό της Διεθνούς 'Εκθεσης Θεσσαλονίκης", συστάθηκαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες και έπαυσε να υφίσταται η εταιρεία του ν.735/1977 ("ΔΕΘ Α.Ε.") και συγκεκριμένα, α) η "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", η οποία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996 και β) η "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε.", η οποία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920.

Με το άρθρο 4 του νόμου αυτού ρυθμίζονται θέματα προσωπικού της "ΔΕΘ Α.Ε." και ορίζεται ότι το προσωπικό που υπηρετεί στη "ΔΕΘ Α.Ε." του ως άνω νόμου 735/1977, μεταφέρεται και συνεχίζει να υπηρετεί με την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στη νέα "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." (η εταιρεία αυτή αναφέρεται ως εταιρεία του άρθρου 1).

Το προσωπικό αυτό μπορεί μέσα σε προθεσμία δύο μηνών, να ζητήσει τη μεταφορά του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε άλλες κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις. Είναι όμως δυνατόν, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, μερικοί απ' αυτούς, να επιλεγούν από το Διοικητικό Συμβούλιο της "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕLΕΧΡΟ ΑΕ" (η εταιρεία αυτή αναφέρεται ως εταιρεία του άρθρου 2) και να μεταφερθούν στην εταιρεία αυτή και να συνεχίσουν με την ίδια εταιρεία πλέον την εργασιακή τους σχέση.

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 εδ. β' και γ' του ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 ορίζεται ότι, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπληρώσουν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν εάν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3,4,5 ,6,7,8 και 9 του ν. 3198 /1955 καθώς και εκείνες του ν.2112/1920 και του β.δ.

της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Η παραπάνω διάταξη είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και στις περιπτώσεις που η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, οπότε, η λύση της επέρχεται αυτοδικαίως, με τη συμπλήρωση του από το νόμο ή τον κανονισμό οριζόμενου ορίου ηλικίας, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση ή ο μισθωτός αποχωρήσει από την υπηρεσία του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας.

Στην περίπτωση αυτή ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία εφόσον πληρωθεί, με την καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη ή με την αποχώρηση πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αορίστου χρόνου, κι' έτσι μπορεί να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν.3198/1955 (Ολ.Α.Π. 30/2009, Ολ.Α.Π. 1110/1986).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 αυτού του άρθρου, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή απομακρύνσεως του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρο 8 εδ.β' ν. 3198/1955).

Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου της εύνοιας υπέρ του μισθωτού (άρθρα 680 ΑΚ 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 του ν. 2112 /1920 ), αν με όρο Σ.Σ.Ε. ή Κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας, προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως μισθωτών, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 εδ.

β' του ν. 3198/1955.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου το 1975, από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", ως ηλεκτροτεχνίτης - ηλεκτρολόγος και έκτοτε εργάσθηκε, με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου μέχρι το έτος 1977, οπότε αυτό μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε. " και η τελευταία συνέχισε να απασχολεί τον ενάγοντα, με τους ίδιους όρους μέχρι τις 18-8-1978 και ακολούθως τον ενέταξε στο τακτικό προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τον κατέταξε στον κλάδο ΜΕ 3 Τεχνιτών-Ηλεκτρολόγων-Ηλεκτρονικών, αναγνωρίζοντας και τη μέχρι τότε προϋπηρεσία που είχε πραγματοποιήσει στο ως άνω ΝΠΔΔ και στην ίδια.

Η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." είχε συσταθεί με το ν. 735/1977, ως καθολική διάδοχος του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ". Ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε στην ως άνω Α.Ε. μέχρι την 31-3-2000, οπότε αυτή έπαυσε να υφίσταται και συστάθηκαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες, σύμφωνα με το ν. 2687/1999, α) η "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", η οποία χαρακτηρίσθηκε ως εταιρεία του άρθρου 1 και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996 και β) η "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε.", εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα η οποία χαρακτηρίσθηκε ως εταιρεία του άρθρου 2 και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920.

Στην εταιρεία του άρθρου 1, ανατέθηκε κατ' αρχήν η ευθύνη της διοργάνωσης της Ετήσιας Γενικής Έκθεσης στη Θεσσαλονίκη και μεταφέρθηκε (άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2687/1999) το σύνολο της ακίνητης περιουσίας, καθώς και τα σήματα και λοιπά διακριτικά γνωρίσματα της εταιρείας του ν.735/1977, ενώ τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία κατανεμήθηκαν και στις δύο εταιρείες.

Δυνάμει δε των από 15-12-2000 συμβάσεων παραχώρησης χρήσης σημάτων, μίσθωσης και διοργάνωσης της Ετήσιας Γενικής Έκθεσης παραχωρήθηκε από την εταιρεία του άρθρου 1 του ν. 2687/1999, το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας αυτής, καθώς και η ευθύνη για τη διοργάνωση της Ετήσιας Γενικής Έκθεσης, αλλά και άλλων θεματικών εκθέσεων (ΙNFΑΚΟΜΑ, ΑGRΟΤΙΚΑ, ΜΑRΜΙΝ, κ.λ.π.) προς την αναιρεσείουσα, εταιρεία του άρθρου 2 του ν. 2687/1999, η οποία στελεχώθηκε από εργαζομένους της πρώην "Δ.Ε.Θ.

Α.Ε", του ν. 735/1977, οι οποίοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις που έγιναν δεκτές από το Δ.Σ. της αναιρεσείουσας και η εργασιακή τους σχέση "μεταφέρθηκε" και "συνεχίστηκε" κατά τη διατύπωση του άρθρου 4 παρ. 2 του ίδιου νόμου, στην επιχείρησή της. Οι εργαζόμενοι που "μεταφέρθηκαν" στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, εξακολούθησαν να εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες, το ίδιο αντικείμενο εργασίας και τις ίδιες αποδοχές όπως και πριν ενώ στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μέχρι τότε εργοδότιδάς τους "ΔΕΘ ΑΕ" του ν. 735/1977, από τη σύμβαση εργασίας τους, υπεισήλθε ως διάδοχός της η αναιρεσείουσα.

Δηλαδή, μετά τη νομοθετική κατάργηση της εταιρείας του ν. 735/1977 και τη "διάσπαση" της σε δύο νέες εταιρείες, που συστάθηκαν με το ν. 2687/1999, οι τελευταίες υπεισήλθαν και οι δύο και όχι μόνον η εταιρεία του άρθρου 1, ως διάδοχοι στη θέση της αρχικής, οι δε συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων στην πρώην "ΔΕΘ ΑΕ" δεν λύθηκαν με τη διαδοχή ,αλλά συνεχίστηκαν με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, όπως και πριν την υπεισέλευση της καθεμίας εκ των ως άνω εταιρειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδάς την οποία διαδέχτηκαν και με τη διαδοχή καθιερώθηκε αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης.

Η προστασία δε αυτή των εργαζομένων περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και το δικαίωμα τους για αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησεως. Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 2687/1999, αίτηση προς την αναιρεσείουσα για τη "μεταφορά" του σ' αυτή, η οποία έγινε δεκτή, και έκτοτε (από 1-4-2000) συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα, με την ίδια ειδικότητα, τις ίδιες αποδοχές και υπό τις ίδιες συνθήκες όπως και προηγουμένως, η δε αναιρεσείουσα υπεισήλθε ως διάδοχος της μέχρι τότε εργοδότιδάς του, στα εκ της ατομικής συμβάσεως εργασίας του δικαιώματα και υποχρεώσεις, μέχρι τις 6-2-2006, οπότε η τελευταία κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδοτήσεως, λόγω γήρατος και τον απέλυσε.

Ενόψει δε του ότι οι καταβαλλόμενες τακτικές μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, ανέρχονταν στο ποσό των 2.428,62 ευρώ, η συνολική αποζημίωση απολύσεως, λόγω συνταξιοδοτήσεως που αυτός δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49, 55 παρ. 1 και 2 του π.δ. 410/1988 και τις διατάξεις των άρθρων 15, 22 και 18 του ν. 735/1977, του Κανονισμού της "ΔΕΘ Α.Ε.", όπως αυτός εγκρίθηκε με την Ε7 -1763/11-3/1-4-1981 Α.Υ.Εμπορίου και τροποποιήθηκε με την Ε7-1058/-9/26-4-1982 Α.Υ.

Εμπορίου, οι οποίες είναι εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, κατέληξε το Εφετείο, ανέρχεται στο ποσό των 68.001,36 ευρώ, και όχι στο ποσό των 27.200,54 ευρώ, που του προσέφερε η αναιρεσείουσα, που υπολόγισε την ως άνω αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, και μετ' αφαίρεση του ποσού των 27.200,54 ευρώ, σε 40.800,82 ευρώ (68.00,36 - 27.200,54 ευρώ), και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς επίσης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ανωτέρω ζητήματα, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό της πόρισμα και το διατακτικό, όλες δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και των τριών πρόσθετων λόγων περί εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 1, 2, 3, και 4 του ν. 2687/1999 περί αντιφατικών αιτιολογιών, περί παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν.2112/1920 και 3 του π.δ. 572/1988 περί εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων του Κανονισμού λειτουργίας Προσωπικού και οι συναφείς με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο τρεις (3) πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.

Δ. είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που ο εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή τράπεζες και Οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις που επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται κατά το νόμο 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διατάξεως νόμου ή οποιασδήποτε συμβάσεως ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990. Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. κλπ." ορίστηκε ότι, "τα υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους από εργασίας του Δημοσίου, των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, υφ' οιανδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργούμενης πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του ισχύοντος Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα δε αυτό ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1920, με τις οποίες έγινε νέα οριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο αυτές που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους, είτε κατά πλειοψηφία.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα ακόλουθα : Ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 4 του π.δ. 410/1988, που προβλέπει μειωμένη αποζημίωση, λόγω συνταξιοδοτήσεως, αλλά σε αυτές των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού, γιατί η αναιρεσείουσα δεν είναι πλέον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αλλά ανώνυμη εταιρεία, η οποία με τον κανονισμό της, που ως ευμενέστερος, υπερισχύει των ανωτέρω διατάξεων, ρυθμίζει ειδικά τα θέματα αποζημιώσεως, λόγω συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού της, παραπέμποντας ρητά στις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 735/1977, που σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 435/1976 συμπορεύονται με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967, 1 ν.δ. 618/1970, και 55 του π.δ. 410/1988, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση και οι πέμπτος (πρώτο μέρος) και έκτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, που αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται σχετικό πόρισμα. Επειδή, κατά άρθρο 4 παρ. 8 του ν. 2687/1999, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3581/2007, ορίζεται ότι, "Ο όρος συνέχιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων της εταιρείας "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, αφορά στην αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας του, στην εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ΑΕ" του ν. 735/1977 από την οποία μεταφέρθηκαν.

Για τους εργαζόμενους που μεταφέρθηκαν στην εταιρεία "Ελληνικές Εκθέσεις -ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." και αποκλειστικά ως προς την αποζημίωση κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, οι εταιρείες "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." και "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." υποχρεούνται, αφού ληφθούν από τα Διοικητικά Συμβούλια αυτών οι σχετικές αποφάσεις, να χορηγήσουν πρόσθετη αποζημίωση, επιπλέον της προβλεπόμενης στις γενικές ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου, έως τη συμπλήρωση του ποσού που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 735/1977, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποχωρούντες έχουν συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον υπηρεσία στις ανωτέρω δύο εταιρείες.

Η πρόσθετη αυτή αποζημίωση βαρύνει αναλογικά, για τα έτη προϋπηρεσίας στην εταιρεία "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." την ίδια, και για τα έτη προϋπηρεσίας στην ενιαία εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." του ν. 735/1977 την εταιρεία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." του ν. 2687/1999". Η ανωτέρω διάταξη, η οποία είναι ερμηνευτική του ν. 735/1977 και αποτελεί ενιαίο σύνολο με το νόμο αυτό, και την οποία οφείλει να εφαρμόσει ο Άρειος Πάγος ορίζει, ως προς τη χορήγηση της πρόσθετης αποζημιώσεως, σε περίπτωση αποχωρήσεως από την υπηρεσία των υπαλλήλων των ως άνω εταιρειών, που έχουν τουλάχιστον εικοσαετή υπηρεσία σ' αυτές, ότι η υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως αυτής επιμερίζεται στις εταιρείες που έχει εργασθεί ο αποχωρών υπάλληλος και βαρύνεται η καθεμία απ' αυτές, ήτοι η "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε." και η "Ελληνικές Εκθέσεις - ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε." ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας που έχει σε καθεμία απ' αυτές ο εν λόγω υπάλληλος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι υπόχρεη προς καταβολή ολόκληρης της αποζημιώσεως του αναιρεσίβλητου λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία του προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, μετά συνολική προϋπηρεσία στις ως άνω εταιρείες 30 ετών, 6 μηνών και 10 ημερών, ανερχόμενη στο ποσό των 68.001,36 ευρώ, είναι η αναιρεσείουσα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 παρ. 8 του ν. 2687/1999, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3581/2007, και ο προταθείς από τον εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ) λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ολόκληρη την αποζημίωση αποχωρήσεως από την υπηρεσία του, λόγω συνταξιοδοτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την 260/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ