Legislator Case Law & Legislation
788/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding interest calculation on default judgment after plaintiff withdrew counterclaim.

Case Number 788/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiff and insurance association against the Second Instance Court's judgment. The plaintiffs had initially sued for recognition and counterclaimed for default interest, but later withdrew the counterclaim during proceedings. The court held that the withdrawal of the counterclaim only retroactively voids procedural results derived from its filing, not the separate obligation to pay default interest triggered by the service of the main claim. Consequently, the Second Instance Court correctly ordered the payment of default interest despite the withdrawal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340, 345, 346 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The withdrawal of a counterclaim retroactively invalidates procedural consequences of its filing but does not erase the substantive obligation of default interest arising from the service of the main claim.

Keywords

AI generated
default interest counterclaim withdrawal procedural retroactivity service of process Civil Code provisions Supreme Court appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 340 of the Civil Code
Article 345 of the Civil Code
Article 346 of the Civil Code
Article 294 of the Code of Civil Procedure
Article 295 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1672/2001
OLAP 13/1994

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 788 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 788/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2) Αλληλα-σφαλιστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ ΣΥΝ.Π.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ραϊκόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 χήρας Ζ, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βούλγαρη και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Ψ5, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 6) Ψ6, κατοίκου Ρόδου, 7) Ψ7, 8) Ψ8 συζύγου ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βούλγαρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Ακολούθως, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 8/1/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 2/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι αυτού, υπό στοιχεία 1-4 ως άνω αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 569/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/5/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 23/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 569/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 27-3-2003 και περί ώραν 00.40' ο Ζ, σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης, του τρίτου και του τετάρτου, υιός του πέμπτου και αδελφός του έκτου, εβδόμης και της όγδοης, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο υπό την επήρεια οινοπνεύματος και μάλιστα σε ποσότητα 2,11 gr κατά λίτρο αίματος εκινείτο επί της Π.Ε.Ο. ... και στο τμήμα αυτής μεταξύ ... με κατεύθυνση προς ..., προκειμένου να μεταβεί στο ποιμνιοστάσιό του στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και έφθασε στη θέση ..., όπου η Π.Ε.Ο.

συναντά την Ν.Ε.Ο. έστριψε αριστερά και διαμέσου του χωματόδρομου, που συνέδεε την Π.Ε.Ο. με την Ν.Ε.Ο. οδό σκόπευε να εισέλθει στην Ν.Ε.Ο. και στο ρεύμα πορείας αυτής προς .... Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο ενταγμένο στο ΚΤΡΑ ..., ιδιοκτησίας του που ήταν ασφαλισμένο για ζημίες προς τρίτους στον δεύτερο εναγόμενο αλληλοασφαλιστικό Συνεταιρισμό, εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο. ...

περί την 281+500 χιλ. θέση με κατεύθυνση προς ..., με ταχύτητα των 106 Χ.Α.Ω. υπερβαίνοντας κατά 26 Χ.Α.Ω. την μεγίστη επιτρεπομένη ταχύτητα και αφού ενήργησε προσπέλαση του προπορευόμενου αυτού φορτηγού μ' επικαθήμενο, επανήλθε στο ρεύμα πορείας του προ ... έφθασε στο σημείο όπου η Ν.Ε.Ο. διασταυρώνεται με τον ως άνω χωματόδρομο όπου εκινείτο ο Ζ.

Την στιγμή εκείνη ο τελευταίος εξήλθε αιφνιδίως από την χωμάτινη οδό, παρακείμενη του απέναντι του ρεύματος πορείας του ως άνω λεωφορείου, που ήταν προς Θεσ/νίκη, ήτοι του ρεύματος πορείας όπου επρόκειτο να κινηθεί, δηλαδή με κατεύθυνση προς ... και εισήλθε, όλως αντικανονικά και χωρίς κανένα λόγο προς τούτο στο ρεύμα πορείας, όπου ο πρώτος των εναγομένων εκινείτο και μόλις ολοκλήρωνε προσπέραση από προπορευόμενο επικαθήμενο φορτηγό αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια και πλάγια αριστερή επιφάνεια του οχήματος, που οδηγούσε στην εμπρόσθια αριστερή και πλάγια αριστερή επιφάνεια του λεωφορείου και να προκληθεί ο θάνατος του συνεπεία βαρείας θωρακοκοιλιακής και κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης.

Η ένδικος σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας του ως άνω λεωφορείου και δη περί το μέσον του ρεύματος πορείας του, ήτοι σε απόσταση 2.30 μ. από το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του όπως προκύπτει από τη θέση των χαραγών οδοστρώματος, τα λάδια και τα γυαλιά (βλ. και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος).

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το λεωφορείο, που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων έχει πλάτος περί τα 2μ, ακωλύτως συνάγεται ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα, ενώ το οδηγούμενο από τον πρώτο των εναγομένων λεωφορείο είχε ολοκληρώσει την προσπέραση και εκινείτο κανονικώς και δη στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, ενώ ο ως άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτ/του, προφανώς απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, αφού αντί να καταλάβει το ρεύμα πορείας της Ε.Ο., που οδηγεί προς..., όπως σκόπευε, κατέλαβε οδηγώντας με αντίθετη φορά το ρεύμα πορείας που εκινείτο κανονικά ο πρώτος των εναγομένων.

Υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, που προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και από την από 27.3.2003 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το Δικαστήριο κρίνει ότι για το ένδικο ατύχημα και τα εξ αυτού ζημιογόνα αποτελέσματα, συνέτρεξε τόσο υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού, όσο όμως και του θανόντος, καθόσον και οι δύο κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη περί την οδήγηση προσοχή που όφειλαν και από τις περιστάσεις μπορούσαν να καταβάλουν (άρθρ. 330 εδ.

β Α.Κ.). Ειδικότερα, η υπαιτιότητα θανόντος, συνίσταται στο ότι οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος και μάλιστα σε ποσότητα 2.11 gr κατά λίτρο αίματος και έτσι οδηγώντας υπό καθεστώς πλήρους μέθης το εν λόγω όχημα, μη δυνάμενος προδήλως εξαιτίας της μέθης του να ελέγξει το όχημα που οδηγούσε πολύ δε περισσότερο που επρόκειτο να εξέλθει στην Ε.Ο. ..., ήτοι σε δρόμο με αυξημένη κίνηση και εν γένει δύσκολες συνθήκες κυκλοφορίας και να έχει έστω και τον παραμικρό έλεγχο επ' αυτού, εξήλθε αιφνιδίως από χωμάτινη οδό και εισήλθε, όλως αντικανονικά χωρίς κανένα λόγο προς τούτο στο ρεύμα πορείας, όπου ο πρώτος των εναγομένων εκινείτο κανονικά (άρθρα 42 παρ. 1, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 16 παρ. 1-4 του ΚΟΚ).

Για την παραβίαση των επιβαλλόμενων από τις ανωτέρω διατάξεις υποχρεώσεών του, ο προαναφερόμενος οδηγός κρίνεται υπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 80%. Στην επέλευση, όμως, του ατυχήματος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, συνετέλεσε και αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ως άνω λεωφορείου κινούμενος εκτός κατοικημένης περιοχής οδηγούσε το όχημα μη καταβολών όμως την επιμέλεια την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και μη έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, αν και ήταν νύχτα κι επικρατούσε σκοτάδι και στο δρόμο εκτελούνταν έργα δεν μείωσε την ταχύτητα του και δεν προσάρμοσε αυτή στις συνθήκες της οδού αλλά συνέχισε να κινείται με την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 106 χλμ/ώρα υπερβαίνοντας κατά 26 χλμ/ώρα την μεγίστη επιτρεπομένη ταχύτητα των 80 χλμ/ώρα στο ως άνω σημείο της Ε.Ο. (άρθρα 19 παρ. 2, 3 και 20 παρ. 2 του ΚΟΚ).

Για την αμελή του αυτή συμπεριφορά αυτός κρίνεται συναίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 20%". Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330, 919, 297 του Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η ταχύτητα των 106 χιλιομέτρων την ώρα με την οποία εκινείτο το λεωφορείο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων ήταν υπερβολική, γιατί υπερέβαινε το ανώτερο όριο για την περιοχή των 80 χιλιομέτρων την ώρα, αλλά και για τις περιστάσεις, επειδή επικρατούσε σκοτάδι, αλλά και το γεγονός ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός δεν είχε συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, συνετέλεσαν αιτιωδώς στο ένδικο ατύχημα κατά τρόπο που να θεμελιώνεται αυτοτελής συνυπαιτιότητα στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού κατά ποσοστό 20% ανεξάρτητα από τη διαγνωσθείσα μεγαλύτερη κατά ποσοστό 80% υπαιτιότητα του θανατωθέντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων οδηγού, στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τη διαγνωσθείσα αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και του επελθόντος θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος και της έκτασης των συνεπειών του.

Η αιτιώδης δε αυτή συνάφεια αιτιολογείται επαρκώς από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, γιατί εάν ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός του λεωφορείου είχε συνεχώς τεταμένη την προσοχή του και οδηγούσε το λεωφορείο με μικρότερη ταχύτητα θα μπορούσε ν' αντιληφθεί το αυτοκίνητο του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, μόλις αυτό εισήλθε κάθετα από χωμάτινη οδό στην εθνική οδό που εκινείτο, και αφού διέσχισε εγκάρσια όλο το αντίθετο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς ...

που ήθελε ν' ακολουθήσει, εισήλθε πραγματοποιώντας από εσφαλμένο υπολογισμό κάθετο προς τα δεξιά της πορείας του ελιγμό στο ρεύμα πορείας προς ..., όπου εκινείτο το λεωφορείο των αναιρεσειόντων με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα, έτσι δεν θα μπορούσε με έγκαιρη τροχοπέδηση να μειώσει την ταχύτητα του λεωφορείου και με την σύγχρονη χρήση των ηχητικών οργάνων και των φώτων να ειδοποιήσει τον θανόντα συγγενή των αναιρεσιβλήτων να εγκαταλείψει έγκαιρα το αντίθετο ρεύμα πορείας που εκινείτο πριν να έλθουν σε επαφή τα δύο οχήματα, τα οποία τελικά συγκρούσθηκαν πλαγιομετωπικά και κυρίως με το αριστερό πλευρό τους, γεγονός που υποδηλώνει ότι μ' ένα ελαφρό έστω αποφευκτικό ελιγμό και των δύο οχημάτων θα μπορούσε ν' αποφευχθεί η σύγκρουσή τους.

Εξάλλου οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν ενέχουν αντίφαση με την επί πλέον παραδοχή ότι το λεωφορείο εκινείτο κανονικά στην πορεία του, γιατί η κανονική αυτή κίνηση αναφέρεται στην ολοκλήρωση της προηγηθείσης υπέρβασης εκ μέρους του λεωφορείου άλλου αυτοκινήτου που προηγείτο του λεωφορείου και πριν από την ένδικη σύγκρουση, επί πλέον δε το "κανονικό" της πορείας του λεωφορείου αιτιολογεί την απόρριψη του αντίθετου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων ότι το λεωφορείο εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα πορείας, λόγω της προαναφερθείσης υπερβάσεως άλλου αυτοκινήτου.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 928 εδ. α του Α.Κ., σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλεια και τα έξοδα κηδείας σ' εκείνον που κατά νόμο βαρύνεται με αυτά. Η έννοια των εξόδων κηδείας δεν προσδιορίζονται στο νόμο, περιλαμβάνονται, όμως, γενικά σ' αυτά οι δαπάνες για τον ενταφιασμό του σώματος του θανατωθέντος προσώπου, που σχετίζονται ευθέως με το θάνατο αυτού και είναι ανάλογες προς την κοινωνική του θέση, αλλά και όλες εκείνες οι δαπάνες, που, ως εκ του προσώπου του θανόντος και του τόπου της διαμονής του, είναι συνδεδεμένες με το πρόσωπο του θανόντος και τις κρατούσες αντιλήψεις και παραδόσεις του τόπου κατοικίας ή διαμονής του θανόντος (π.χ.

χωριό) και ανεξάρτητα από το εάν στην τελευταία περίπτωση οι ίδιες δαπάνες διενεργήθηκαν συγχρόνως σε εκπλήρωση ηθικού καθήκοντος, ή σε ένδειξη σεβασμού στη μνήμη του νεκρού. Με τη συνδρομή δε των πιο πάνω προϋποθέσεων ως έξοδα κηδείας θεωρούνται και τα έξοδα τεσσαρακονθήμερου μνημοσύνου και κατασκευής μαρμάρινου τάφου, όταν αυτά συνηθίζονται όχι μόνο εθιμικά, αλλά και λατρευτικά στην περιφέρεια, ή το χωριό του θανόντος από τις κρατούσες αντιλήψεις και παραδόσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητο σύζυγο του θανόντος το ποσό των 1.700 € μειωμένο κατά 80% λόγω της συνυπαιτιότητας του θανόντος δηλαδή το ποσό των 340 € για τα έξοδα τεσσαρακονθήμερου μνημοσύνου του θανόντος συζύγου της και κατασκευής μαρμάρινου τάφου με την αιτιολογία ότι λόγω του επαγγέλματος του θανόντος (γεωργοκτηνοτρόφος) και της διαμονής του σε χωριό οι συγκεκριμένες δαπάνες είναι συνδεδεμένες με το πρόσωπο του θανόντος από τις κρατούσες αντιλήψεις και παραδόσεις.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 928 εδ. α του Α.Κ. και επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνεται αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος, γιατί η παραδοχή των ίδιων πιο πάνω αγωγικών κονδυλίων στηρίζεται στην συνεκτίμηση όλων των παραδεκτά προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 115/2007) αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005).

Ενόψει αυτών πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 760/2004), ο ίδιος δε ισχυρισμός να παρατίθεται αυτούσιος στο αναιρετήριο. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' ΑΚ, που παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο συνάγεται ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει, Έτσι, από άποψη έκτασης η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1389 επ., 1442 επ., και 1485 επ.

ΑΚ περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Η απορρέουσα από την ΑΚ 928 εδ. β' αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης, όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο), προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για τη διατροφή (ανιόντων-κατιόντων ή συζύγων), που όφειλε το θύμα σ' εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υπόχρεου διατροφής.

Έτσι λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτής η πιθανή διάρκεια της ζωής του θύματος και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής τους κατάστασης. Ενόψει των ανωτέρω, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 1389, 1390 και 1485 επ. ΑΚ τα δικαστήρια υποχρεούνται να επιδικάσουν διατροφή στο σύζυγο ή τα τέκνα του ανωτέρω προσώπου και, συνακόλουθα και αποζημίωση σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά για τη λόγω της θανάτωσής του στέρηση της διατροφής (ΟλΑΠ 3/2004).

Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 39/1997).

Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής, που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών. (Α.Π. 1965/2008).

Περαιτέρω, ο εμμέσως ζημιωθείς, λόγω στερήσεως της διατροφής οφείλει, κατ' άρθ. 300 ΑΚ, να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα προς αποτροπή ή μείωση της ζημίας.

Συνεπώς, η σύζυγος, η οποία κατά την διάρκεια του γάμου ασχολείτο με τα οικιακά, έχει την υποχρέωση να μειώσει την ζημία της από το θάνατο του συζύγου, εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και την κοινωνική τους θέση. Για το θέμα του καθήκοντος της εκ μέρους της χήρας ασκήσεως επαγγελματικής απασχολήσεως λαμβάνονται υπόψη: η ηλικία, η ικανότητα για προσφορά εργασίας, οι βιοτικές εν γένει σχέσεις, η τυχόν ύπαρξη ανήλικων τέκνων, οι γνώσεις, η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική θέση των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου. Δεν ενδιαφέρει δε αν η σύζυγος θα υποχρεούτο έναντι του συζύγου - αν ζούσε - να εργαστεί, γιατί το σχετικό βάρος γεννάται γι' αυτήν, κατ' άρθ. 300 ΑΚ, με την θανάτωση του συζύγου.

Συνεπώς, εφόσον η χήρα οφείλει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να εργαστεί, τα από την εργασία της πιθανά εισοδήματα της υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της μηνιαίας χρηματικής δόσεως της αποζημιώσεως, αδιάφορο αν η γυναίκα εργάζεται πράγματι, παραλείπει υπαιτίως να εργαστεί ή προτιμά άλλη απασχόληση μη αμειβόμενη.

Απ' όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει, ότι το συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) αντιτάσσεται από τον εναγόμενο κατά του τρίτου εμμέσως ζημιούμενου (δικαιούχο διατροφής) και ταυτίζεται με τον περιορισμό της έκτασης της ζημίας, στον οποίο είναι υποχρεωμένος να προβεί ο έμμεσα ζημιωθείς, ο σχετικός δε ισχυρισμός προβάλλεται από τον εναγόμενο με την μορφή ενστάσεως (ΑΚ 300 ΚΠολΔ 262).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατά την επιδίκαση στην πρώτη αναιρεσίβλητη αποζημίωσης 300 € το μήνα για τη στέρηση διατροφής που λάμβανε από τον θανόντα σύζυγό της διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για τους λόγους για τους οποίου αδυνατεί αυτή μετά το θάνατο του συζύγου της να εργασθεί, δεδομένου ότι άγει το 44ον έτος της ηλικίας της και είναι υγιής.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης θα μπορούσε να συνδυασθεί μόνο με την προβολή στο ουσιαστικό Δικαστήριο εκ μέρους των αναιρεσειόντων αντίστοιχου ισχυρισμού από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, στην προκειμένη, όμως, περίπτωση δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε εκ μέρους των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε προσηκόντως και στο Εφετείο, και για το λόγο αυτό ο ίδιος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 εδ, α' και 221 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια μεν της δίκης διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους χωρίς υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη, ο οποίος οφείλει δικονομικούς τόκους (άρθ. 346 ΑΚ), ως όχληση δε να καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθ. 340, 345 ΑΚ), όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της ασκήσεως της αγωγής, η οποία τέτοια συνέπεια δεν έχει, αλλά της όχλησης, που και όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.

Η κατά τα άρθρα 294, 295 § 1 και 297 ΚΠολΔ γενομένη παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, έχουσα ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων, που επήλθαν με και από την άσκηση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης. Γιατί το μνημονευθέν από την παραίτηση αποτέλεσμα αναφέρεται μεν στην άσκηση της αγωγής ως σύνθετης διαδικαστικής πράξης, δεν αφορά όμως και την επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης κατά το μέρος, κατά το οποίο η επίδοσή του έχει χαρακτήρα οχλήσεως, ανεξάρτητης από την επίδοση ως διαδικαστική πράξη, παρά την υλική σύμπτωσή τους (ΟλΑΠ 13/1994).

Έτσι, αν ο ενάγων ασκήσει κατά του εναγομένου καταψηφιστική αγωγή, με την οποία ζητεί να του καταβάλει χρηματική αποζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της και επιδώσει αντίγραφο της αγωγής αυτής στον οφειλέτη, κατά τη συζήτηση δε της αγωγής περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, ο εναγόμενος οφείλει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, η οποία έχει τον παραπάνω χαρακτήρα της όχλησης (340 ΑΚ), συνεπαγομένης κατά τα ανωτέρω την οφειλή τόκων υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ). (Α.Π. 1672/2001).

Επομένως ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο κατά παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 340 και 346 του ΑΚ επιδίκασε τόκους υπέρ των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων καίτοι οι τελευταίοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περιόρισαν το αντικείμενο της αγωγής τους μόνο στο αναγνωριστικό αίτημα και παραιτήθηκαν από το καταψηφιστικό κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση που ισχύει μόνο για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ.

Μετά τα πιο πάνω απορριπτέα κρίνεται και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τέλος οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-5-2009 αίτηση αναίρεσης των: 1) Χ και 2) του Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ Ν. ΚΟΖΑΝΗΣ ΣΥΝ Π.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 569/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ