Supreme Court dismisses appeal on res judicata and statute of limitations grounds regarding employer tort liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by OTE against a final judgment awarding damages to an employee for wrongful dismissal. The employee argued that the five-year statute of limitations had expired, but the court found the claim valid because the harmful consequences of the dismissal were not foreseeable until a later administrative decision in 1997. Consequently, the court held that the prior final judgment constituted res judicata regarding the employer's liability and the employee's right to compensation, rendering the new claim barred by the statute of limitations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Articles 247, 251 of the Civil Code; Article 937 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a final judgment establishes the liability for a tort, that liability constitutes res judicata for subsequent claims based on the same facts, and the statute of limitations begins running only when the harmful consequences become foreseeable and legally actionable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 788 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 788/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1917/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5377/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι δύο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Εντεύθεν, προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, την οποία συνιστά και η κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ΟΤΕ ΑΕ, παράλειψη προαγωγής και τοποθετήσεως μισθωτού της σε κενή οργανική θέση υποδιευθυντή, στην οποία προήγαγε και τοποθέτησε άλλον, με υποδεέστερα προσόντα, συνάδελφό του, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του παραλειφθέντος μισθωτού με την οποία ζήτησε την επιδίκαση άλλης απαίτησής του με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή την αδικοπραξία του εργοδότη του, αποτελεί ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την υπαιτιότητα του εργοδότη, δεδικασμένο στη νέα δίκη, ως προδικαστικό ζήτημα της φερόμενης με αυτή προς διάγνωση έννομης σχέσης.
Εξάλλου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ που λήφθηκε στην με αριθμό 2524/2-9-1997 συνεδρίασή του, χορηγήθηκε "από 1-8-1997 επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 75000 μηνιαίως, στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω, τουλάχιστον για ένα (1) ΈΤΟΣ,..".
Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, προϋποθέσεις για τη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος, το οποίο με την ίδια χαρακτηρίσθηκε ότι αποτελεί τακτικές αποδοχές και το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε από 1-4-1999 με την εφαρμογή του καθιερωθέντος με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ νέου μισθολογίου, είναι α) βαθμός Διευθυντή ή Υποδιευθυντή και β) κατοχή θέσης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω κατά το χρόνο χορήγησής του ή κατά το παρελθόν, τουλάχιστον για ένα έτος.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 η με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνώριση προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε βαθμό στον οποίο δικαιούται να προαχθεί βάσει του διέποντος την εργασιακή σχέση κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι η προαγωγή του πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε κατά την απόφαση να προαχθεί.
Τέλος, με τις διατάξεις της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ σχετικά με τη διαδικασία πληρώσεως των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής στάθμης τομέα και άνω και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων αυτών πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια, βαθμολογούμενα με συντελεστή βαρύτητας που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.
Ορίζεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από τα προσδιοριζόμενα κατά περίπτωση όργανα του εργοδότη, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, ότι η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε γίνεται για διετή θητεία η οποία μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέχθηκε γι' αυτή τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνση η διεύθυνση αντίστοιχα και εκτελεί ειδικό έργο το οποίο προσδιορίζεται κατά περίπτωση με εγκύκλιο του Διευθύνοντα Συμβούλου και τη σύμφωνη γνώμη της ΟΜΕ-ΟΤΕ.
Οι ρυθμίσεις αυτές που προϋπήρξαν της παραπάνω αποφάσεως του Δ.Σ. του ΟΤΕ, δεν μεταβάλουν τις προϋποθέσεις του με αυτή χορηγηθέντος επιδόματος ανωτάτου προσωπικού, η χορήγηση του οποίου δεν εξαρτήθηκε από το αν η επί ένα τουλάχιστον χρόνο κατοχή της θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω συμπίπτει με το χρόνο ισχύος της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα, στις 29-10-1975, με το βαθμό ΠΥ2/Τ-ΤΛ και διαδοχικά προήχθη από 29-6-1987 στο βαθμό του Τομεάρχη Τ-ΤΛ. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τα έτη 1993, 1994 και 1995 παρελήφθη από την αναιρεσείουσα και με την από 10-12-1997 αγωγή του, επικαλεσθείς καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή κατά τις ως άνω χρονολογίες και να του επιδικασθεί επίδομα ευθύνης Υποδιευθυντή, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995, κατά το οποίο θα ασκούσε τα καθήκοντα θέσης προϊσταμένου λειτουργικής στάθμης Υποδιευθύνσεως κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.
Με την 6267/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα ότι, ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί από 1-1-1993 στο βαθμό του Υποδιευθυντή Γενικών Καθηκόντων και από αδικοπραξία, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας δεν άσκησε από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995 τα καθήκοντα θέσης προϊσταμένου λειτουργικής στάθμης Υποδιευθύνσεως, τα οποία θα ασκούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η άδικη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και του επιδικάσθηκε ως αποθετική ζημία για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα το ποσό των 1182523 δραχμών, ως επίδομα θέσης Προϊσταμένου λειτουργικής στάθμης Υποδιεύθυνσης.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, κατά τη 2524 συνεδρίασή του της 2-9-1997 αποφάσισε και ενέκρινε τη χορήγηση από 1-8-1997 επιδόματος ανωτάτου προσωπικού από 75000 δραχμές μηνιαίως, στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή, που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω, τουλάχιστον για ένα έτος.
Το επίδομα αυτό, αν δεν μεσολαβούσε η ανωτέρω ένδικη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνισταμένης στη μη προαγωγή του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του Υποδιευθυντή και της μη ανάθεσης σ' αυτόν καθηκόντων θέσης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995, για την οποία (συμπεριφορά) υπάρχει δεδικασμένο από την 6267/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, θα το ελάμβανε και ο αναιρεσίβλητος.
Συνεπώς δικαιούται ως αποθετική ζημία, καθόσον συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις της ανωτέρω 2524/2-9-1997 απόφασης του ΔΣ της αναιρεσείουσας, δηλαδή ο βαθμός του Υποδιευθυντή και η κατοχή τουλάχιστον για ένα χρόνο θέσης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης, το ανωτέρω επίδομα ανωτάτου προσωπικού για το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 μέχρι 1-6-1999, οπότε αυτό ενσωματώθηκε στις τακτικές αποδοχές των νέων μισθολογίων.
Επίσης, δικαιούται αποζημίωση, λόγω μη συνυπολογισμού στις τακτικές του αποδοχές του ανωτέρου επιδόματος ανωτάτων στελεχών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 μέχρι 1-6-2001 καθώς και αποζημίωση από το μη συνυπολογισμό στην αμοιβή του, για την εκτός έδρας και κατά τις εξαιρέσιμες απασχόλησή του, για το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 μέχρι 30-11-2000.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατ' ακολουθίαν των οποίων επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο 26184 ευρώ για επίδομα ανωτάτων στελεχών και για αποζημίωση, λόγω μη συνυπολογισμού του επιδόματος αυτού στις τακτικές αποδοχές του και στην αμοιβή του για εκτός έδρας και κατά τις εξαιρέσιμες απασχόλησή του, για τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, ορθά δέχθηκε δεδικασμένο από την 6267/2001 απόφασή του, δεδομένου ότι τα περιστατικά που κρίθηκαν με αυτή, δηλαδή ότι η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993 οφείλεται σε αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας εντεύθεν δε, η κατοχή απ' αυτόν θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης από 1-1-1993 έως 31-5-1995, αποτελούν το νομικό ζήτημα που πρέπει να κριθεί και στην παρούσα δίκη για την επιδίκαση ως αποζημιώσεως (διαφυγόντος κέρδους) του παραπάνω επιδόματος και της διαφοράς, λόγω μη συνυπολογισμού του στις αποδοχές του και στην αμοιβή του για απασχόληση εκτός έδρας.
Εξάλλου, δεν παραβίασε τη διάταξη της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος στερήθηκε την παραπάνω παροχή, που όπως σημειώθηκε δεν χορηγείται μόνο σε υπαλλήλους με βαθμό υποδιευθυντή που κατέχουν ή κατείχαν τουλάχιστον για ένα έτος θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης, που είχαν επιλεγεί για τη θέση αυτή, όπως η εν λόγω ΕΣΣΕ ορίζει, σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 12 του ν. 1082/1980, η κατά πλάσμα του νόμου κατοχή από τον αναιρεσίβλητο της θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης για περισσότερο του έτους διάστημα προηγήθηκε της ισχύος της άνω ΕΣΣΕ.
Επομένως, ο πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 16 και 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής, είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων ότι, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί ναι μεν η αδικοπραξία της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα την 1-1-1993, πλην όμως οι επίδικες επιζήμιες συνέπειες δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από τον αναιρεσίβλητο ούτε και ήσαν από τότε δικαστικώς επιδιώξιμες, αφού το πρώτο στις 2-9-1997 με τη 2524/2-9-1997 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας ανεφάνησαν οι επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 1-2-2002.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 207/16-2-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ) για αναίρεση της 5377/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ