Supreme Court dismisses appeal on inheritance will invalidity, upholding lower court's assessment of testamentary content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding the invalidity of her mother's will. The appellant argued that the lower court distorted the will's content by finding she committed defamation, a claim rejected as an unreviewable factual assessment. The court ruled that the Third Instance correctly evaluated the entire will alongside other evidence, making the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20 C.Pol.D.; Art. 495 no. 3 C.Pol.D.: An appeal based on alleged distortion of a will's content is inadmissible if the lower court reached its conclusion by considering the entire document alongside other evidence, as such factual evaluation is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 787 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 787/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Π. του Ι. και της Ε., κατοίκου Α. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Πάζα, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Συλλόγου με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο …Αττικής, οδός …, αρ. …, με ΑΦΜ …, ΔΟΥ …, και εκπροσωπείται νομίμως, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ασπασία Παπαγρηγορίου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 790/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 585/2019, 4259/2019 μη οριστικές, 4396/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από … αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4396/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας, κατά την τακτική διαδικασία, και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου, καθώς και κατά των σωματείων με τις επωνυμίες "Π. Χ. S. «Β. και «Κ. Τ. Κ." την από … αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι στις … απεβίωσε στον … η μητέρα της Ε. Α., χήρα Ι. Τ., της οποίας η ίδια είναι το μοναδικό τέκνο της από τον πρώτο της γάμο με τον Ι. Π. και μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της.
Ότι η αποβιώσασα κατέλειπε την από … ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους της στην περιουσία της τα εναγόμενα φιλανθρωπικά σωματεία, αποκληρώνοντας την ίδια. Ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη, επειδή η διαθέτιδα μητέρα της δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, καθώς βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, άλλως, επειδή η διαθήκη αυτή είναι αντίθετη στο Ν. 4182/2013.
Ότι σε κάθε περίπτωση, η αποκλήρωσή της από την κληρονομία είναι άκυρη, καθώς δεν αναφέρεται στη διαθήκη ο λόγος της αποκλήρωσης, ούτε αναφέρεται στη διαθήκη κάποιος από τους λόγους αποκλήρωσης του άρθρου 1840 ΑΚ και ότι επομένως, η διαθήκη κατά το μέρος της που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρας της είναι άκυρη.
Με αυτά τα δεδομένα η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει με την αγωγή της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης για τους ανωτέρω λόγους και επικουρικά λόγω της μη νόμιμης αποκλήρωσής της από τη νόμιμη μοίρας της και τέλος να αναγνωρισθεί η ίδια ότι είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της διαθέτιδας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 790/2018 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο σωματείο με την επωνυμία "Π.
Χ. S. Β." λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, επειδή το τελευταίο αποποιήθηκε την κληρονομία, απέρριψε το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ενάγουσας ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της μητέρας της, επειδή η αγωγή δεν εγγράφηκε στα βιβλία διεκδικήσεων, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω ανικανότητας της διαθέτιδας για τη σύνταξή της, απέρριψε ως μη νόμιμη την επάλληλη κύρια βάση της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω αντίθεσής της στο Ν. 4182/2013 και τέλος δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της διαθήκης κατά το μέρος της που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας.
Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος σύλλογος άσκησε την από … έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 585/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου …, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω μη κοινοποίησης της έφεσης στο Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, στη συνέχεια η 4259/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ερήμην της εφεσίβλητης, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, επειδή ο εκκαλών σύλλογος δεν προσκόμισε, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 4 εδ.
β' ΚΠολΔ, αντίγραφα της αγωγής και των προτάσεων της εφεσίβλητης, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη και τέλος, η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 4396/2020 απόφαση του ίδιου επίσης ως άνω Δικαστηρίου. Με την οριστική αυτή απόφαση έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το σχετικό της κεφάλαιο, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή κατά το επικουρικό της αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης κατά το μέρος της που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρας της ενάγουσας-αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και εμπρόθεσμο της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ ΑΠ 17/2013, Ολ ΑΠ 5/2001). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.1β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους.
Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ ΑΠ 11/1998, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1543/2018). Καθιερώνεται, δηλαδή, σε σχέση με την αναίρεση η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 329/2019).
Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 β' του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 17/2013, ΑΠ 2084/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη από 22-10-2020 αίτηση αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε, στρέφεται κατά της 4396/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας.
Όπως προκύπτει από το αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης που προσκομίζει η αναιρεσείουσα και από την επ' αυτής σχετική επισημείωση, σύμφωνα με το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, του δικαστικού επιμελητή Ν. Μ., η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την ... Επομένως, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω απόφασης άρχισε την 8-9-2020 και έληξε στις 22-9-2020.
Μέσα στην προθεσμία αυτή δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας, δεδομένου ότι δεν προκύπτει άσκηση τέτοιας ανακοπής από τα στοιχεία της δικογραφίας, ούτε άλλωστε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός από τους διαδίκους. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο ασκήθηκε εντός τριάντα ημερών από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας και συγκεκριμένα στις 22-10-2020, όπως προκύπτει από την /2020 έκθεση της γραμματέα του Εφετείου …, που επισυνάπτεται στην ένδικη αίτηση.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, για το παραδεκτό της συζήτησής της, έχει επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της αίτησης, κατά το άρθρο 69 του Ν. 4182/2013, στο Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (βλ. την 5021 … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … Ν.
Μ.). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1839 και 1843 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θέλησης του διαθέτη, αλλά ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο της νόμιμης μοίρας του και μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται στο νόμο (αποκλήρωση υπό στενή έννοια) και οι οποίοι πρέπει να υπάρχουν κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη.
Ειδικότερα ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1840 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (με αριθμό 3) και η περίπτωση που ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. Δεν απαιτείται μεν και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο που εξετάζει το λόγο της αποκλήρωσης, τον οποίο οφείλει να αποδείξει εκείνος που την επικαλείται, πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος ή πλημμελήματος.
Με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη κρίνεται πότε το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", το ζήτημα δε αν τα επικαλούμενα και δεκτά γενόμενα γεγονότα φέρουν ή μη χαρακτήρα "σοβαρού" πλημμελήματος, είναι νομικό (ΑΠ 22/2019, ΑΠ 5/2019, ΑΠ 1406/2012, ΑΠ 146/2009). Στην έννοια του σοβαρού πλημμελήματος εντάσσεται και η συκοφαντική δυσφήμηση κατά του διαθέτη ή του συζύγου του (ΑΠ 248/2023).
Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με τη στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη), β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο "αποκληρώνω" ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως πχ. "στερώ από τη νόμιμη μοίρα") ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης, γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του, δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης, ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου.
Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 1349/2005).
Επίσης, κατά το άρθρο 363 εδ. α' σε συνδ. με το άρθρο 362 εδ. α' του ΠΚ, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεί όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το οποίο γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ο ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 59/2020). Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 1199/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις … απεβίωσε στην ευρισκόμενη στον … οικία της η Ε.
Α. του Ν. και της Π., χήρα Ι. Τ., κάτοικος εν ζωή Α. Α., σε ηλικία 63 ετών. Κατά το χρόνο του θανάτου της η διαθέτις άφησε ως μοναδική πλησιέστερη συγγενή της την ενάγουσα-θυγατέρα της Π. Π. (γεν. στις …1977), τέκνο που απέκτησε από τον πρώτο της γάμο με τον Ι. Π. του Μ., ο οποίος (γάμος) λύθηκε την …2000 λόγω διαζυγίου, ενώ ο δεύτερος σύζυγός της Ι.
Τ. προαποβίωσε αυτής το έτος 2008. Η αποβιώσασα κατέλειπε την από … ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το … πρακτικό του Ειρηνοδικείου … και κηρύχθηκε κυρία με την …. απόφαση του Ειρηνοδικείου …, το περιεχόμενο της οποίας (διαθήκης) έχει επί λέξει ως εξής: Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ. Εγώ η Ε. Α. του Ν. συντάσσω σήμερα … την διαθήκη μου ένεκα του ότι ενέχονται πολύ κίνδυνοι ως προς τη σωματική μου ακεραιότητα.
Κατ' αρχάς αποκληρώνω την θυγατέρα μου Π. Π. του Ι. και της Ε. παντελώς από την κληρονομιά - περιουσία μου. Έχει ως περιουσιακό στοιχείο το δίπλωμά της και την πατρική της περιουσία και την προτροπή του σε όσα ανωμήματα έχει πράξει, ξέρουν αυτοί. Όλες οι βλέψεις τους ήταν μόνο η περιουσία. Την κόρη μου έχω να την δω 17 χρόνια.
Η μετά 17χρονη συνάντησή μας ήταν για να με στείλουν στο … προς ψυχιατρικό έλεγχο. Έγινε ο έλεγχος με σφραγίδα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου (δύο ψυχιάτρων) τα έχω 400. Δεν πειράζει. Πειράζει όμως ότι το ψυχιατρικό πρόβλημα το έχουν εκείνοι. Όλοι τους μανιοκαταθλιπτικοί. Δεν τους βγήκε. Ας είναι. 1. Το σπίτι μου … το αφήνω στο ….
Το μερίδιό μου από το εργοστάσιο το … αφήνω "… στον «Π. 3. Το μερίδιό μου από το μαγαζί … το αφήνω στο … 4. Το μερίδιό μου από το διαμέρισμα 83 m2 στην … το αφήνω στο … 5. Το μερίδιό μου από το διαμέρισμα 107 m2 στην … το αφήνω στο "…" 6. Το μερίδιό μου από το εξοχικό … το αφήνω "…" στον … 7. Το μερίδιό μου από το οικόπεδο στο καματερό το αφήνω στο … 8.
Ότι περιέχει το σπίτι μου να τα δώσουν σε κοπέλες που θα αποκατασταθούν ως προίκα στο - ... Τα αυτοκίνητά μου … το αφήνω …, το … το αφήνω στο …. Το … εφ' όσον υπάρχει το αφήνω στην …. Τα υπάρχοντά μου στο εξοχικό να δοθούν προς την … και εκείνη ας πράξουν όπως νομίζουν. Έμαθα στην ζωή μου την ανιδιοτέλεια και την αξιοπρέπεια.
Είναι πολύ δύσκολο να εντρυφήσεις σ' αυτές τις δύο αξίες. Πολύ δύσκολο. Εύχομαι η σκέψη μου να με οδήγησε σωστά. Εάν κάποιον έχω πληγώσει να με συμπαθάη. Οι δικές μου πληγές είναι πάρα πολλές. Τις υπέμενα καρτερικά και ταπεινά. Θέλω να ξεκουραστώ. Π. γλυκιά μου, είσαι 35 χρονών. Προσπάθησε να γίνεις και συ μάννα.
Μην μείνεις ανάπηρη από την άρνησή σου στη μητρότητα. Σ' ευχαριστώ για όλα όσα μου προσέφερες μοναδικά στο είδος σου και την επιστήμη σου. Π. Βρες έναν άνδρα να παντρευτής αλλά να έχει περιουσία. Μην είναι ξεβράκωτος σαν τον πατέρα σου και μεγαλομένος σε παράγκα. Κ' προπάντων να μην είναι όπως αυτός και να μην είναι σαβουρογάμης, ψεύτης και ανήθικος. 8.
Το πατρικό μου σπίτι επί της …, ... το μερίδιό μου να αποδοθή στην … στον …. Ε. Α.. Επίσης αποδείχθηκε ότι διαθέτις - μητέρα της ενάγουσας δεν είχε αρμονικές και ομαλές σχέσεις με την ενάγουσα θυγατέρα της πολλά έτη πριν το σύνταξη της εν λόγω διαθήκης και συγκεκριμένα από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1995, όταν η ενάγουσα σε ηλικία 18 ετών, και αφού είχε εισαχθεί στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για τις σπουδές της, αποχώρησε από την οικία που διέμενε με τη μητέρα της μετά το διαζύγιο των γονέων της και αποφάσισε να διαμένει πλέον με τον πατέρα της Ι.
Π.. Η διαθέτις και η ενάγουσα ήλθαν ξανά σε επαφή το έτος 2011, όταν προέκυψαν κάποια ζητήματα κληρονομικής φύσεως, ενόψει κληρονομιάς της γιαγιάς της ενάγουσας Π. Α. και διευθέτησης των σχετικών ζητημάτων. Σύμφωνα με την παραπάνω από … διαθήκη η κληρονομούμενη για να δικαιολογήσει την αποκλήρωση της ενάγουσας θυγατέρας της επικαλέστηκε την τέλεση της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' αυτής, η οποία μπορεί να υπαχθεί στον τρίτο λόγο της αποκλήρωσης κατιόντος (1840 αρ. 3 ΑΚ).
Ειδικότερα η ενάγουσα υπέβαλε την από … αίτηση προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και την μη ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωσή της, σύμφωνα με την οποία η μητέρα της εμφάνιζε ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις ψυχωσικού τύπου με αδυναμία διαχείρισης των υποθέσεών της, διαβίωνε σε άθλιες συνθήκες και δεν συνεργαζόταν για θεραπεία.
Ακολούθως ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών … έδωσε την ίδια ημέρα (..) παραγγελία προς το Α.Τ. …, προκειμένου η διαθέτις να μεταφερθεί προς εξέταση σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, για να γνωματεύσουν οι γιατροί, εάν αυτή είναι συνεπεία πάθησής της επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη και προσωπική ασφάλεια των πολιτών ή για τον εαυτό της, καθώς και εάν χρήζει άμεσης αναγκαστικής νοσηλείας σε ψυχιατρικό κατάστημα ή κλινική.
Πράγματι η διαθέτις μεταφέρθηκε στις … στο … όπου εξετάστηκε αυθημερόν από τις Ψυχιάτρους Ε. Δ. και Α. Κ. και διαπιστώθηκε ότι ήταν ελεύθερη ψυχοπαθολογικής συμπτωματολογίας, δεν είχε ανάγκη αναγκαστικής νοσηλείας και δεν επιβαλλόταν να εισαχθεί σε ειδικό ψυχιατρικό νοσοκομείο. Όμως, τέσσερις μόλις ημέρες μετά την έκδοση του πιστοποιητικού αυτού, ήτοι στις …, η ενάγουσα υπέβαλε εκ νέου αίτηση προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών …και σχετική υπεύθυνη δήλωση, σύμφωνα με την οποία δήλωνε πάλι ότι η μητέρα της εμφάνιζε ψυχοπαθολογικές διαταραχές ψυχωσικού τύπου με αδυναμία διαχείρισης των υποθέσεών της, διαβίωνε σε άθλιες συνθήκες και δεν συνεργαζόταν για θεραπεία, με αποτέλεσμα ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών να δώσει ξανά στις … παραγγελία προς το Α.Τ.
…, προκειμένου η διαθέτις να μεταφερθεί εκ νέου προς εξέταση σε εφημερεύον ψυχιατρικό νοσοκομείο. Όμως ο Διοικητής του Α.Τ. … σε εκτέλεση της εισαγγελικής παραγγελίας απέστειλε προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών αντίγραφο του ανωτέρω από … ιατρικού πιστοποιητικού των Ψυχιάτρων του Ψ.Ν.Α. … υπεύθυνες δηλώσεις της ενάγουσας και δύο φιλικών της προσώπων, την από … βεβαίωση ιδιώτη Ψυχιάτρου, ο οποίος συνιστούσε εξέταση της διαθέτιδος σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, καθώς και ένορκη εξέταση της ενάγουσας.
Κατόπιν αυτών η αίτηση της ενάγουσας τέθηκε στο αρχείο, διότι κρίθηκε από τον Εισαγγελέα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ακούσιας νοσηλείας της διαθέτιδας, η οποία εξετάσθηκε στις … και κρίθηκε ελεύθερη συμπτωμάτων. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα με την παραπάνω από … αίτηση και την με ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωσή της προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών … ισχυρίστηκε εν γνώσει της ψευδώς ενώπιον τρίτων γεγονότα για κάποια άλλη, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της.
Ειδικότερα, παρέστησε ότι η μητέρα της ήταν ψυχικά ασθενής και εμφάνιζε ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις ψυχωσικού τύπου με αδυναμία διαχείρισης των υποθέσεών της και δεν συνεργαζόταν για θεραπεία. Έτσι, με τις παραπάνω αίτηση και την υπεύθυνη δήλωση, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του γραμματέα της Εισαγγελίας, ενώπιον του οποίου κατατέθηκαν τα παραπάνω έγγραφα, του Εισαγγελέα που μελέτησε στη συνέχεια την υπόθεση και των αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ.
…, στο οποίο διαβιβάστηκε η υπόθεση από την Εισαγγελία, η ενάγουσα ισχυρίστηκε σε βάρος της μητέρας της γεγονότα, που αντικειμενικά ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της. Τα παραπάνω επικαλούμενα από την ενάγουσα γεγονότα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η διαθέτις εξετάστηκε στις … στο Ψ.
Ν. Α. … από τις Ψυχιάτρους Ε. Δ. και Α. Κ., οι οποίες διέγνωσαν ότι αυτή δεν είχε ανάγκη αναγκαστικής νοσηλείας, διότι ήταν ελεύθερη ψυχοπαθολογικής συμπτωματολογίας και δεν επιβαλλόταν να εισαχθεί σε ειδικό ψυχιατρικό νοσοκομείο. Επίσης, η ενάγουσα υπέβαλε στις … εκ νέου αίτηση προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών … και σχετική υπεύθυνη δήλωση, σύμφωνα με τις οποίες δήλωνε ακριβώς τα ίδια περιστατικά όπως στις …, ήτοι πριν από τέσσερις μόλις ημέρες, ενώ γνώριζε ότι όλα τα αναφερόμενα από αυτήν είχαν κριθεί ως αναληθή, ότι η μητέρα της είχε εξεταστεί από ψυχιάτρους και υπήρχε σχετική ιατρική γνωμάτευση, εν τούτοις η ενάγουσα είχε την πρόθεση καταφανώς να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της μητέρας της.
Με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πλημμελήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, η οποία πρέπει να κριθεί ως σοβαρό πλημμέλημα, ενόψει του τρόπου με τον οποίο τελέστηκε. Επομένως, με την από … ιδιόγραφη διαθήκη της η κληρονομούμενη αποκλήρωσε ρητά την ενάγουσα, επειδή έγινε ένοχος σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση κατ' αυτής, δηλαδή για λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 1840 αρ. 3 ΑΚ, ο οποίος αναφέρεται συνοπτικά στη διαθήκη και υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξής της.
Σύμφωνα, λοιπόν, και με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, η αποκλήρωση της ενάγουσας είναι έγκυρη και, κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος έφεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου συλλόγου και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το σχετικό της κεφάλαιο, με το οποίο έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε νόμιμος λόγος αποκλήρωσης της αναιρεσείουσας από τη μητέρα της με την επίμαχη διαθήκη της, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας και ως προς την επικουρική βάση της αναγνώρισης της αβασιμότητας του αναφερομένου στη διαθήκη λόγου αποκλήρωσης.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ιδίως δεν έχει πλήρεις αιτιολογίες ή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ότι οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, καθόσον δέχεται ότι τέλεσε σε βάρος της μητέρας της συκοφαντική δυσφήμηση, χωρίς να αναφέρει ενώπιον ποίων την προσέβαλε, στοιχείο απαραίτητο για να τελεστεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και ότι και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η μητέρα της δυσφημίστηκε, η ίδια δεν είχε καμία πρόθεση και δόλο προς τούτο, καθώς η ίδια, ως επιστήμων ψυχίατρος, κατέγραψε με βάση τις επιστημονικές της γνώσεις τη συμπεριφορά της μητέρας της ανησυχώντας πραγματικά για την ψυχική της υγεία.
Ότι, επίσης, η ίδια η μητέρα της ποτέ δεν έκανε κάποια μήνυση εναντίον της και πολύ περισσότερο δεν υπήρχε κάποια κρίση ποινικού δικαστηρίου προς τούτο. Ότι, τέλος, δεν εξειδικεύεται στην απόφαση ποιος είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η συκοφαντική δυσφήμηση, ώστε να πρέπει να κριθεί ως σοβαρό πλημμέλημα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την πληρότητα του σχετικού λόγου, ούτε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ πλήττεται η απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να εκτίθενται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αιτιολογίες αυτές και γιατί αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς το Εφετείο, υπό τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1840 αρ. 3 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία συνιστούν την έννοια του πλημμελήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε η αναιρεσείουσα σε βάρος της μητέρας της, το οποίο έκρινε, με βάση και τις αναφερόμενες περιστάσεις τέλεσής του, ως σοβαρό και την εξ αυτού του λόγου αποκλήρωση της αναιρεσείουσας με τη διαθήκη της μητέρας της.
Σε κάθε, τέλος, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Επομένως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται και οι βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 2028/2009, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 759/2006, ΑΠ 1765/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι στην επίδικη διαθήκη η αποκλήρωσή της ως νομίμου μεριδούχου αναφέρεται μόνο στην άτυχη δικαιολογία ότι "Έχει ως περιουσιακό στοιχείο το δίπλωμά της και την πατρική της περιουσία και την προτροπή του σε όσα ανωμήματα έχει πράξει, ξέρουν αυτοί...".
Ότι στη διαθήκη αυτή δεν αναφέρεται κανένας λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 1840-1842 ΑΚ και ότι ως νόμιμος μεριδούχος έχει κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία που κατέλειπε η κληρονομούμενη και συνεπώς συντρέχει ως κληρονόμος κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της σε όλα τα στοιχεία της κληρονομίας.
Ότι, ενώ προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό με την αγωγή της και συγκεκριμένα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1843 ΑΚ, λόγος αποκλήρωσης δεν υπήρχε κατά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, ούτε ότι αναφέρεται σ' αυτήν λόγος αποκλήρωσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αυτό, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, καθώς δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από τα άρθρα 1840 αρ. 3 και 1843 εδ.
β' ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση του αναιρεσιβλήτου, που αυτός προέβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του και επανέφερε με λόγο έφεσης και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι η κληρονομούμενη με την αναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη της αποκλήρωσε την ενάγουσα-αναιρεσείουσα, διότι αυτή τέλεσε εις βάρος της το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, το οποίο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε, είναι σοβαρό κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1840 αρ. 3 ΑΚ, απορρίπτοντας έτσι ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την επικουρική της βάση.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 189/2023, 1601/2022, ΑΠ 490/2022, ΑΠ 1348/2017).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης της μητέρα της. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πλημμελήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και ότι πρέπει να κριθεί ως σοβαρό πλημμέλημα ενόψει του τρόπου με τον οποίο τελέστηκε, ενώ πουθενά δεν αναγράφει η μητέρα της στη διαθήκη της κάτι τέτοιο και από κανένα σημείο της διαθήκης δεν προκύπτουν τα ανωτέρω που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.
Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου της ιδιόγραφης διαθήκης, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό της, όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, στο προαναφερόμενο πόρισμα ότι η μητέρα της αναιρεσείουσας την αποκλήρωσε με τη διαθήκη της επειδή αυτή τέλεσε σε βάρος της το πλημμέλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η κληρονομούμενη δηλώνει ρητά στη διαθήκη της ότι αποκληρώνει την αναιρεσείουσα θυγατέρα της, ενώ επί πλέον αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά που μπορούν να υπαχθούν σε νόμιμο λόγο αποκλήρωσης και εν προκειμένω στον αρ. 3 του άρθρου 1840 ΑΚ. Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση της διαθήκης, που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτής παραμορφώθηκε, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου συλλόγου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2020 αίτηση της Π. Π. για αναίρεση της 4369/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ