Legislator Case Law & Legislation
787/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment requiring immediate insolvency fraud proof, remanding case for retrial.

Case Number 787/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment requiring proof of immediate insolvency fraud. The appellant argued the lower court erred by demanding direct fraud rather than potential fraud, violating specific provisions of the relevant law. Consequently, the court accepted this legal error and remanded the case for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 330 A.C.; Art. 27 para. 1 of Penal Code: The requirement of immediate insolvency fraud constitutes a violation of substantive law when the lower court demands direct fraud instead of potential fraud, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
insolvency fraud direct fraud potential fraud substantive law violation remand for retrial immediate insolvency creditor's rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 330 A.C.
ac
Art. 27 para. 1 of Penal Code
Art. 566 para. 1 of Code of Civil Procedure
Art. 580 no. 3 of Code of Civil Procedure
Art. 746 of Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 sec. b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 787 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 787/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 11-1-2022 δήλωση, καθώς και με τις από 14-1-2022 κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε ότι εκ παραδρομής στο αναιρετήριο η προσβαλλόμενη απόφαση 30/ΕΜ/2017 ανεγράφη λανθασμένα "Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης" αντί του ορθού "Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας".

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "Τράπεζα ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 20-12-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 14-1-2022 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1ος και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιτέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Άμφισσας (λόγω συγχώνευσης των δύο Ειρηνοδικείων) και 30/ΕΜ/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, για την πληρότητα και το παραδεκτό της, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα και να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρει τον αριθμό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το δικαστήριο που την εξέδωσε.

Η εσφαλμένη αναγραφή της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την απόφαση αυτή και ειδικότερα όταν από άλλα στοιχεία του αναιρετηρίου προκύπτει με βεβαιότητα η απόφαση που προσβάλλεται. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 22-05-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 21/22-05-2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 30/ΕΜ/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, και όχι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, όπως από παραδρομή αναγράφεται στην πρώτη σελίδα του αναιρετηρίου, σύμφωνα και με τη σχετική δήλωση διορθώσεως της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ενώ από την ως άνω εσφαλμένη αναγραφή του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επέρχεται ακυρότητα του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την απόφαση που προσβάλλεται, αφού στην έκτη σελίδα του αναιρετηρίου και δη στο αιτητικό αυτού, αναφέρονται τα ορθά στοιχεία της και έτσι προκύπτει με βεβαιότητα ότι η απόφαση που προσβάλλεται και της οποίας ζητείται η αναίρεση, είναι η υπ' αριθμ. 30/ΕΜ/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 1750/18-02-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Άμφισσας, Ν. Φ. και από την υπ' αριθμ. 7228/27-02-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.

Ν. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 22-05-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 21/22-05-2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 05-03-2021, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο και στην τρίτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Κατά τη δικάσιμο αυτή της 05-03-2021, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω ειδικών συνθηκών (πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19) και με την από 13-05-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο της 15-10-2021 και γράφτηκε στο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Ακολούθως, κατά τη δικάσιμο αυτή της 15-10-2021, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε και πάλι εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Περιφέρειας Αττικής, "λόγω αιφνιδίων και έκτακτων καιρικών φαινομένων" και με την από 03-11-2021 πράξη της Προέδρου του ιδίου ως άνω Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 260 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και την υπ' αριθμ. 45298/15-10-2021 απόφαση (ΦΕΚ Β' 4762/15-10-2021) του Υπουργού Δικαιοσύνης, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 14-01-2022 και γράφτηκε στο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας επίσης ως κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Σημειώνεται ότι οι ημερομηνίες των ανωτέρω νέων δικασίμων γνωστοποιήθηκαν με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gon.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr, ως και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας.

Ωστόσο, κατά την τελευταία ορισθείσα δικάσιμο της 14-01-2022, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω πρώτος και τρίτη αναιρεσίβλητοι ήταν απόντες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, για την προκειμένη δικάσιμο της 14-01-2022, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, ήταν απόντες κατ' αυτή, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους..

Η κρινόμενη από 22-05-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 21/22-05-2019 αίτηση αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", απευθύνεται τόσο κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου οφειλέτη (που είχε αιτηθεί την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010), όσον και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...." και της τρίτης αναιρεσίβλητης πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος, παραδεκτά, λόγω του ότι, όπως προεκτέθηκε, ο δεσμός, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του Κ.Πολ.Δ. και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 30/ΕΜ/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τότε δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσίβλητη, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Έτσι η ύπαρξη ερήμην απoφάσεως, δηλαδή απoφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απoφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απoφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.

με 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως [βλ.7η και 8η σελίδα (4ο φύλλο) αυτής] είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 16-6-2016 ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την, αναγραφόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης, δικάσιμο της 1-12-2016 και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό 741 και 524 παρ. 4 εδ.

α' Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (εφόσον αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020).

Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δικ. ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσίβλητη και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιτέας κατατέθηκε στις 27-09-2012, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).

Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα ( ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 30/ΕΜ//2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση δεύτερης έφεσης το εκκαλούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ισχυρίζεται ότι ο αιτών και ήδη πρώτος των εφεσίβλητων δημιούργησε τις ληξιπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αιτήσεώς του, διότι προέβη σε αλόγιστο δανεισμό (λήψη πιστωτικών καρτών και δανείων) καθ' υπέρβαση του μέτρου και της σύνεσης του μέσου καταναλωτή, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει από το μηνιαίο εισόδημά του ή τουλάχιστον αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής αυτών και ως εκ τούτου βαρύνεται με ενδεχόμενο δόλο, καθόσον γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία κάλυψης των δανειακών του υποχρεώσεων ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η δολιότητα που προβλέπει ο νόμος 3869/2010 αναφέρεται στην αδυναμία πληρωμής και όχι στον τρόπο περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία, δοθέντος ότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής [...], ούτε με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αλλά απαιτείται επιπλέον και η από αυτόν πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές και δη ο δανειολήπτης να εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις, που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων, που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους [....].

Επίσης, η εκκαλούσα στην ένστασή της επικαλείται όλως αορίστως ότι ο αιτών δεν προέβη σε ορθολογιστική διαχείριση των οικονομικών πόρων του και ότι προφανώς επεδίωξε μέσω άσκοπου υπερδανεισμού να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής και διαβίωσης ανώτερο αυτού που θα είχε λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων και της περιουσιακής της κατάστασής του και εν συνεχεία κατασπατάλησε τα ποσά, που έλαβε, σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, σε επίρρωση δε του σχετικού ισχυρισμού της αναφέρει ότι αποκλείεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο αιτών να δαπάνησε το χρηματικό ποσό που έλαβε στο σύνολό του για την αγορά και επισκευή του διαμερίσματος που αποτελεί την κύρια κατοικία του, λαμβανομένων υπόψη αφενός ότι δεν προσκομίζονται σχετικά παραστατικά και αφετέρου ότι η αγορά της οικίας του έλαβε χώρα το έτος 2003, ενώ τα ένδικα δάνεια χορηγήθηκαν σε αυτόν τα έτη 2005 και 2006, πλην όμως δεν επικαλείται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η εκ μέρους του αιτούντος δόλια πρόκληση άγνοιας σε αυτή και δεν εξειδικεύει τις συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από αυτή την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δοθέντος ότι η πιστώτρια (στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα τράπεζα) είχε τη δυνατότητα κατά το χρόνο λήψης του δανείου από αυτή αφενός να εξακριβώσει, όχι μόνο τις οικονομικές δυνατότητες του αιτούντος κατά την λήψη δανείου (μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών), αλλά και την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις αυτού σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, κατασχέσεων) μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων βάσεων δεδομένων ("ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" - σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων, "ΔΙΑΣ") και αφετέρου ενόψει και της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 του Α.Κ.) να απορρίψει την πρότασή του για την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης [....].

Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να αγνοηθεί αφενός ότι ο δανειολήπτης δεν έχει καμία εξουσία διαμορφώσεως ή τροποποιήσεως όρων των δανειακών συμβάσεων που συνάπτονται με τις τράπεζες, διότι πρόκειται περί συμβάσεων προσχωρήσεως προς εκτέλεση των οποίων αυτές, αφού εκτιμούσαν ορισμένες παραμέτρους στο πρόσωπο του δανειολήπτη και βαθμολογούσαν την πιστοληπτική του ικανότητα, χορηγούσαν το τραπεζικό προϊόν [....] και αφετέρου η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων (ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών) μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία.

Για τους λόγους αυτούς άλλωστε, θεσμοθετήθηκε πλέον και νομοθετικά η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβαίνουν στον λεγόμενο "...υπεύθυνο δανεισμό...". Ειδικότερα, με το άρθρο 8 της ΚΥΛ Ζ1-699/ΦΕΚ Β' 917/2010 "Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την Κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, αριθμ.

L 133 της 22.05.2008" των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/48/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο [....] τα πιστωτικά ιδρύματα, κατά κοινοτική πλέον επιταγή, έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του.

Επίσης, από το περιεχόμενο της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου 3869/2010, σύμφωνα με το οποίο η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.ά.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες καταστροφικές συνέπειές της, προκειμένου δε να αντιμετωπιστεί το πραγματικό, ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμένο πρόβλημα της Ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, καθίσταται σαφές ότι θεσπίσθηκε το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, στις διατάξεις του οποίου υπάγονται όσοι πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς να ερευνάται το στοιχείο της ύπαρξης δόλου κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων δανείων.

Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί δολιότητας του αιτούντος λόγω της προέλευσης του συνολικού ποσού της οφειλής από ανακυκλούμενη πίστωση ελέγχεται ομοίως απορριπτέος, διότι δεν αποτελεί δόλια πράξη η χρήση αναχρηματοδοτήσεων και ανακυκλούμενης πίστωσης για την κάλυψη προηγούμενων χρεών, δοθέντος ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα του κακού υπολογισμού των οικονομικών δυνατοτήτων του αιτούντος από αυτό της εκμετάλλευσης των συνεχών ευκαιριών δανεισμού και αναχρηματοδοτήσεων, που οι τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς στους καταναλωτές, λαμβανομένου υπόψη ότι ο οφειλέτης στερείται της επαγγελματικής ικανότητας, της οργάνωσης και της συναλλακτικής εμπειρίας να υπολογίσει με οικονομικές παραμέτρους και αναλύσεις την φερεγγυότητά του και την ικανότητά του να ανταπεξέλθει σε συνδυαζόμενο και ανακυκλούμενο δανεισμό [...].

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι δολιότητα του αιτούντος - οφειλέτη δεν νοείται με την ανάληψη των απορρεόντων εκ των συμβάσεων δανείων υποχρεώσεων, δεδομένης της συνυπαιτιότητας του δανείζοντος τραπεζικού ιδρύματος λόγω της σαφούς και συγκεκριμένης γνώσης αυτού της επισφάλειας της χρηματοδότησης, αλλά μόνο στην περίπτωση πρόκλησης από αυτόν άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές του με την προσκομιδή πλαστών στοιχείων ή με την απόκρυψη υποχρεώσεών του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά και τις δανειακές υποχρεώσεις των υποψήφιων πελατών τους, προκειμένου να παραπλανήσει ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα και ως προς την ικανότητα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, στοιχεία που δεν επικαλέσθηκε και δεν απέδειξε η ενιστάμενη πρώτη των καθ' ών η αίτηση και ήδη εκκαλούσα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες δέχθηκε τα ίδια, απέρριψε την ένσταση της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία κάλυψης των δανειακών του υποχρεώσεων ως νομικά αβάσιμη και έκρινε την αίτηση του αιτούντος και ήδη πρώτου των εφεσίβλητων νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις του νόμου αυτού και ως εκ τούτου οι σχετικοί πρώτος και τέταρτος λόγοι των συνεκδικαζόμενων εφέσεων πρέπει να απορριφθούν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας απέρριψε κατ' ουσίαν: Α) την από 28-09-2015 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 30/02-10-2015 έφεση του τέταρτου των καθ' ών η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. και Β) τη συνεκδικασθείσα από 20-07-2015 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 24/23-07-2015 έφεση της δεύτερης των καθ' ών η αίτηση και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που στρέφονταν κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 117/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, το οποίο, δικάζον την από 26-09-2012 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 45/27-09-2012 αίτηση του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου για ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας την ένσταση περί δολίας περιελεύσεως αυτού σε αδυναμία πληρωμών.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν, στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου, αιτούντος την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ένταξή του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού και απαιτώντας, για τη συνδρομή δόλιας περιελεύσεως του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών, άμεσο δόλο αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α' του Ν. 389/2010, καθώς και των άρθρων 330 Α.Κ. και 27 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες παραβίασε ευθέως, διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, από όσα ο νόμος απαιτεί. Ειδικότερα, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου, δέχτηκε ότι "...δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής [...], ούτε με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αλλά απαιτείται επιπλέον και η από αυτόν πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές και δη ο δανειολήπτης να εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις, που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων, που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους ...".

Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, μπορεί να είναι και ενδεχόμενος και περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.

Επομένως, με την ανωτέρω κρίση του το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο και ειδικότερα με το να απαιτήσει, για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών, άμεσο δόλο αυτού και ειδικότερα εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την προσκομιδή πλαστών στοιχείων, ή απόκρυψη των υποχρεώσεών του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων, που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους και αποκλείοντας τη συνδρομή αυτής (δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών) σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου, ή παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης, παραβίασε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 330 Α.Κ.

και 27 παρ. 1 του Π.Κ., με τις οποίες προσδιορίζεται η αόριστη νομική έννοια του δόλου και διακρίνεται αυτός σε άμεσο και ενδεχόμενο, καθόσον αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθόσον απαίτησε άμεσο δόλο για τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών του υπερχρεωμένου οφειλέτη, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 30/ΕΜ/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ