Legislator Case Law & Legislation
787/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership via 15-year acquisitive prescription. The Greek State's appeal is rejected as the lower court correctly applied local law. The court found the lower court's reasoning sufficient and the appeal arguments baseless. The decision upholds the lower court's finding of ownership through acquisitive prescription. The court ruled that the lower court did not violate relevant laws regarding property acquisition. The appeal was dismissed because the lower court's decision was legally sound. The court determined the State failed to prove its case against the prescription claim. The judgment confirms the validity of the 15-year prescription period. The court emphasized the proper application of local Dodecanese law. The appeal was rejected due to lack of merit in the State's arguments.

Case Number 787/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court of Rhodes' ruling on property ownership. The State argued that the lower court incorrectly applied local law regarding a 15-year acquisitive prescription period, claiming the prescription should have been calculated differently against the original titleholder. The court found the lower court's application of the 15-year prescription rule correct and its reasoning sufficient to withstand review. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the legal costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63 and 51 of the Land Registry Regulations; The lower court's application of the 15-year acquisitive prescription period to establish ownership is valid when properly calculated against the original titleholder, and the Supreme Court will not overturn such a decision if the reasoning is clear and consistent.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription property ownership local law application appeal dismissal land registry regulations legal costs allocation titleholder rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 63 and 51 of the Land Registry Regulations
Article 2 paragraph 1 of Law 510/1947
Article 34 paragraph 8 of Presidential Decree 1539/1938
Articles 974, 976, 999, 1033, 1045, 1192 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of Administrative Act 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 787 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 787/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Μ. Κ., το γένος Α. Μ., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μούζουλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/1973 μη οριστική, 119/2000 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, 71/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 21-9- 2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 71/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, από 12-6-2014 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου επιφάνειας 150 τ.μ., μετά της εντός αυτού λιθόκτιστης κατοικίας, επί της πλατείας … στην …, νομικής φύσης "μουλκ", το οποίο φερόταν εγγεγραμμένο από αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή στο όνομα της Φ.

Μ. του Σ., εβραϊκής καταγωγής, επικαλούμενη πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Ειδικότερα, εξέθετε στην ένδικη αγωγή της, ότι η δικαιοπάροχος της, Μ. Τ. του Β., είχε ασκήσει εναντίον της αρχικής τιτλούχου την από 2/5/1966 και αριθμό κατάθεσης 531/1966 αγωγή, με την οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου, καθόσον είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο της ο κατ' άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής.

Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της εναγόμενης, η 710/1966 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία δέχθηκε την αγωγή και μεταγράφηκε νομότυπα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου. Ότι αφού διενήργησε (η ενάγουσα), έρευνα στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου προέβη στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, από την ανωτέρω δικαιοπάροχο της, δυνάμει του αναφερομένου συμβολαίου αγοραπωλησίας, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου.

Ότι μετά από δύο περίπου χρόνια από την εκ μέρους της, αγορά του ως άνω ακινήτου, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την υπ' αριθμ. κατάθεσης 243/9.5.1972 ανακοπή κατά της πιο πάνω 710/1966 απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου, ζητώντας την ακύρωση της. Ότι μετά την παρέλευση ενός έτους από την άσκηση της ως άνω ανακοπής του, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προέβη και στην κατάληψη του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του από 7/6/1973 πρωτοκόλλου καταλήψεως, το οποίο μεταγράφηκε με την υπ' αριθμό …/…-6-1973 πράξη του Κτηματολογίου Ρόδου και στη συνέχεια, με την 119/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, έγινε δεκτή η ανακοπή και απορρίφθηκε η ως άνω με αριθμό κατάθεσης 531/1966 αγωγή περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της δικαιοπαρόχου της (ενάγουσας) Μ.

Τ. ως απαράδεκτη. Ότι η τελευταία άσκησε κατά της απόφασης αυτής έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 255/2005 απόφαση του Εφετείου Δωδεκάνησου, με συνέπεια την εξαφάνιση της 710/1966 απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία η δικαιοπάροχος της Μ. Τ. είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο, που εν συνεχεία της πώλησε.

Εν συνεχεία δε, εξέθετε ότι, η ίδια απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου, έχοντας συμπληρώσει τον κατά το άρθρο 63 του εν ισχύ Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, χρόνο της δεκαπενταετούς παραγραφής έναντι της αρχικής τιτλούχου κατά την κτηματολογική εγγραφή, προσμετρώντας στον δικό της χρόνο νομής, το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της, η οποία νεμόταν το επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1949, συνεπώς, προ της καταλήψεως από το Ελληνικό Δημόσιο το έτος 1973 και πριν από την απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο.

Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το προαναφερόμενο Πρωτόκολλο Κατάληψης, το οποίο μετέγραψε στο οικείο Κτηματολόγιο, αμφισβητούσε την κυριότητα της επί του επιδίκου. Κατόπιν αυτών ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής της, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, ν' αναγνωριστεί κυρία του πιο πάνω ακινήτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου.

Επί της αγωγής αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία εξέδωσε την υπ' αριθ. 269/2017 απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, το ήδη αναιρεσείον, άσκησε την από 18-11-2017 έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή της, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επί της οποίας το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία την 71/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση.

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της. Ως εκ τούτου, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει το έννομο συμφέρον να εκτίθεται με επίκληση από τον ενάγοντα στο δικόγραφο της. Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση.

Συνεπώς, για το ορισμένο, ως προς το έννομο συμφέρον, της αναγνωριστικής αγωγής, απαιτείται, αλλά και αρκεί, να εκτίθεται στο δικόγραφο της, η άρνηση ή αμφισβήτηση από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντα, την προστασία του οποίου ζητεί, με την αιτούμενη με την αγωγή αναγνώρισής του ( Α.Π 1442/2019). Με τη διάταξη του άρθρου 34 ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας Δημοσίων Κτημάτων", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 Εισ.Ν.Α.Κ του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του ΒΔ/τος της 31 Δεκεμβρίου 1948 Ιανουαρίου 1949 ορίζονται τα ακόλουθα: (παρ.1) Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ' αυτών ουδέ δι' αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ' αυτού ως διοικητού αλλότριων (παρ.2).

Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου λαμβάνοντας προς τούτο ειδική εντολή του Υπουργείου Οικονομικών (Διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του Προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου (παρ. 3). Εφόσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδία υπηρεσία περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτου καταχωρείται εις τα Βιβλία Μεταγραφών εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλότριων (παρ. 4).

Η προς τον ιδιοκτήτη απόδοσις του καταλειφθέντος κτήματος γίνεται κατ' αίτηση αυτού, κοινοποιουμένη προς το Δημόσιον δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του κατά το άρθρο 10 του Συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω (παρ. 6). Εάν απορριφθεί αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθεί απόφασις του Υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός των από του κατά άρθρον 10 Συμβουλίου ταχθείσης κατά την παρ. 4 του άρθρου 11 προθεσμίας δύναται ούτος να ζητήσει την απόδοσιν δΓ αιτήσεως του υποβαλλομένης προς τον αρμόδιο, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, Πρόεδρο Πρωτοδικών (παρ. 7).

Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα της κυριότητας αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιο (παρ. 8). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπος του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, (β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής).

Εξάλλου, η κατάληψη του ακινήτου από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, δεν θίγει ή βλάπτει το θεσμό της χρησικτησίας, η οποία έτσι ή αλλιώς είναι ένας πρωτότυπος τρόπος απόκτησης κυριότητας. Έτσι, εάν ένα εγκαταλελειμμένο ακίνητο καταληφθεί από τρίτο με τις νόμιμες προϋποθέσεις της χρησικτησίας και συμπληρωθεί στο πρόσωπο του ο οριζόμενος χρόνος γι' αυτή, τότε αυτός νομίμως, πάντοτε δικαστικά, αναγνωρίζεται ότι απέκτησε επ' αυτού την κυριότητα.

Όταν λοιπόν ένα ακίνητο, έστω και εγκαταλελειμμένο, δεν ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, αλλά στην κυριότητα ιδιώτη, είναι δεκτικό νομής από τρίτο σε βάρος του τελευταίου και κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Σε κάθε περίπτωση δε, που ο τρίτος έχει συμπληρώσει την κτητική παραγραφή πριν την κατάληψη (είτε η κατάληψη είναι νόμιμη είτε μη νόμιμη) η χρησικτησία του τρίτου δεν επηρεάζεται (ΑΠ 656/2012).

Εξάλλου, αν διοικητική αρχή εκδώσει πρωτόκολλο καταλήψεως ακινήτου, έστω και κατά του αρχικού τιτλούχου, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αγωγή αναγνωρίσεως της κυριότητας του. Τούτο δε, διότι, η έκδοση αυτή (του πρωτοκόλλου καταλύψεως), δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματος του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο (πρβλ.ΑΠ 2142/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε.

Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσης της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30-12- 1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ.Α.Π 188/1980).

Επομένως, μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί κατά τα άρθρα 974, 976-979 και 1045 Α.Κ, προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου (Α.Π 887/2002). Με το άρθρο 974 ΑΚ, για τον καθορισμό της έννοιας της νομής ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του, κατά το καθοριζόμενο στο νόμο χρονικό διάστημα, πράγματος γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) και από το άρθρο 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή, η συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διάταξης (Α.Π 641/2017).

Κατά δε το άρθρο 61 παρ.1 του ίδιου Κανονισμού, με το οποίο θεσπίζεται τεκμήριο του ότι, είναι ακριβείς οι εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, ορίζεται ότι "η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώρηση που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν αντιστοίχως τη νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και τη διάδοχη αυτού μεταβολή".

Ενώ με το άρθρο 51 του αυτού Κανονισμού ορίζεται ότι "Αφ'ής ημέρας διετάχθη η εγγραφή ενός ακινήτου καθίστανται υποχρεωτικοί αι αφορώσαι εις αυτό μεταγενέστεροι καταχωρίσεις, Υπόκειται εις καταχώρισιν μεταγραπτέαν επί του Κτηματικού Βιβλίου και επί του Κτηματικού Τίτλου και δεν έχουσιν αποτελεσματικότητα ουδέ μεταξύ των μερών ει μη από της ημερομηνίας της γενομένης καταχωρίσεως αι ακόλουθοι πράξεις.

1ον....Δ) Αι πράξεις αι συνεπαγόμενοι μεταβίβασιν ή απονομήν κτημάτων μούλκ υπέρ του Δημοσίου....".

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σΛ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, Ολ.Α.Π 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020).

Εξάλλου, η νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενο της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005) και όχι από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1428/2019).

Τέλος,, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Α.Π 688/2014).

Στη προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, που όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, επισκοπείται παραδεκτά, το Εφετείο. αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, δέχθηκε τ' ακόλουθα "...Με την ένδικη έφεση το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του παρ. 8 του ΑΝ 1539/1938 και 51 του Κτηματολογικού Κανονισμού, δεχθείσα ότι το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο) τυγχάνει εγγεγραμμένος τιτλούχος του επίδικου ακινήτου με μόνη την παρέλευση δεκαετίας από της καταλήψεως αυτού ως εγκαταλελειμμένου και την εγγραφή στο Κτηματολόγιο Ρόδου του σχετικού Πρωτοκόλλου Κατάληψης, δίχως την εγγραφή της περιέλευσης της κυριότητας στο Δημόσιο, κατόπιν αποδοχής σχετικής αίτησης της αρμόδιας Υπηρεσίας από τον επί του Κτηματολογίου Δικαστή.

Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού δέχθηκε ότι η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς, αποκλειστικά κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως τελευταίου εγγεγραμμένου τιτλούχου και δεν απαιτείτο να στρέφεται, πέραν του Ελληνικού Δημοσίου, και κατά των κληρονόμων της αρχικής τιτλούχου και ελλείψει αυτών του Διευθυντή του Κτηματολογίου Ρόδου.

Οι λόγοι αυτοί δεν είναι νόμιμοι, καθώς σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, η αγωγή παραδεκτώς και νομίμως στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αμφισβητεί την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου, με την έκδοση του από 7.6.1973 Πρωτοκόλλου Κατάληψης εγκαταλελειμμένου ακινήτου, ενώ εκτίθεται πως πράγματι το επίδικο ακίνητο είχε την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, πως το εναγόμενο ενέγραψε το ως άνω πρωτόκολλο στο Κτηματολόγιο Ρόδου την 8.7.1973, ενώ έχει ήδη παρέλθει δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου με συνέπεια να θεωρείται καταρχήν, κατ' αρθ. 34 παρ. 8 του ΑΝ 1539/1983 πως έχει περιέλθει αυτοδικαίως η κυριότητα αυτού στο εναγόμενο" και περαιτέρω, δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα εξής :

Το επίδικο οικόπεδο, επιφάνειας 150 τ.μ, με την εντός αυτού λιθόκτιστη κατοικία, επί της πλατείας … στην …, νομικής φύσης "μουλκ", με κτηματολογικά στοιχεία τόμος Οικοδομών Ρόδου … (παλαιός …), φύλλο … (παλαιό …), φάκελος … και μερίδα …-2002 φερόταν εγγεγραμμένο από αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή στο όνομα της Φ.

Μ. του Σ., εβραϊκής καταγωγής, η οποία, κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, μαζί με όλους τους Εβραίους της Ρόδου, μεταφέρθηκε με καΐκι από τους Γερμανούς σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και έκτοτε αγνοείται η τύχη της ενώ ουδείς εμφανίσθηκε για λογαριασμό της, προκειμένου να ενδιαφερθεί για την επίδικη οικία.

Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Μ. Τ. του Β. εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1949, ενώ το έτος 1966 άσκησε εναντίον της αρχικής τιτλούχου την με αριθμό κατάθεσης 531/23-5-1966 αγωγή, με την οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είχε καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου, καθόσον συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ο κατ' άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η υπ' αριθμ. 710/1966 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία μεταγράφηκε νομότυπα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου με την υπ' αριθμ. …/1969 κτηματολογική πράξη. Το έτος 1970 η ενάγουσα αγόρασε το επίδικο ακίνητο από την ως άνω Μ. Τ., δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/….2.1970 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελάριου Μάίλη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, με την υπ' αριθμ. …/1970 κτηματολογική πράξη. Ακολούθως, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την υπ' αριθ., κατάθεσης 243/9.5.1972 ανακοπή κατά της ως άνω με αριθμ. 710/1966 απόφασης, ισχυριζόμενο πως νομιμοποιείται στην άσκηση αυτής καθώς το ακίνητο ήταν εγκαταλελειμμένο, ζητώντας την ακύρωση αυτής, η οποία καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία Ρόδου με την υπ' αριθμ.

…/….5.1972 κτηματολογική πράξη, ενώ προέβη και στην κατάληψη του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του από 7/6/1973 πρωτοκόλλου καταλήψεως, που μεταγράφηκε με την υπ' αριθμό …/…-6-1973 πράξη του Κτηματολογίου Ρόδου, ενώ παρήλθε ο εκ του άρθρου 34 παρ. 8 του Ν. 3539/1983 χρόνος, χωρίς το επίδικο να αναζητηθεί από την ιδιοκτήτρια αυτού Φ.

Μ. ή τους κληρονόμους της. Με τη με αριθμό 119/2000 οριστική απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, έγινε δεκτή η ανακοπή και απορρίφθηκε η ως άνω με αριθμό κατάθεσης 531/1966 αγωγή περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της δικαιοπαρόχου της Μ. Τ. ως απαράδεκτης, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη Φ. Μ. βρισκόταν εν ζωή κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας από την ενάγουσα Μ. Τ. έφεσης, με την υπ' αριθμ. 255/2005 απόφαση του Εφετείου Δωδεκάνησου. Εναντίον της τελευταίας απόφασης, η ενάγουσα της ένδικης αγωγής άσκησε την από 22.11.2005 τριτανακοπή, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με τη με αρ. 157/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον κρίθηκε ότι η ενάγουσα δεσμεύεται ως ειδική διάδοχος, από το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω με αρ. 255/2005 απόφαση.

Επομένως η υπ' αριθμό 710/1966 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε αναγνωρισθεί η δικαιοπάροχος της ενάγουσας κυρία του επίδικου ακινήτου ακυρώθηκε, ενώ αναγνωρίσθηκε με δύναμη δεδικασμένου η ιδιότητα του επίδικου ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου. Ωστόσο, η ενάγουσα κατά το χρόνο κατάληψης του ακινήτου, που είχε την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, είχε συμπληρώσει τον χρόνο της 1 δετούς νομής, προσμετρώντας στον δικό της χρόνο νομής και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της απόφασης, καθόσον η δικαιοπάροχος της ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου από το έτος 1949 που το κατέλαβε έως το έτος 1970, οπότε το μεταβίβασε, δυνάμει συμβολαιογραφικής σύμβασης πώλησης, στην ενάγουσα, έκτοτε δε η τελευταία κατείχε το επίδικο με διάνοια κυρίου.

Επομένους η αγωγή, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η ενάγουσα κυρία του επίδικου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, που αμφισβητεί την κυριότητα αυτής με την έκδοση του από 7.6.1973 Πρωτοκόλλου, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικώς βάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την τελευταία κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αμφισβήτησε την κυριότητα της, με την έκδοση του από 7-6-1973 Πρωτοκόλλου Καταλήψεως και την εγγραφή αυτού, στο Κτηματολόγιο Ρόδου στις 8-7-1973, χρόνο κατά τον οποίο ήδη η ενάγουσα είχε συμπληρώσει το χρόνο της 15 δετούς νομής επί του επιδίκου προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και αυτό της δικαιοπαρόχου της.

Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης του άρθρου 63 και 51 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, και 34 παρ. 8 του α.ν 1539/1938, με το να δεχθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει εγγεγραμμένος τιτλούχος του επιδίκου ακινήτου, με μόνη τη παρέλευση δεκαετίας από της καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου και την εγγραφή στο Κτηματολόγιο Ρόδου του σχετικού πρωτοκόλλου κατάληψης, και δίχως δηλ.

την αναγκαία εγγραφή της περιέλευσης της κυριότητας στο Δημόσιο, κατόπιν αποδοχής από τον επί του Κτηματολογίου δικαστή σχετικής αίτησης από την αρμόδια Υπηρεσία (Κτηματική Υπηρεσία). Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'ορθή εκτίμηση την από τον αριθ. 1α πλημμέλεια (και όχι 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παρά το ότι το εναγόμενο δεν νομιμοποιείτο παθητικά καθόσον, δεν ετύγχανε εγγεγραμμένος τιτλούχος του επιδίκου ακινήτου.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης του άρθρου 63 του ως άνω Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλομένη με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάληψης του επιδίκου (το έτος 1973) από το Ελληνικό Δημόσιο, η ενάγουσα είχε συμπληρώσει το χρόνο της 1 δετούς νομής, έναντι της αρχικής τιτλούχου [Φ.

Μ.], προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, καθόσον η δικαιοπάροχος της ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου από το έτος 1949 που το κατέλαβε έως το έτος 1970, οπότε το μεταβίβασε, δυνάμει συμβολαιογραφικής σύμβασης πώλησης στην ενάγουσα και ότι το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα αυτή με την έκδοση του από 7-6-1973 πρωτοκόλλου χωρίς όμως η προσβαλλόμενη, να κάνει μνεία και να περιλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία ότι πράγματι η ενάγουσα κατέστη κυρία δια χρησικτησίας έναντι της αρχικής τιτλούχου, είτε με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή της από μέρους της εγγεγραμμένης τιτλούχου ή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που πρέπει να έχει καταχωρηθεί στα Κτηματολογικά βιβλία, ώστε να δύναται να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, που αμφισβητεί την κυριότητά της με την έκδοση του από 7- 6-1973 πρωτοκόλλου κατάληψης.

Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, η αναιρεσείουσα ενάγουσα αναγνωρίστηκε κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της 15 δετούς νομής της επί του επιδίκου, προσμετρώντας στο δικό της χρόνο νομής και αυτό της δικαιοπαρόχου της, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου που αμφισβήτησε την κυριότητα της με την έκδοση του Πρωτοκόλλου καταλήψεως, και όχι έναντι αυτού ως τελευταίου τιτλούχου, όπως αιτιάται το αναιρεσείον, ώστε να απαιτείται είτε με πράξη η συνομολόγηση της συνεχούς δεκαπενταετούς νομής εκ μέρους του εγγεγραμμένου τιτλούχου είτε δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του, ή αν αυτοί δεν υπάρχουν του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Συνεπώς, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 63 και 51 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, και 34 παρ.8 του α.ν 1539/1938, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 999, 1033, 1045,1192 Α.Κ και 70 Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας και, επιπλέον, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο με τη δεκαπενταετή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) που συμπληρώθηκε πριν από την έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης αυτού, ως εγκατελελειμμένου, από το αναιρεσείον.

Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 21-9-2019 αίτηση για αναίρεση της 71/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, το οποίο νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-9-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 71/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης