Supreme Court allows appeal against labor court dismissal of overtime pay claim due to vague judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a First Instance Court decision that had dismissed a claim for overtime pay as vague. The appellant argued the lower court erred by rejecting a clearly defined claim for damages due to the employer's delay in paying wages after a contract termination. The court found the judgment legally flawed because it rejected a specific claim without addressing the necessary elements, leading to a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officiously whether a party summoned to an appeal hearing has appeared according to legal requirements, and if the summons was validly served, the court proceeds with the hearing despite the party's absence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 787 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 787/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Ανδριοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Ψ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Θ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2395/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2490/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/10/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, ενιαίως εκτιμώμενοι, ως αναφερόμενοι στην ίδια αναιρετική πλημμέλεια και οι τέσσερις λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3 και 104 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και γ) αν ο διάδικος δεν παρίσταται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή εκπροσωπείται από δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Αθηνών Σ.
Θ., ως πληρεξούσιο αυτού, κατά τη δήλωσή του. Πλην, όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, δεν αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη, ούτε έγινε παράσταση αυτού ενώπιον του ακροατηρίου και σχετική δήλωση στα πρακτικά, ώστε να προκύπτει ότι παρείχε στον ως άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Συνακόλουθα, ο αναιρεσίβλητος είναι δικονομικά απών. Περαιτέρω, από την υπ’ αριθμ. .../18.3.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 27.9.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (28.2.2017), επιδόθηκε με εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στον αναιρεσίβλητο νομίμως και εμπροθέσμως.
Επομένως και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 349 Α.Κ., ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται. Η προσφορά πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα. Κατά δε το άρθρο 350 του αυτού Κώδικα ο δανειστής γίνεται υπερήμερος και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δε δέχεται την παροχή.
Ενώ κατά το άρθρο 656 του κώδικα, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.
Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή του αλλού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ο εργοδότης καθίσταται από το λόγο αυτό και μόνο υπερήμερος και οφείλει να καταβάλει τις προσήκουσες αποδοχές στον ακύρως απολυθέντα εργαζόμενο, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, μετά την καταγγελία, αφού στην περί αυτής δήλωση του εργοδότη περιέχεται αυτονοήτως και δήλωση βουλήσεως αυτού ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 45/2006, 1420/1990, 1191/1990).
Η υποχρέωσή του υπερήμερου εργοδότη για καταβολή των αποδοχών υφίσταται μέχρι να αρθεί η υπερημερία του, είτε με δήλωσή του ότι αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, είτε με απόσβεση της ενοχής, είτε με σχετική αυτού και του μισθωτού συμφωνία είτε με νεώτερη έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 1 του ν. 3514/1928, η υπό τα όπλα οπωσδήποτε πρόσκληση κάθε ιδιωτικού υπαλλήλου, που υπηρετεί πλέον των έξη μηνών σε οιοδήποτε γραφείο, κατάστημα ή επιχείρηση, δεν αποτελεί λόγο διαλύσεως της συμβάσεως εργασίας. Ο υπάλληλος, εντός μηνός από της απολύσεως του από το στρατό, πρέπει να δηλώσει στον εργοδότη του ή στον αντιπρόσωπό του εάν προτίθεται να επαναλάβει την εργασία του, οπότε οφείλει να προσέλθει προς τούτο εντός 15 ημερών κ.λπ.
Κατά δε το άρθρο 4 του αυτού νόμου, ο υπάλληλος, που επαναλαμβάνει κατά το νόμο τούτο την εργασία του, δεν μπορεί προ της παρελεύσεως έτους να απολυθεί από τη θέση του παρά μόνο για κατά κοινή ομολογία δεδικαιολογημένη αιτία, άλλως σε περίπτωση απολύσεως του δικαιούται αποζημιώσεως ίσης προς τους μισθούς έξι μηνών, τους οποίους ελάμβανε προ της στρατεύσεώς του.
Με το άρθρο 11 παρ. 2 εδαφ. β` α.ν.547/1937 επεκτάθηκε η ισχύς του ν. 3514/1928 και επί του εν γένει εργατοτεχνικού προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι κατά τη διάρκεια στρατεύσεως του μισθωτού, που έχει συμπληρώσει εξάμηνο απασχόλησης στον εργοδότη, η σύμβαση εργασίας αυτού, δεν λύεται , αλλά τελεί σε αναστολή (ΑΠ 894/2007, 1022/1992, 1338/1990).
Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω συνάγονται περαιτέρω τα εξής: α) Κατά τη διάρκεια της στρατεύσεως αναστέλλεται η εκτέλεση της εργασιακής συμβάσεως κατά τις διατάξεις του ν. 3514/1928, δεν υπάρχει δηλαδή υποχρέωση εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του μεν εργαζομένου να προσφέρει την εργασία του, του δε εργοδότη να καταβάλει το μισθό.
β) Αν ο εργαζόμενος στρατευθεί κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, δεν αίρεται η τελευταία (υπερημερία του εργοδότη), αλλ’ απλώς αυτός απαλλάσσεται της υποχρέωσης για καταβολή των αποδοχών κατά τη διάρκεια της στρατεύσεως, υποχρέωση που αναβιώνει με την αποστράτευση του εργαζομένου και την τυχόν συνεχιζόμενη άρνησή του εργοδότη να αποδεχθεί την παροχή της εργασίας του, η οποία εφόσον η υπερημερία οφείλεται σε άκυρη καταγγελία της συμβάσεως, θεωρείται ότι υπάρχει διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος, όπως προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η αγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, είναι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η μη αποδοχή από μέρους του εργοδότη της εργασίας, την οποία πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο του προσέφερε ο μισθωτός.
Όταν όμως η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, τότε δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στην αγωγή του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον μισθωτό, διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος (ΑΠ 431/2006).
Η τυχόν άρση της υπερημερίας ή η απαλλαγή του εργοδότη για καταβολή του μισθού για οποιοδήποτε λόγο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ενστάσεως του εναγομένου εργοδότη. Τέλος η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 520/2015, 487/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, o ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθετε στην ένδικη από 21.4.2010 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στις 15.6.2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει σ’ αυτόν τις υπηρεσίες του ως πωλητής στο εμπορικό κατάστημα που διατηρεί ο τελευταίος (εναγόμενος), και ότι εργάσθηκε μέχρι την 8.10.2005, που απολύθηκε από αυτόν προφορικά και χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, δηλαδή με άκυρη καταγγελία και άλλως όλως καταχρηστικά, καθότι διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του από την εργασιακή του σχέση και την ασφάλισή του στο ΙΚΑ.
Ότι επί της από 30.10.2005 προγενέστερης αγωγής του κατά του εναγομένου εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1429/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε εν μέρει αυτήν και αναγνώρισε την ακυρότητα της απολύσεώς του, επί της από 15.2.2008 δε εφέσεως του εναγομένου κατά της πρωτοβάθμιας αυτής αποφάσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 7477/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την ακυρότητα της από 8.10.2005 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για 18 ημέρες εργασίας, καθότι αυτός (ενάγων) διέκοψε την αναβολή του και στρατεύθηκε στις 31.10.2005.
Ότι η προφορική του απόλυση και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ουδέποτε απασχόλησε αυτόν του στέρησε το δικαίωμα επαναπρόσληψης, μετά την απόλυσή του από τις τάξεις του στρατού στις 29.10.2006 και διατήρησής του στην εργασία για ένα τουλάχιστον έτος, όπως ορίζει το όρθρο 4 του ν.3514/1928. Ότι αυτός από 1.11.2006 έως 31.1.2007 ήταν άνεργος, ότι την 1.2.2007 προσλήφθηκε ως φύλακας από την εταιρεία "..." και εργάσθηκε μέχρι τέλος Ιουνίου του έτους 2007 αντί μηνιαίων αποδοχών 638 ευρώ και ότι εισέπραξε από την εργασία του αυτή το ποσό των 3.782,61 ευρώ.
Ότι στη συνέχεια παρέμεινε άνεργος μέχρι την 3.10.2007 που προσλήφθηκε στην εταιρεία "... ΟΕ", που διατηρεί ψητοπωλείο, αντί ημερομισθίου 29 ευρώ, στην οποία εργάσθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου έως τον Απρίλιο του έτους 2008, ότι επαναπροσλήφθηκε από την ίδια εταιρεία τον Ιούνιο του έτους 2008 και εργάσθηκε μέχρι το Μάιο του έτους 2009, ότι από τον Ιούνιο του έτους 2009 απασχολήθηκε σ αυτή με σύμβαση μερικής απασχόλησης μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2009 και από τον Οκτώβριο έως το τέλος Δεκεμβρίου του ιδίου έτους με σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης.
Ότι από 1.1.2010 έως και την 21.4.2010 παραμένει άνεργος. Ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να τελεί σε υπερημερία έως την ημερομηνία ασκήσεως αυτής (αγωγής), αφού δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, ούτε προέβη σε έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Ότι ο νόμιμος μισθός του, ως υπαλλήλου εμπορικού καταστήματος, κατά το χρόνο απολύσεώς του, ήταν 725,40 ευρώ και ότι διαμορφώθηκε από 1.1.2006 στο ποσό των 768,92 ευρώ, από 1.1.2007 στο ποσό των 789,68 ευρώ, από 1.1.2008 στο ποσό των 871,82 ευρώ, από 1.9.2008 στο ποσό των 932,84 ευρώ και από 1.1.2009 στο ποσό των 979,48 ευρώ.
Ότι δικαιούται για τα χρονικά διαστήματα από 1.11.2006 έως 31.12.2006, από 1.2.2007 έως 30.6.2007, από 1.7.2007 έως 30.9.2007, από 1.1.2008 έως 31.12.2008, από 1.6.2009 έως 30.9.2009 και από 1.1.2010 έως 21.4.2010, για μισθούς υπερημερίας, για διαφορές οφειλομένων μισθών υπερημερίας, επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας, μετ’ αφαίρεση των εισπραχθέντων από αυτόν (ενάγοντα) ποσών, από τις προαναφερθείσες εργασίες του τα επίδικα χρονικά διαστήματα, τα αναλυτικά αναγραφόμενα ποσά, που ανέρχονται συνολικά στο ύψος των 12.622,61 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για την ως άνω αιτία το ποσό, των 12.622,61 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους κονδύλιο από τότε που αυτό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 2395/2011 απόφαση του, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.471,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ύστερα από εφέσεις που άσκησαν αμφότεροι οι διάδικοι το Εφετείο με την προσβαλλομένη 2490/2013 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κρίνοντας, ότι, καίτοι ο εναγόμενος περιήλθε σε υπερημερία στις 8.10.2005, όταν έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ύστερα από άκυρη καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του, που έγινε προφορικά και χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως την ημερομηνία αυτή, ακυρότητα που αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα με την υπ’ αριθ. 7417/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρά το ότι δεν ήρθη η υπερημερία αυτή με την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντα ή με νέα έγκυρη καταγγελία, εφόσον ο ενάγων στις 31.10.2005 κατετάγη στις τάξεις του στρατού υπηρετώντας έως στις 29.10.2006 τη στρατιωτική του θητεία, η σύμβαση εργασίας του κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, τελούσε σε αναστολή, με συνέπεια να προκύψει, από την ημερομηνία κατατάξεώς του αδυναμία παροχής εργασίας εκ μέρους του από λόγο που αφορά το πρόσωπο του και συνεπώς εξ αιτίας αυτής να αρθεί από την ως άνω ημερομηνία (31.10.2005) η υπερημερία του εναγομένου εργοδότη και ότι συνεπώς για το ορισμένο αυτής (αγωγής) ο ενάγων όφειλε να εκθέτει σ’ αυτή, ότι μετά την απόλυσή του από το στράτευμα, γνωστοποίησε αυτή στον εναγόμενο εργοδότη του, καθότι το γεγονός αυτό (της απολύσεως του ενάγοντα από τις τάξεις του στρατεύματος και της εκ του λόγου τούτου άρσεως της αδυναμίας παροχής, εργασίας του προς τον εναγόμενο) αφορούσε το πρόσωπο αυτού (ενάγοντα) και δεν ήταν γνωστό στον εναγόμενο και επιπρόσθετα όφειλε να εκθέτει ότι εμφανίσθηκε στην εργασία του, εντός της προαναφερθείσας, στη μείζονα σκέψη, νόμιμης προθεσμίας, δηλώνοντας στον εναγόμενο ότι επιθυμεί να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες που προσέφερε ως μισθωτός προ της στρατεύσεως και ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να τον απασχολήσει περιερχόμενος, για το λόγο αυτό, σε υπερημερία οφειλέτη, οφείλοντας στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για τα επίδικα χρονικά διαστήματα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε με την προσβαλλομένη απόφασή του απαράδεκτο, απέρριψε δηλαδή ως αόριστη την αγωγή, η οποία με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι ορισμένη, αφού με αυτήν ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, λόγω ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αναφέρονται δε σ’ αυτή τα απαραίτητα για την πληρότητά της στοιχεία, δηλαδή η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο νόμιμος μισθός και η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, καταγγελίας συνεπεία της οποίας δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στην αγωγή του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον μισθωτό, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα και δεν ασκείται αξίωση από τις διατάξεις του ν. 3514/1928, ώστε να απαιτείται να εκθέτει επί πλέον σ’ αυτήν ο ενάγων ότι, μετά την απόλυσή του από το στράτευμα, γνωστοποίησε αυτή στον εναγόμενο εργοδότη του, ότι εμφανίσθηκε στην εργασία του, εντός της αναφερομένης στο νόμο αυτό προθεσμίας και δήλωσε ότι επιθυμεί να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες που προσέφερε ως μισθωτός προ της στρατεύσεως και ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να τον απασχολήσει, ούτε είχε υποχρέωση ο ενάγων να αναφέρει επί πλέον στην αγωγή του, περιστατικά που στηρίζουν ενδεχόμενη απαλλαγή του εναγομένου, υπερήμερου εργοδότη του, από την υποχρέωσή του για καταβολή των νομίμων αποδοχών του.
Τα αναφερόμενα σχετικά με την στράτευση του ενάγοντος στην αγωγή, εκτίθενται πλεοναστικά σ’ αυτή για να δικαιολογήσουν τη μη διεκδίκηση από πλευράς αυτού (ενάγοντος), αποδοχών υπερημερίας κατά το διάστημα που υπηρέτησε, μετά την επέλευση της υπερημερίας του εναγομένου, στις τάξεις του στρατού και όχι για να θεμελιώσουν αγωγική αξίωση.
Επομένως και οι τέσσερις λόγοι αναιρέσεως (οι δεύτερος και τρίτος κατά το αντίστοιχο μέρος τους) εκτιμώμενοι ενιαίως, ως αποδίδοντες στην προσβαλλομένη αληθώς την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αιτιάσεων από τους αριθμούς 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στον δεύτερο και από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 2490/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσιβλήτο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017..
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαϊου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ