Legislator Case Law & Legislation
787/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and vague legal arguments.

Case Number 787/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a real estate transaction. The appellant argued that the First Instance Court erred in finding no written mandate existed and mischaracterized the commission amount, but the respondent was absent from the hearing. The court rejected the appeal because the respondent's absence meant the appeal was inadmissible, and the appellant's legal arguments were too vague to constitute valid grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the respondent is absent and the appellant fails to specify the exact legal error or factual basis for the appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility absence of respondent vague legal grounds Code of Civil Procedure real estate commission written mandate requirement procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(c) and (d) of the Code of Civil Procedure
Article 575(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 703, 158 and 185 et seq. of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 787 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 787/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λουκαδούνο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2009 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3192/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2014 αίτησή της, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 20-11-2015 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 26-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.

Για την πιστοποίηση των παραπάνω συντάχθηκε αυτό το πρακτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ...5-6-2015 και ...15-12-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Η. Ζ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 6-10-2015, καθώς και ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 20-11-2015 κλήσης της αναιρεσείουσας προς συζήτηση της αναίρεσης, μετά τη ματαίωση αυτής κατά την προαναφερθείσα αρχική δικάσιμο, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 1-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-10-2016), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.

Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (18-10-2016), δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει η αναιρεσίβλητη να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 Α.Κ., 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη (Ολ.

Α.Π. 4/2012). Εξ άλλου η αοριστία των λόγων της έφεσης ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να είχε προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί (Α.Π. 1379/2003).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυε πριν το ν. 4335/2015, καθόσον κατά το άρθρο 9 παρ. 2 αυτού οι θεσπισθείσες δυνάμει αυτού τροποποιήσεις στις διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται στα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 δικόγραφα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η υπό κρίση αίτηση που κατατέθηκε στις 17-9-2014): "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".

Από δε τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται μόνο στην περίπτωση παράβασης κανόνων του ουσιαστικού και όχι και του δικονομικού δικαίου (Α.Π. 901/2013), όπως είναι μεταξύ άλλων και οι διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1, 118 και 119 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η 3192/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 239/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 520 παρ. 1, 118, 119 Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας παρά την ακυρότητα του δικογράφου της καθόσον, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...δεν διατυπώνονται στην έφεση σαφείς και ορισμένοι λόγοι εφέσεως, δηλαδή συγκεκριμένα παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, παρά μόνο αόριστοι, ασαφείς και διάσπαρτοι ισχυρισμοί...".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλει την αοριστία των λόγων της έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε κάθε δε περίπτωση διότι οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις δεν αφορούν εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου.

Ειδικότερα οι αιτιάσεις αυτές, αναγόμενες σε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία των λόγων έφεσης και σε δικονομικές ελλείψεις αυτών, θα μπορούσαν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχος του οποίου δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.

λόγους για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στα άρθρα 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005) και δεν αρκεί αποσπασματική παράθεση αυτών (Α.Π. 625/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 703, 158, 185 Α.Κ. και του π.δ. 248/1993 καθόσον δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα" η ανάθεση μεσιτικής εντολής από την αναιρεσίβλητη προς αυτήν:

α) παρά την ένορκη μαρτυρία της μάρτυρος της (αποσπάσματα της οποίας παραθέτει) και τη σωρεία των γνήσιων εγγράφων βέβαιας χρονολογίας ουδόλως αμφισβητηθέντων και β) παρά τη σωρεία των αναμφισβήτητων μεσιτικών ενεργειών στις οποίες είχε προβεί αμέσως μετά τη λήψη της εντολής της. Ακολούθως υπό το στοιχείο γ του ίδιου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Ο ισχυρισμός της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "...Και τούτο, διότι αντίκειται στη λογική, παρά την ανυπαρξία οιασδήποτε φιλικής, μεταξύ των διαδίκων, σχέσης, η οποία θα δικαιολογούσε την έλλειψη έγγραφης ανάθεσης εντολής, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η ενάγουσα δραστηριοποιείτο ως μεσίτρια ήδη από το έτος 2002 και ως εκ τούτου ήταν έμπειρη επαγγελματίας, εντούτοις η εν λόγω διάδικος αρκέσθηκε, όπως η ίδια επικαλείται, σε προφορική εντολή και δεν ζήτησε να λάβει, προς δική της διασφάλιση, έγγραφη εντολή από την εναγομένη, κάτι που, όμως, δεν συνέβη με τον αρχικώς υποψήφιο και εν συνεχεία αγοραστή...".

Ο ισχυρισμός αυτός είναι προφανώς τουλάχιστο επισφαλής έως έωλος, καθόσον ευρίσκεται εκτός των παραπάνω εκτεθέντων νομοθετικών πλαισίων. Επίσης ουδαμού στην νομοθεσία προβλέπονται ειδικές συμπεριφορές ή παρεκτροπές εννοιών νομοθετικών διατάξεων λόγω προσωπικών σχέσεων των αντισυμβαλλόμενων...". Τέλος υπό το στοιχείο δ του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Ο χαρακτηρισμός του ποσού της προσυμφωνηθείσας μεσιτικής μου αμοιβής κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ως "μεγάλου ύψους" παρά την πάγια νομολογία που αποδέχεται ότι για αγοραπωλησία ακινήτων στην Αττική η μεσιτική αμοιβή εκ ποσοστού 2% της πραγματικής αξίας ενός ακινήτου είναι η συνήθης και προσήκουσα...".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι σ' αυτόν δεν εκτίθεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των φερομένων ως παραβιασθεισών διατάξεων ούτε και τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το δικαστήριο ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, ώστε να μπορεί να κριθεί αν και με ποιο τρόπο παραβιάστηκαν οι αναφερόμενες διατάξεις, χωρίς προς τούτο να αρκεί κατά τα προεκτεθέντα η όλως αποσπασματική παράθεση μέρους των παραδοχών της προσβαλλόμενης.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 703, 158 και 185 επ. Α.Κ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πέραν της αοριστίας του, και για το λόγο ότι με αυτόν γίνεται επίκληση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχος του οποίου δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.

λόγους για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να μην καταδικασθεί όμως η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, αφού η τελευταία ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2014 αίτηση για αναίρεση της 3192/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Δεκεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ