Supreme Court allows appeal against eviction order, ruling tenant liable for unauthorized use of public property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's decision to annul eviction orders. The tenant argued a lease existed, but the Court found the tenant was liable as a partner in a company that used public shops without the State's consent. Consequently, the Court annulled the lower court's decision and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569 of the Code of Civil Procedure; Articles 577, 579, 580 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a judgment if the lower court failed to apply mandatory provisions regarding unauthorized use of public property or misapplied civil law rules on partnership liability, thereby violating the principle of legal certainty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 787 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 787/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 943/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2013 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/1/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 24/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αριθμό 943/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, έγινε δεκτή η από 8-6-2010 ανακοπή του αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκαν τα υπ' αρ. 31 και 33/2010 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος, της Κτηματικής Υπηρεσίας Καλαμάτας, με την παραδοχή ότι τα επίδικα ακίνητα, δύο καταστήματα, τα χρησιμοποιούσε η ετερόρρυθμος εταιρεία "Ι. Γ. & Σια Ε.Ε." -μη διάδικος στην παρούσα δίκη- και όχι ο αναιρεσίβλητος, Ι. Γ., ο οποίος δεν ήταν ο χρήστης των καταστημάτων και ως ομόρρυθμος εταίρος ενέχεται μεν παράλληλα με την εταιρεία για πληρωμή αποζημίωσης, εντούτοις δεν είναι όμως ο χρήστης του δημοσίου κτήματος, ήτοι εν προκειμένω των δύο καταστημάτων και επομένως κακώς εκδόθηκαν σε βάρος του τα δύο ανακοπτόμενα πρωτόκολλα. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 40/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και ο πρόσθετος λόγος που είχε ασκηθεί και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ήδη κατά της απόφασης αυτής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα η ένδικη αίτηση αναίρεσης [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔ].
Συνεπώς πρέπει αυτή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ]. Ο αναιρεσίβλητος, που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη Γ' 1502/1-7-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης, ..., αλλά δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, θα δικασθεί ερήμην, πλην όμως αυτή θα ερευνηθεί σαν να είναι και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 11/1996).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας απήντησε επί του ισχυρισμού των διαδίκων και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 115 του προεδρικού διατάγματος της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν.4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν.5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ.4 α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου η αποζημίωση ορίζεται κατά κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην παράγραφο αυτή. Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια την οποία εκείνος που καρπούται ή κάνει αυθαίρετα χρήση του δημοσίου κτήματος αδικαιολογήτως απεκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο ως αντάλλαγμα αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα.
Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1 ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.2 α.ν. 263/1968, με το οποίο ορίζεται ότι "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται ...", προκύπτει ότι η καθοριζόμενη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση εις βάρος εκείνου που καρπούται ή αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα, έχει ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία (υπό την έννοια των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), συνεπεία της οποίας καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του Δημοσίου [Α.Π. 1024/2011, 1894/2013]. Περαιτέρω, σε περίπτωση μισθωτικής σχέσης, μετά τον θάνατο του εκμισθωτή χωρίς να αφήσει εξ αδιαθέτου κληρονόμους, οπότε μετά την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων η κληρονομία κηρύσσεται σχολάζουσα και σ' αυτήν υπεισέρχεται το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΚ 1824, 1868, 1870), εφόσον το Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του μισθίου με νόμιμο τρόπο, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574, 612, 1710 ΑΚ, λύεται η μισθωτική σχέση και δεν υπεισέρχεται σε αυτή το Δημόσιο εφόσον πρέπει να τηρηθούν περαιτέρω οι διατυπώσεις εκμισθώσεως δημοσίων ακινήτων και έτσι ο μισθωτής, αν συνεχίζει να παραμένει στο μίσθιο και να κάνει χρήση αυτού καθίσταται αυθαίρετος κάτοχος.
Εξάλλου με το άρθρο 1 του Β.Δ. 619/1985 ανατίθεται στον Οικονομικό Έφορο να καθορίζει πλην άλλων (περ. γ) την αποζημίωση η οποία κατά την κείμενη νομοθεσία βεβαιώνεται σε βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιουμένων χρήση δημοσίων κτημάτων κατά το άρθρο 115 του από 11/12-11-1929 Διατάγματος.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στις προϋποθέσεις της έκδοσης του ανωτέρω πρωτοκόλλου περιλαμβάνεται και η από τον καθ' ου εκδίδεται αυτό κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος παρά την ανυπαρξία σχετικής σύμβασης μεταξύ αυτού και του Δημοσίου. Περαιτέρω, από το άρθρο 574 ΑΚ προκύπτει, ότι, κατά κανόνα, κάθε μίσθωση είναι έγκυρη, έστω και αν το μίσθιο είναι αλλότριο, δηλ.
δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκμισθωτή κατά το χρόνο της σύναψής της, διότι η σχέση είναι ενοχική και όχι εμπράγματη και επομένως η κυριότητα δεν είναι στοιχείο κρίσιμο του κύρους της. Από τη διάταξη, όμως, του άρθρου 2 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", κατά την οποία "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής ...", σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ. 3 του ίδιου νόμου, προκύπτει, ότι, κατ' εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα, η μίσθωση δημοσίου κτήματος είναι άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ), όταν συναφθεί από τρίτο μη κύριο και όχι το Δημόσιο.
Από την έγκυρη δε ή άκυρη πιο πάνω μίσθωση αλλότριου δεν θίγονται τα δικαιώματα του κυρίου επί του ακινήτου, που απορρέουν από την κυριότητα ή νομή του και μπορεί ο κύριος, και ειδικότερα το Δημόσιο, να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει τον καθορισμό αποζημιώσεως χρήσεως εις βάρος των κατόχων, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του αν. 1539/1938 (ΑΠ 1327/2000, 301/1963, 1029/2009).
Συνακόλουθα κατά του ανωτέρω "μισθωτή" δημόσιου κτήματος, είναι με την προϋπόθεση ότι έκανε κάρπωση ή χρήση του δημόσιου αυτού κτήματος επιτρεπτός ο ορισμός με το ανωτέρω πρωτόκολλο αποζημίωσης για την απ' αυτόν χωρίς έγκυρη σύμβαση μίσθωσης με το Δημόσιο κάρπωση ή χρήση του κτήματος αυτού. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "...
Ο ανακόπτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας την από 8-6-2010 ανακοπή του, με την οποία ζήτησε να ακυρωθούν τα υπ' αριθμ. 31/2010 και 33/2010 δύο (2) πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δύο καταστημάτων, ανηκόντων στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, που εξέδωσε κατ' αυτού ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Μεσσηνίας.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτή την ανακοπή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Ήδη, κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, ζητώντας την εξαφάνισή της και την απόρριψη της ανακοπής. Σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρ. 115 του Π.Δ.
της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 2 Ν 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 Ν. 5895/ 1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρ. 20 ΑΝ 1540/1938, 19 ΑΝ 1919/1939, 2 ΑΝ 1925/1951 και 5§4 ΑΝ 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο (ΕφΑΘ. 5966/2000 Δνη 42-230, ΕφΠειρ. 3/2003 ΝοΒ 51- 479). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 22 Εμπ.Ν., όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρ. 294 παρ.2 Ν. 4072/2012, κατά την οποία "οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως εις όλας τα υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένος παρ' ενός μόνου των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμίαν" σαφώς συνάγεται ότι, είτε πρόκειται για ομόρρυθμη εταιρεία, είτε για ετερόρρυθμη, η ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων για τα χρέη της εταιρείας είναι παρακολουθηματική.
Ως εκ τούτου, οι εταίροι δεν ενέχονται πρωτογενώς, αλλά ευθύνονται να πληρώσουν ό,τι εκάστοτε οφείλει η εταιρεία. Η ευθύνη τους αυτή, αν και ευθεία, απεριόριστη και κύρια (όχι επικουρική, ούτε εγγυητική), έχει ως προϋπόθεση και ως μέτρο την οφειλή της εταιρείας (βλ. παρατηρήσεις Στεφ. Ματθία κάτωθι της ΕφΑθ 294/1987 Δνη 28-903).
Η πιο πάνω διάταξη αναφέρεται γενικά σε κάθε χρέος της εταιρείας, ώστε η κατά τα άνω ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων περιλαμβάνει όχι μόνο τις υποχρεώσεις από την αθέτηση σύμβασης, αλλά και εκείνες που απορρέουν από αδικοπραξία (ΕφΑΘ 6124/1988 Αρχ.Νομ. 39-609)". Δέχθηκε επίσης ότι: "... Ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Μεσσηνίας εξέδωσε κατά του ανακόπτοντος δύο πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίων κτημάτων, ήτοι δύο καταστημάτων που βρίσκονται στην … και στην ίδια διεύθυνση (...).
Το πρώτο πρωτόκολλο είναι το υπ' αρ. 31/19-4-2010, με το οποίο έχει καθοριστεί η αποζημίωση για το ένα κατάστημα ανερχόμενη συνολικά σε € 10.088,80 υπό την εξής αιτιολογία : "Το γεγονός ότι η εταιρεία "Ι. Γ. & Σια Ε.Ε." εκπροσωπούμενη από τον Ι. Γ. του Κ. είχε ενοικιάσει το έτος 1992 με ενοίκιο δραχμές μηνιαίως στο ακίνητο, που προέρχεται από τη σχολάζουσα κληρονομιά της Α.
Α., το οποίο αργότερα καταγράφηκε στα Δημόσια ακίνητα της Καλαμάτας με αριθμό Β.Κ. … και συγκεκριμένα πρόκειται για το ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... & ... στην … εμβαδού τετρ. μέτρα, πατάρι εμβαδού 18,00 τετρ. μέτρα και υπόγειο τ.μ. Η πιο πάνω εταιρεία όφειλε να καταβάλλει τα κάτωθι ενοίκια : α) από 1-1-1992 έως 31-03-1997 ήτοι 63 μήνες επί 35.000 δρχ/μήνα = 2.205.000 δρχ. + 79.380 δρχ.
για χαρτόσημο και Ο.Γ.Α. χαρτ/μου + 44.100 δρχ. για ύδρευση ήτοι σύνολο 2.328.480 δραχμές, β) από 1-4-1997 έως 31-10-2000 ήτοι 43 μήνες επί 35.000 δρχ./μήνα = 1.505.000 + 54.180 δρχ. για χαρτόσημο και Ο.Γ.Α. χαρτ/μου + 30.100 δρχ. για ύδρευση = 1.589.280 δραχμές. Ήτοι σύνολο α + β = 2.328.480 + 1.589.280 = 3.917.760 δραχμές. Το μόνο ποσό που κατέβαλε ο εν λόγω υπόχρεος στις 23-3-1998 ήταν 480.000 δραχμές".
Το δεύτερο πρωτόκολλο είναι το υπ' αρ. 33/21-4-2010, με το οποίο έχει καθοριστεί η αποζημίωση για το άλλο κατάστημα ανερχόμενη συνολικά σε € 11.497,45 υπό την εξής αιτιολογία: "Το γεγονός ότι η εταιρεία "Ι. Γ. & Σια Ε.Ε." εκπροσωπούμενη από τον Ι. Γ. του Κ. είχε ενοικιάσει το έτος 1992 με ενοίκιο 35.000 δραχμές μηνιαίως στο ακίνητο, που προέρχεται από τη σχολάζουσα κληρονομιά της Α.
Α., το οποίο αργότερα καταγράφηκε στα Δημόσια ακίνητα της … με αριθμό Β.Κ. ... και συγκεκριμένα πρόκειται για το ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... στην … εμβαδού 20,00 τετρ. μέτρα με πατάρι εμβαδού 18,00 τετρ. μέτρα. Η πιο πάνω εταιρεία όφειλε να καταβάλει τα κάτωθι ενοίκια: α) από 1- 1-1992 έως 31-03-1997 ήτοι 63 μήνες επί 35000 δρχ/μήνα = δρχ. + 79.380 δρχ.
για χαρτόσημο και Ο.Γ.Α. χαρτ/μου + 44.100 δρχ. για ύδρευση ήτοι σύνολο 2.328.480 δραχμές ή 6.833,40 €. β) από 1-4-1997 έως 31-10-2000 ήτοι 43 μήνες X δρχ./μήνα = 1.505.000 + 54.180 δρχ. για χαρτόσημο και Ο.Γ.Α. χαρτ/μου + 30.100 δρχ. για ύδρευση = 1.589.280 δραχμές ή 4.664,06 €. Ήτοι σύνολο α + β = 2.328.480 + 1.589.280 = 3.917.760 δραχμές ή 11.497,45 €". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, χρήστης των ισογείων καταστημάτων είναι η ετερόρρυθμη εταιρεία και όχι ο ομόρρυθμος αυτής εταίρος (ανακόπτων), ο οποίος θα ενέχετο για την καταβολή της οποιοσδήποτε αποζημιώσεως ατομικά και επομένως τα ανακοπτόμενα πρωτόκολλα, εάν έπρεπε να εκδοθούν, θα έπρεπε να απευθυνθούν μόνο κατά της εταιρείας.
Όμως το Ελληνικό Δημόσιο δεν ενομιμοποιείτο να εκδώσει τα ανακοπτόμενα πρωτόκολλα, διότι η χρήση των παραπάνω δημοσίων κτημάτων γινόταν, κατά το άνω χρονικό διάστημα (1.1.1992 έως 31.10.2000), όχι αυθαιρέτως, αλλά με συμβατική σχέση, δηλαδή δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας το Ελληνικό Δημόσιό υπεισήλθε μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας Α.
Α. (1992) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της στην έκτη τάξη (1824 ΑΚ - υπ' αριθμ. 2488/2005 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και δεν επικαλέσθηκε νόμιμο τρόπο κατάλυσης της μισθωτικής σχέσης (βλ. σχετ. ΑΠ 1254/2001 Δνη 43-141, ΕφΑΘ. 3144/2001 Δνη 43-226) ...". Με τις παραδοχές αυτές, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν έγινε αυθαίρετη χρήση των δύο καταστημάτων και ήδη δημοσίων κτημάτων, αλλά ότι το μεν, α) υπήρξε σύμβαση μισθώσεως στην οποία υπεισήλθε το αναιρεσείον, το δε, β) ότι επρόκειτο αξίωση από μίσθωση και όχι από αδικοπραξία για το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 1992 έως και 2000, έσφαλε και υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ με την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 574, 612, 1710 ΑΚ που εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και την μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 23 παρ. 3 και 7 παρ. 3 Α.Ν. 1539/1938 που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Ειδικότερα, στην επίδικη περίπτωση της μισθωτικής σχέσης των δύο καταστημάτων, την οποία συνήψε ο αναιρεσίβλητος, μετά τον θάνατο της εκμισθώτριας Α. Α. ιδιοκτήτριας τους, λύθηκε η μισθωτική σχέση με την μισθώτρια εταιρεία "Ι. Γ. κ Σια ΕΕ" και εφόσον το Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα των δύο καταστημάτων με τον νόμιμο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής λόγω σχολαζούσης κληρονομίας, δεν υπεισήλθε σε αυτή (το Δημόσιο) και έτσι η εταιρία που συνέχισε να παραμένει στα δύο καταστήματα από 27-2-1992 έως και 31-10-2000, της οποίας ο αναιρεσίβλητος είναι ομόρρυθμος εταίρος και να κάνει χρήση, κατέστη αυθαίρετη κάτοχος αυτών και επομένως υπόχρεη σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914 επ.), στην οποία (αποζημίωση) ενέχεται και ο ομόρρυθμος εταίρος αναιρεσίβλητος, ο οποίος, στην πραγματικότητα, αυτός έκανε αυθαίρετη χρήση τούτων ως ομόρρυθμος εταίρος αυτής.
Καλώς λοιπόν εκδόθηκαν τα δύο ανακοπτόμενα πρωτόκολλα σε βάρος του. Επομένως οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι. Εξάλλου, σύμφωνα με τα ανωτέρω και την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, προκύπτει ότι είναι βάσιμος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο απορρίφθηκε σιωπηρά, χωρίς δηλαδή η προσβαλλόμενη να περιλάβει σκέψη περί αυτού, ο πρόσθετος λόγος έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο με τις από 7-10-2013 προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και πρόβαλε ότι η φύση της αξιώσεώς του ήταν από αδικοπραξία και όχι από σύμβαση μίσθωσης και άρα η ευθύνη του αναιρεσιβλήτου ήταν αυτοτελής και ανεξάρτητης της εταιρείας που εκπροσωπούσε, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 40/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ