Legislator Case Law & Legislation
787/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and vague claims.

Case Number 787/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the District Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court relied on false evidence and violated procedural rules, but the Court found these grounds inadmissible. Specifically, the Court ruled that the appeal was vague regarding which evidence was weak and that the lower court's assessment of evidence is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340 and 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the evaluation of evidence is inadmissible as such judicial assessment is not subject to appellate review, and an appeal must specifically identify the evidence and the nature of its weakness to be admissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal evaluation of evidence false documentary evidence vague appeal grounds appellate review limitation civil procedure code property dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 31/1968
Article 4 of AN 1539/1938
Article 270 paragraph 2 letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 alpha of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 12 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 787 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 787/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Κ. και Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γούση.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. χας Β. Μ., το γένος Γ. Π., 2. Ζ. Μ. του Β., συζ. Α. Ν. και 3. Χ. Μ. του Β., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Μ. του Κ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 186/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-8-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 28-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως" που άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 7 αυτού, από 2-12-1968, "αι διατάξεις των άρθρων 1 έως 24 του ΑΝ 1539/1938 περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, ως αύται ισχύουν εκάστοτε και αι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως δια την προστασίαν των κτημάτων αυτών ...".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ΑΝ 1539/1938, "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντας νόμους".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για ακίνητα, τα οποία κατέχονται, κατά την άσκηση της διεκδικητικής αγωγής, από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον που την διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή επί είκοσι έτη, εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι την 2-12-1968, ότε άρχισε να ισχύει το ΝΔ 31/1968.

Εξάλλου, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε, ανελέγκτως, αναφορικά με την ένδικη περί διανομής ακινήτου αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο του οποίου ζητείται η διανομή είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 152,48 τ.μ.

επί του οποίου έχει ανεγερθεί το 1978 μια ισόγεια οικία, εμβαδού 41,40 τ.μ., από τον πατέρα των διαδίκων Κ. Μ., στην οποία διέμενε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Αυτό βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Περιβολίου Γρεβενών και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Φ., ανατολικά και νοτιοανατολικά με κοινοτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.

Τ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. και Σ. Τ.. Πρόκειται για τμήμα μεγαλύτερης κοινοτικής έκτασης, το οποίο η Κοινότητα Περιβολιού δεν παραχώρησε νομότυπα στον πατέρα των διαδίκων. Η μη νομότυπη παραχώρηση της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου σ' αυτόν βεβαιώνεται και από τη μάρτυρα του εναγομένου, η οποία κατέθεσε "...

Πρόεδρος της Κοινότητας ήταν ο Γ. Ν. και μας το έδωσε με τα λόγια, και έτσι έγινε και με πολλούς άλλους συγχωριανούς... Το οικόπεδο ήταν της Κοινότητας ... προφορικά το έδωσε ο Πρόεδρος ...". Επομένως, εφ' όσον πρόκειται για κοινοτική έκταση, εξαιρείται από την έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ 31/1968, όπως και τα ακίνητα του Δημοσίου, οι επικαλούμενες δε από τον ενάγοντα πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του και του ιδίου επ'αυτού του ακινήτου, όπως η ισοπέδωση και διαμόρφωση του οικοπέδου, η εν γένει αξιοποίησή του με την ανέγερση επ'αυτού το 1978 ισογείου οικίας, που έγιναν μετά την 2-12-1968, όποτε άρχισε, κατ' άρθρο 7 αυτού, η ισχύς του παραπάνω ΝΔ 31/1968, δεν είναι δυνατόν να προσπορίσουν κυριότητα στον δικαιοπάροχο πατέρα τους και τους διαδίκους, διότι τούτο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι ο πατέρας τους Κ. Μ. άσκησε πράξεις νομής επ' αυτού για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι ετών πριν από την έναρξη ισχύος του ΝΔ 31/1968, ώστε να συμπληρωθεί στο πρόσωπό του χρόνος χρησικτησίας ικανός να του προσπορίσει κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, δεδομένου ότι ο χρόνος κτητικής παραγραφής και δη της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968 σε βάρος της περιουσίας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δηλαδή στα ακίνητα των Δήμων και Κοινοτήτων ήταν επιτρεπτή η χρησικτησία αν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 2-12-1968, οπότε άρχισε η ισχύς του ΝΔ 31/1968.

Επομένως, εφ' όσον πρόκειται για ακίνητα της Κοινότητας Περιβολιού και δεν εκχώρησε νομότυπη παραχώρηση της κυριότητας αυτού από την ως άνω Κοινότητα στον Κ. Μ., αυτός ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου και κατά το χρόνο του θανάτου του (31-7-1989) και της επαγωγής της κληρονομιάς αυτού στους κληρονόμους του, αυτό το ακίνητο δεν περιλαμβάνονταν στην κληρονομιά του.

Συνεπώς, ούτε ο ενάγων απέκτησε δικαίωμα συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο, μολονότι αποδέχθη την κληρονομιά με την .../8-8-2003 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Φερών Σταύρου Παπαγεωργίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, περί διανομής του επιδίκου ακινήτου, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως και απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, και οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί κοινοτική έκταση και μέχρι 2.12.1968 ο δικαιοπάροχος των διαδίκων-πατέρας τους, δεν κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και, συνεπώς, ούτε οι διάδικοι κατέστησαν κύριοι αυτού, μετά τον κατά το έτος 1989 επισυμβάντα θάνατο του ως άνω δικαιοπαρόχου τους, αφού αυτό (επίδικο) δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομία.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους, μέρος δεύτερο, της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: 1) Αντίγραφο της νομίμως μεταγεγραμμένης .../2003 πράξης αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Φερών Σταύρου Παπαγεωργίου, 2) Αντίγραφο της από 10-7-2003 βεβαίωσης της Κοινότητας Περιβολιού, 3) Αντίγραφο της 615/2001 βεβαίωσης της Κοινότητας Περιβολιού, 4) Αντίγραφο της 549/2003 βεβαίωσης της Κοινότητας Περιβολιού, 5) Αντίγραφο της 299/1992 ατομικής ειδοποίησης χρέους της ΔΟΥ Γρεβενών, 6) Αντίγραφο του 1377263/1992 διπλοτύπου είσπραξης της ΔΟΥ Β' Βόλου, 7) την 720/2004 βεβαίωση της Κοινότητας Περιβολιού, 8) την 613/1978 βεβαίωση της Κοινότητας Περιβολιού και 9) την 658/1978 άδεια οικοδομής.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει, πως στο αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα.

Κατά το μέρος επίσης, που, με το δεύτερο ως άνω λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τις με αριθ. 10541, 10542 και 10543/2005 εκθέσεις επιδόσεως της αγωγής, της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης, αντίστοιχα, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γρεβενών ..., τις οποίες προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, αλλά είναι διαδικαστικά της δίκης έγγραφα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 και ισχύουν από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή, μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου -270-. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.

γ' ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 339 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης από τις παραπάνω διατάξεις, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι στήριξε τις προαναφερθείσες κρίσεις και παραδοχές του, α) σε αναληθή και ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα στην κατάθεση της μάρτυρα-συζύγου του εναγομένου και στην με αριθ. 56/2004 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Γρεβενών, του μάρτυρα Ν.

Κ. καθώς και β)σε ανίσχυρα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς μεν την πρώτη (υπό α') αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η σχετική με την οποία κρίση του Δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 340 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς δε τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιά είναι αυτά τα (ανίσχυρα) αποδεικτικά μέσα και σε τι συνίσταται το ανίσχυρό τους.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, που θεμελιώνεται στον αριθ. 8 β' του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ), ότι το Εφετείο παρά το νόμο αγνόησε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγμα".

Υπό την εκδοχή δε ότι με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται και αιτίαση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραγνώρισε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα σε ψευδείς μαρτυρικές καταθέσεις, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, θεωρώντας αυτά, ανελέγκτως, ως αληθή εκ του πράγματος.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι "με το να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές και πόρισμα και με καταδικάσει στην από 450,00€ δικαστική δαπάνη, ενώ θα έπρεπε να την επιβάλλει εξ ολοκλήρου στους αντιδίκους, παρά το νόμο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτόν".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον ορθώς επιδικάσθηκαν, από το Εφετείο, τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, διότι ηττήθηκε στην ενώπιον του Εφετείου δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Αυγούστου 2010 αίτηση του Σ. Μ., για αναίρεση της 186/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ