Supreme Court dismisses appeal against insurance judgment, upholding award of damages and interest to three plaintiffs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the appellate court's judgment awarding damages to three plaintiffs. The court noted that the insurer withdrew its appeal regarding the fourth plaintiff, leaving the appeal against the first three valid. The court rejected the insurer's arguments that the award was based on false premises or improperly granted interest, finding the lower court's reasoning sound and the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 9, item a of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of appeal renders the appeal inadmissible regarding the withdrawn party; an appeal based on the erroneous granting of interest or damages is inadmissible if the lower court properly considered the claim and the parties requested such interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 787 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 787/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Πατσούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μορφόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ψ4, κατοίκου ......, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2004 αγωγή των τριών πρώτων των ως άνω αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 27/12/2004 αγωγή του τέταρτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 22/11/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1195/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 1/2/2007 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1195/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τον τέταρτο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 25/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τα άρθρα 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.
Κατά δε το άρθρο 299 του ίδιου Κώδικα οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 εφαρμόζονται και στα ένδικα μέσα. Η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη κηρύσσεται καταργημένη ως προς το διάδικο που παραιτήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της ως άνω αίτησης αναίρεσης ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο Ψ4.
Αυτός είχε ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, να εκπροσωπήσει την αναιρεσείουσα και να προβεί στην ως άνω δήλωση, όπως προκύπτει από το ...... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Μπιμπλή. Επομένως, νομίμως παραιτήθηκε η αναιρεσείουσα ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία, έτσι, θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο και η δίκη, που ανοίχτηκε με αυτή, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτόν.
II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε, ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "Στις 20-2-2004 και ώρα 4,40 πρωϊνή, ο Α, οδηγούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ...... αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο απ' αυτόν στην εναγομένη της πρώτης και τρίτης κύριας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας, για τις ζημίες, που προξενούνται σε τρίτους, στην διπλής κατευθύνσεως Εθνική οδό ......-......, με κατεύθυνση από ......
προς ......, με συνοδηγό το Β. Την ίδια ώρα ο ενάγων της τρίτης αγωγής Ψ4 οδηγούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ...... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ", στην ίδια οδό, με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από ......
προς ...... . Στο ...° χιλιόμετρο της οδού ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του, Α, έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις συνθήκες της οδού στην οποία κινούνταν ταχύτητα, ήτοι συνθήκες ολισθηρότητας του οδοστρώματος, λόγω προηγηθείσης βροχοπτώσεως, εντός κατοικημένης περιοχής, που ισχύει το όριο των 50 χιλ/τρων και ανύπαρκτου τεχνικού φωτισμού, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, πιθανόν λόγω και του ότι παρεμβλήθηκε στην πορεία του, στο τέλος υπάρχουσας στο σημείο εκείνο γέφυρας μια τομή μήκους 3 μέτρων, καλυμμένη με πίσσα στο οδόστρωμα - εξαιτίας του τρόπου που καλύφθηκε είχαν δημιουργηθεί ανωμαλίες στο οδόστρωμα - και εισήλθε αιφνιδίως, αφού είχε ολοκληρώσει πλαγιομετωπικά για 21 μέτρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά, πλησίον μάλιστα του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και μόλις με 35 χιλιόμετρα την ώρα το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ψ4, με συνέπεια να επιπέσει με σφοδρότητα - με το πλάγιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του κάτω από το εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού του.
Η κίνηση αυτή του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία δεικνύει και την ταχύτητα που κινούνταν, αιφνιδίασε το Ψ4, που δεν είχε δυνατότητα, ούτε τον απαιτούμενο χρόνο να ενεργήσει άλλον αποφευκτικό ελιγμό, πλην της τροχοπεδήσεως, αφήνοντας ίχνη 8 μέτρων και της μηδενίσεως της ταχύτητάς του, στην οποία προέβη.
Ούτε μπορούσε ο οδηγός του φορτηγού να βγει ακόμη δεξιότερα, λόγω του ασφάλτινου ερείσματος, που υπήρχε στο σημείο της συγκρούσεως (βλ. και την από 20.2.2004 έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος από τους Ανθυπαστυνόμο ...... του Τ.Τ. Αγρινίου και του Αστυνόμου Α' ......, Διοικητή του Τμήματος Τροχαίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συντάχθηκε από τον πρώτο).
Έτσι η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Α, ο οποίος: α) δεν είχε την απαιτούμενη άδεια οδηγήσεως, β) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και γ) ούτε είχε τον έλεγχο του οχήματος, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, με συνέπεια να καταλάβει τη λωρίδα κυκλοφορίας, που προοριζόταν για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση (άρθρα 12 παρ.1 και 16 παρ, 1 και 19§2 του Ν. 2696/1999).
Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ότι συνυπαίτιος στην επέλευση της ενδίκου συγκρούσεως είναι και ο Ψ4, διότι εκείνος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στην προσπάθειά του ν' αποφύγει το ΙΧΕ και όταν ο Α το επανέφερε στο δικό του ρεύμα, συγκρούστηκε μαζί του, ο οποίος (ισχυρισμός) συνιστά ένσταση συνυπαιτιότητας, η οποία προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την εναγομένη και επαναφέρεται ως λόγος εφέσεως στο παρόν Δικαστήριο, με την από 21-11-2005 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσης πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμος, καθόσον η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο αντίθετο ρεύμα πορείας απ' αυτό που κινούνταν ο Α.
Αυτό αποδεικνύεται: 1) από τα θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, τα οποία, σε συνδυασμό με τη χαραγή στο οδόστρωμα (Χ-Χ1), προσδιορίζουν, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Αγρινίου, το σημείο συγκρούσεως με σαφήνεια στο ρεύμα πορείας του Ψ4, 2) από τα ίχνη τροχοπεδήσεως (Ι-Π) του φορτηγού, μήκους, όπως προαναφέρθηκε, 8 μέτρων, απείχαν ελάχιστα από του ακροδεξιού του οδοστρώματος σε σχέση με την πορεία του και βεβαίως εντός του ρεύματος αυτής, δηλαδή προς ......, 3) από το ότι οι αριστεροί τροχοί του Φ.Ι.Χ.
αυτοκινήτου ήταν σε απόσταση από τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος 30 εκατοστά ο εμπρόσθιος και 20 εκατοστά ο οπίσθιος και πάντοτε εντός του ρεύματος πορείας του, 4) από την τελική θέση των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα και 5) τέλος από την από 26-2-2004 προανακριτική κατάθεση του Γ, αδελφού του αποβιώσαντος οδηγού του Ι.Χ.Ε., ο οποίος καταθέτει ότι πήγε στο σημείο του τροχαίου και είδε ότι η οδός είναι ευθεία και η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα πορείας προς ...... .
Από τη σύγκρουση αυτή επήλθε ο θάνατος τόσο του οδηγού, Α, όσο και του Β, που επέβαινε ως συνοδηγός στο ανωτέρω αυτοκίνητο, ηλικίας 55 ετών. Απ' αυτά αποδεικνύεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την εν λόγω σύγκρουση ήταν ο Α δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένως παραπονείται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο εφέσεώς της, γι' αυτό και κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του συνοδηγού του.
Το Εφετείο περιέχει λεπτομερείς αναφορές στους λόγους που αποκλείουν την ύπαρξη συνυπαιτιότητας στον οδηγό του ΙΧΦ για την πρόκληση του ατυχήματος, απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο Ψ4 εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ειδικότερα, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η είσοδος του αυτοκινήτου του θανόντος οδηγού στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οφείλεται στο ότι αυτός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και λόγω της μεγαλύτερης της επιτρεπομένης κατ' ανώτατο όριο, ενόψει του κατοικημένου της περιοχής, των 50 χιλιομέτρων την ώρα, ταχύτητάς του και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, λόγω προηγηθείσης βροχοπτώσεως.
Εννοεί σαφώς η απόφαση ότι, η υπαίτια οδηγική συμπεριφορά του θανόντος οφείλεται και στην ανικανότητα οδηγήσεως του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, ενόψει και του ότι εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγήσεώς του. Τέλος, εξηγεί το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, λόγω αιφνιδιαστικής εισόδου στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του θανόντος, δεν είχε τη δυνατότητα, ούτε και τον απαιτούμενο χρόνο να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III. Από τα άρθρα 335,338 έως 340 και 347 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι. Διαφορετικά παρέχεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.
γ του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η πλημμέλεια αυτή στοιχειοθετείται και όταν, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καταλείπεται αμφιβολία αν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο έγγραφο (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 723/2000).
Εξάλλου, κατά την ίδια πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος.
Καθόσον αφορά το σχεδιάγραμμα, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι αυτό ρητά μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδεικτικό μέσο. Ως προς τις φωτογραφίες ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις παραπάνω φωτογραφίες, ως έγγραφα της ποινικής δικογραφίας.
Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης κατά το άλλο μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ανύπαρκτη ομολογία του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιόν ισχυρισμό ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αφορά η ομολογία αυτή.
IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Τέλος, για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, το περιεχόμενο του εγγράφου και τι δέχθηκε το δικαστήριο ως περιεχόμενο αυτού, ώστε από τη σύγκριση με το προβαλλόμενο ως αληθινό περιεχόμενο να μπορεί να ελεγχθεί η παραμόρφωση αυτού (ΑΠ 173/2000, 1254/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πρόχειρου σχεδιαγράμματος του τόπου του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, επειδή δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως το αληθινό περιεχόμενο του επικαλουμένου εγγράφου, και εκείνο που εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο ως περιεχόμενό του.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια, λόγω ψυχικής οδύνης.
Με τη διάταξη αυτή ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 651 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να εννοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν' αποφασίζουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει, και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 163/2007, 1670/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι, με το να καθορίσει την επιδικαστέα στους αναιρεσιβλήτους, ως μέλη της οικογένειας του θανόντος στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στο αναφερόμενο για τον καθένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που συνεπάγεται εξουθένωση της αναιρεσείουσας και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των δικαιούχων αναιρεσιβλήτων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ και του άρθρου 25 του Συντάγματος που θεσπίζει την αρχή της αναλογικότητας.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με το ίδιο τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η πλημμέλεια, αληθώς, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 11 του ιδίου άρθρου, με την αιτίαση ότι "δεν έχει αιτιολογία όσον αφορά την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του ασφαλισμένου μου Α".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, για το καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων και "την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων" και όχι του θανόντος.
VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περίπτωση α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια είναι ιδίως η υποβαλλόμενη με την αγωγή ή με τις προτάσεις, έως ότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, του παρεπομένου αιτήματος καταψηφιστικής αγωγής για επιδίκαση νομίμων τόκων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του δεν επιδίκασε τόκους επί του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που επιδίκασε στους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους και με την έφεσή τους αυτοί δεν προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση για το κεφάλαιο τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Όπως, όμως, προκύπτει από την έφεσή τους και συγκεκριμένα από το συνδυασμό του ιστορικού με το διατακτικό της, οι αναιρεσίβλητοι με αυτή ζήτησαν, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 19-4-2004 αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα.
Έτσι, παραδεκτά συμπληρώνεται το σκεπτικό με το διατακτικό της ως άνω έφεσης και συνακόλουθα περιέχεται στην έφεση αίτημα-λόγος εφέσεως περί επιδικάσεως νομίμων τόκων, το οποίο μεταβιβάστηκε στο Εφετείο. Η προσβαλλόμενη απόφαση επομένως, που, μετά την κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή τους και επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 40,000 € στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια (ούτε σ' εκείνη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ) και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
VΙI. Mετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την από 1-2-2007 αίτηση της EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ για αναίρεση της 1195/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ