Supreme Court partially allows appeal regarding statute of limitations for public sector wage arrears claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the government's appeal against a lower court judgment regarding wage arrears claims. The lower court incorrectly found that claims for the years 1999 and 2001 were time-barred, while the Supreme Court held that the specific two-year limitation period for public sector wage claims applied to all relevant years. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision regarding the 2001 claims and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 90(3) of Law 2362/1995; Art. 91 of Law 2362/1995: The specific two-year limitation period for public sector wage claims overrides the general limitation rules, and the lower court erred by failing to apply this period to all relevant years.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 787 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 787/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικεί και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καμπουρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9892/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/3/2006 αίτησή του και τους από 16/11/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 18/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου του κυρίου δικογράφου και του μοναδικού των προσθέτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της κρινόμενης από 28-3-2006 αίτησης αναίρεσης και των λόγων της, καθώς και του από 16-11-2006 προσθέτου λόγου αυτής, προσκομίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 του ν.2296/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως με τα άρθρα 28 παρ.3 του ν.2579/1998 και 42 του ν.2721/1999, οι με αριθμ.985/2006 και 1659/2006 γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κατά το άρθρο 6 παρ.1 του ν.3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν.435/1976, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τριμήνου από τη λύση της σχέσης εργασίας. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, και με την εκδοχή ότι αυτή εφαρμόζεται και επί απολύσεως μισθωτού συνδεομένου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο η ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.2 του ρυθμίζοντος τις σχέσεις αυτές εργασίας Ν.993/1979, οι διατάξεις του οποίου κωδικοποιήθηκαν στη συνέχεια με το ΠΔ 410/1988, η οποία παραπέμπει για τις εν λόγω σχέσεις στη συμπληρωματική εφαρμογή των περί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας (π.ρ.β.λ.
σχετ. Ολ.ΑΠ 21/1992), το ουσιαστικό απαράδεκτο που αυτή καθιερώνει, αποκλείεται όχι μόνο με την κοινοποίηση μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία της καταψηφιστικής για τις από την άκυρη καταγγελία αξιώσεις του μισθωτού αγωγής, αλλά και με την κοινοποίηση αναγνωριστικής αγωγής με την οποία ζητείται απλώς η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, η οποία αποτελεί τη βάση της καταψηφιστικής για χρηματικές αξιώσεις αγωγής, οπότε η τελευταία, ασκούμενη εκτός της άνω προθεσμίας, δεν είναι απαράδεκτη (σχετ.
Ολ.ΑΠ 1388/1985). Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητεί την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, λόγω άρνησης του αναιρεσείοντος Δημοσίου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της κατά τα αναφερόμενα σ'αυτή χρονικά διαστήματα, μετά τη δεύτερη και τρίτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, είναι απαράδεκτη επειδή δεν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955, δεχόμενο τα εξής: "...
Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι στη περίπτωση αυτή τυγχάνουν εφαρμογής οι ανωτέρω διατάξεις (ν. 1212/1920) και 3198/1955) και πάλι η κρινόμενη αγωγή δεν υπόκειται στη προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 προθεσμία, αφού της εν λόγω αγωγής προηγήθηκαν άλλες αγωγές της εκκαλούσας περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των από 9-12-1999 και 5-7-2001 καταγγελιών του εφεσιβλήτου, οι οποίες ασκήθηκαν εντός της άνω τρίμηνης προθεσμίας και οι οποίες έγιναν δεκτές με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, καθόσον...
το απαράδεκτο που καθιερώνει η πιο πάνω διάταξη αποκλείεται όχι μόνον με τη κοινοποίηση μέσα στην προαναφερόμενη τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία της καταψηφιστικής αγωγής, αλλά και με την κοινοποίηση στον εργοδότη αναγνωριστικής αγωγής με την οποία ζητείται απλώς η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας...".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ερμήνευσε σωστά και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955. Επομένως ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την άνω επάλληλη αιτιολογία της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον η άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής ως προς το παραδεκτό της ένδικης αγωγής, ο πρώτος, ωσαύτως εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη ως προς την κύρια αιτιολογία απόρριψης του άνω περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, δηλαδή ότι επί απολύσεως μισθωτού συνδεομένου με το Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν έχει εφαρμογή η άνω διάταξη, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να αναγνωρίσει, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, το αίτημα της οποίας περιορίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι το αναιρεσείον οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 34.235,36 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-6/10-7-1944, στην οποία ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Στο πλαίσιο ερμηνείας της ομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού των ν.π.δ.δ" έχει γίνει δεκτό από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των ν.π.δ.δ. αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής, ότι ως αγωγή νοείται μόνον η καταψηφιστική, όχι δε η απλώς αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής και ότι σε περίπτωση περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό που συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας αφού η κατά το άρθρο 7 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί η εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι η άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 προϋποθέτει πάντοτε αγωγή (Ολ.ΑΠ 6/1997, 7/2000).
Η ίδια ερμηνεία δίδεται από τον 'Αρειο Πάγο και ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-6/10-7-1944 (ΑΠ 242/2004, σχετ. Ολ.ΑΠ 23-24/2004). 'Αλλως όμως έκρινε το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος δεχόμενο σχετικώς τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου21 του ισχύοντος Κώδικα Δικών Δημοσίου, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής και τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ.3 και 197 του Κ.Δοικ.Δικ.
που ορίζουν ότι το αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό και ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι με την ασκούμενη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αναγνωριστική αγωγή, η οποία έχει αντικείμενο την αυθεντική διάγνωση κάποιας χρηματικής αξιώσεως από σχέση δημοσίου δικαίου, κατά το άρθρο 71 του Κ.Διοικ.Δικ.
παρέχεται από τον Κ.Διοικ.Δικ. ισότιμη προστασία με εκείνη της καταψηφιστικής αγωγής. Τούτο δε διότι η αναγνωριστική αγωγή δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της καταψηφιστικής, η κατάθεση της διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως (άρθρ. 75 παρ.2 του Κ.Διοικ.Δικον.) και τέμνεται η διαφορά με δύναμη δεδικασμένου και έτσι, η ασφάλεια, του δικαίου στην οποία, εκτός των άλλων αποβλέπει η δίκη, πραγματώνεται πλήρως και με την απλή αναγνώριση της χρηματικής αξιώσεως...
Εξ άλλου δεν αίρονται και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (Ειδ.
Δικ. άρθρ. 88 παρ.2 Συντ. 1/2005. 4/2006). Ανεξάρτητα ότι οι αποφάσεις του άνω Ειδικού Δικαστηρίου, δεν είναι δεσμευτικές για τα πολιτικά δικαστήρια, η διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση του όρου "αγωγή" στη διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-6/10-7-1944 από τον 'Αρειο Πάγο και το άνω Ειδικό Δικαστήριο και το εξαρτώμενο από την ερμηνεία αυτή ζήτημα αν οφείλονται από το Δημόσιο τόκοι στην περίπτωση μετατροπής (περιορισμού) της εναντίον του αγωγής από καταψηφιστικής σε αναγνωριστική, δημιουργούν ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος για το οποίο πρέπει να αποφανθεί η ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Πρέπει επομένως ο άνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια κατ΄άρθρο 563 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ΄αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α' του ίδιου νόμου, επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου που αφορούν σε αποδοχές ή αποζημιώσεις αυτών και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της αντίστοιχης αξιώσεως, είναι δε η διάταξη αυτή ως προς το εν λόγω ζήτημα ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α' που καθορίζει γενικώς το χρόνο έναρξης της παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων και επομένως κατισχύει αυτής (Ολ.ΑΠ 29/2006).
Εξάλλου κατά το άρθρο 42 του ν.2683/1999 (Υπαλληλικός Κώδικας) ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, στο δε άρθρο 16 παρ.3 του Π.Δ. 410/1988 ορίζεται ότι οι αποδοχές καταβάλλονται δεδουλευμένες σύμφωνα με τα οριζόμενα με απόφαση του οικείου Υπουργού και ότι διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή αποδοχών ανά δεκαπενθήμερο και στην αρχή του κάθε δεκαπενθημέρου δεν θίγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 22-12-2003, έκρινε περαιτέρω ότι "η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας μόνο για το χρονικό διάστημα από 4-8-2001 έως 31-12-2003, καθόσον για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ήτοι για τα έτη 1999 και 2000, οι αντίστοιχες αξιώσεις αυτής υπέκυψαν στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ.3, σε συνδυασμό με το άρθρο 91 του Ν.2362/1995 διετή παραγραφή, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε το εναγόμενο με σχετική ένστασή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και συγκεκριμένα για τις αξιώσεις των ανωτέρω δύο ετών η παραγραφή άρχισε στο τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, ήτοι την 1-1-2000 και 1-1-2001, αντίστοιχα και έληξε την 1-1-2002 και 1-1-2003, αντίστοιχα, ήτοι πριν από την άσκηση της αγωγής...".
Ωστόσο σύμφωνα με την κατά τ'ανωτέρω έννοια της διάταξης του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995, στην υπ'αυτής θεσπιζόμενη διετή παραγραφή υπέκυψαν και οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που γεννήθηκαν και κατά το διάστημα από 5-8-2001 έως 31-12-2001. Επομένως το Εφετείο με το να μη δεχθεί ότι και οι αξιώσεις του άνω χρονικού διαστήματος υπέκυψαν σε παραγραφή, την οποία αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη, παραβίασε την παραπάνω διάταξη του Ν.2362/1995 και είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που δεν δέχθηκε παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης που αφορούν το χρονικό διάστημα από 5-8-2001 έως 31-12-2001. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν κατ΄άρθρο 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα.
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τρίτο λόγο της από 28-3-2006 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 9892/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την άνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ