Legislator Case Law & Legislation
786/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bank liability verdict, dismissing bias claim but remanding specific tort section.

Case Number 786/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment regarding the second defendant, rejecting their claim of judicial bias. While the appeal against the second defendant was rejected, the court accepted the fourth appeal ground concerning the first and third defendants' liability for the same tort. Consequently, the judgment was partially revoked, the case was remanded for retrial on the specific tort liability issue, and costs were allocated accordingly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 93(3) of the Code of Civil Procedure; The court must reject appeals based on alleged bias if no reasonable suspicion exists, but allow appeals on substantive grounds like insufficient reasoning regarding specific liability claims, remanding the case for retrial on the contested portion.

Keywords

AI generated
judicial bias appeal admissibility tort liability partial revocation remand for retrial costs allocation Article 559 KPolD

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 786 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 786/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. συζύγου Α. Γ., κατοίκου ...ς και 2) Δ. Γ. του Α., κατοίκου Καλαμαριάς ...ς. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-11-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "C. P. B. P. C. L.", που εδρεύει στη ... και τελεί υπό ειδική διαχείριση στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης κατά τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολική διάδοχος, λόγω διασυνοριακής συγχώνευσης, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "M. Ε. Τ. Α..Ε..", με απορρόφηση της τελευταίας από την πρώτη, 2) Μ. - Ε. Μ. του Β., κατοίκου ...και 3) εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Ε. Α. Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου - Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της εταιρείας έχει τροποποιηθεί σε "Τ. O. bank A.E." και διακριτικό τίτλο "O. b".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13164/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2301/2019 του Μονομελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της τρίτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, που ορίζει ότι: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του ΑΚ (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 93/2019, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 2259/2014, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 838/2011). Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ, η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 838/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη εναγόμενη Μ. - Ε. Μ., που είχε προηγούμενη επταετή τραπεζική προϋπηρεσία στην τράπεζα EFG, προσλήφθηκε στις 5-5-2008 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία M.

Ε. Τ. Ανώνυμος Εταιρία, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η πρώτη εναγόμενη, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία C. P. B. P. C. L. (Σ. Π. Μ. Π. Κ. Λ.), προκειμένου να εργασθεί στο υποκατάστημά της επί της οδού Βασ. Όλγας στη ... ως διευθύντρια προσωπικής τραπεζικής εξυπηρέτησης (private banking), με αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων, την παροχή επενδυτικών συμβουλών υψηλού επιπέδου, τη λήψη αιτημάτων πελατών για τοποθετήσεις των κεφαλαίων τους σε καταθετικά προϊόντα και τη λήψη και διαβίβαση επενδυτικών εντολών των πελατών της τράπεζας προς τη θυγατρική αυτής, τρίτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ) με την επωνυμία Ε.

Τ. Ε. Ανώνυμη Εταιρία. Ειδικότερα, μεταξύ των δύο τραπεζικών εταιρειών είχε συναφθεί η από ... σύμβαση συνεργασίας, αντικείμενο της οποίας ήταν η έναντι αμοιβής λήψη, από την τρίτη εναγόμενη εντολών (σχετικά με τη διαχείριση επενδυτικών προϊόντων) της πρώτης για λογαριασμό των πελατών της και εκτέλεση των εντολών αυτών ή περαιτέρω διαβίβασή τους σε τρίτους ενδιάμεσους προς εκτέλεση, καθώς και η εξωτερική ανάθεση στην τρίτη εναγόμενη της θεματοφυλακής ορισμένων χρηματοπιστωτικών μέσων.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, που ήταν πελάτες της M. Ε. Τ., διατηρούσαν σ' αυτήν από τις αρχές του 2008 διάφορους κοινούς λογαριασμούς καταθέσεων και προέβαιναν σε προθεσμιακές καταθέσεις, συναλλασσόμενοι με την δεύτερη εναγόμενη. Οι ενάγοντες διέθεταν μεγάλη επενδυτική εμπειρία, αφού ήδη από πολλών ετών ασχολούνταν με χρηματιστηριακές συναλλαγές, συνεργαζόμενοι με διάφορες τράπεζες, μεταξύ των οποίων και με την Επενδυτική Τράπεζα (τρίτη εναγόμενη).

Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω ήδη από το 1999, μέσω της εταιρείας ΑΝΑΞ ΑΕΕΔ (που ήταν τότε ΑΕΛΔΕ), συνεργάζονταν με την τρίτη εναγόμενη, που τότε ονομαζόταν ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ και προέβαιναν σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, ιδιαίτερα η πρώτη εξ αυτών, Γ. συζ. Α. Γ.. Στις ... οι ενάγοντες (ο δεύτερος είναι τέκνο της πρώτης) υπέβαλαν προς την τρίτη εναγόμενη, μέσω της M.

Ε. Τ.ς, μία αίτηση, που διαβιβάστηκε από τη δεύτερη εναγόμενη, για τη δημιουργία κοινής επενδυτικής μερίδας (ΚΕΜ), που πράγματι ανοίχθηκε, με την υπογραφή αυθημερόν εκ μέρους τους όλων των αναγκαίων συμβατικών εγγράφων. Ειδικότερα, οι ενάγοντες υπέγραψαν συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την Επενδυτική Τράπεζα, καθώς και συμβάσεις λήψης και διαβίβασης εντολών σχετικά με τη διαχείριση της κοινής επενδυτικής τους μερίδας, αλλά και των ατομικών μερίδων που διατηρούσε ο καθένας.

Επιπλέον, με τις συμβάσεις αυτές παρείχαν στην Επενδυτική Τράπεζα πάγια εντολή και πληρεξουσιότητα να δίνει προς την M. Ε. Τ. εντολές αναφορικά με την πίστωση ή τη χρέωση των λογαριασμών, που διατηρούσαν σ` αυτήν, με τα χρηματικά ποσά που θα προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες των διαφόρων χρηματοπιστωτικών προϊόντων του χαρτοφυλακίου τους, τη διαχείριση του οποίου, ήτοι την εκτέλεση των εντολών τους, είχε αναλάβει η Επενδυτική Τράπεζα.

Παράλληλα, οι ενάγοντες κατάρτισαν με την M. Ε. Τ. τις από ... συμβάσεις λήψης και διαβίβασης εντολών, με αντικείμενο τη λήψη από την τράπεζα των εντολών τους και τη διαβίβαση αυτών σε ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες, πιστωτικά ιδρύματα και ΕΠΕΥ, για τη διενέργεια συναλλαγών σε κινητές αξίες, εγχώριες και αλλοδαπές, καθώς και σε παράγωγα προϊόντα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σε ομόλογα εγχώρια και αλλοδαπά, καθώς επίσης και τις από ...

συμβάσεις λήψης και διαβίβασης εντολών στα πλαίσια της κοινής επενδυτικής τους μερίδας, με τις οποίες εξουσιοδοτούσαν τη M. Ε. Τ. να τους εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία, που αφορούσε στη διαχείριση της κοινής επενδυτικής μερίδας τους, διαβιβάζοντας σχετικές εντολές προς οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Μετά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων, ουδεμία εντολή για λογαριασμό των εναγόντων διαβιβάστηκε στην τρίτη των εναγομένων από τη M. Ε. Τ. ή τη δεύτερη εναγόμενη ή άλλο υπάλληλό της. Οι μόνες συναλλαγές, που πραγματοποιήθηκαν από την Επενδυτική Τράπεζα για τους ενάγοντες, έγιναν κατόπιν εντολών που έδωσε απευθείας σ' αυτήν η ίδια η πρώτη των εναγόντων Γ.

συζ. Α. Γ.. Συγκεκριμένα, στις 18-7-2011 έδωσε εντολή αγοράς 200.000 μετοχών της εταιρείας MIG, την επομένη έδωσε εντολή πωλήσεως 100.000 από τις μετοχές αυτές, συναλλαγές οι οποίες διενεργήθηκαν μέσω της ως άνω Κοινής Επενδυτικής Μερίδας, ενώ στις 26-8-2011, κατόπιν εντολής της, κατατέθηκε από την τρίτη εναγόμενη το προϊόν της συναλλαγής αυτής, ήτοι 18.817,38 ευρώ συνολικά, στον τραπεζικό λογαριασμό της στη M.

Ε. Τ.. Επίσης, η Γ. συζ. Α. Γ. στις 11-10-2011 έδωσε απευθείας εντολή στην τρίτη εναγόμενη για πώληση 1095 μετοχών της εταιρείας D. και στις 13-1- 2012 εντολή για αγορά 3100 μετοχών της ίδιας εταιρείας, οι οποίες εκτελέσθηκαν. Εν τέλει, στις αρχές Οκτωβρίου 2012, μετά από εντολή της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες απαγορεύτηκε η κίνηση της ως άνω Κοινής Επενδυτικής Μερίδας, λόγω της μεταφοράς από τη δεύτερη εναγόμενη μη δικαιολογούμενων ποσών σ' αυτήν, όπως θα εκτεθεί ειδικότερα στη συνέχεια.

Εξάλλου, οι καταθετικοί λογαριασμοί των εναγόντων στη M. Ε. Τ. ήταν κοινοί είτε μεταξύ τους, είτε και με το σύζυγο της πρώτης και πατέρα του δεύτερου (Α. Γ.) και το άλλο τέκνο της πρώτης και αδελφή του δεύτερου (Α. Γ.), ενώ, σε μερικές περιπτώσεις, υπήρχαν κοινοί λογαριασμοί κάποιου εξ αυτών με ορισμένα άλλα πρόσωπα, με τα οποία συνεργάζονταν [Β.

Α. (σύζυγο της Α. Γ.), Μ. - Ε. Α. και Γ. Α. (ανήλικα τέκνα της Α. Γ. και του Β. Α.), Σ. Α. (πατέρα του Β. Α.), Ε. Σ. (μητέρα της Γ. Γ.), Ε. Π. (σύζυγο του Δ. Γ.), Ε. Α. (στενή οικογενειακή φίλη των εναγόντων)]. Όπως αποδείχθηκε, κατά τη χρονική περίοδο από τις αρχές του 2008 μέχρι τον Αύγουστο του 2011, οι συνολικές εισροές στους λογαριασμούς αυτούς από καταθέσεις επιταγών και μετρητών των ανωτέρω προσώπων, καθώς επίσης και την πίστωση των αναλογούντων τόκων δεν υπερέβησαν το ποσό των 1.500.000 ευρώ, που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για συναλλαγές αμοιβαίων κεφαλαίων οίκων του εξωτερικού, ιδίως από τους Α.

Γ., Σ. Α. και Β. Α.. Μέχρι δε τις αρχές του 2012, μετά από αναλήψεις διαφόρων ποσών, στις οποίες αυτοί προέβησαν, απέμειναν στους ως άνω λογαριασμούς μηδαμινά υπόλοιπα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη, Μ. - Ε. Μ., που ήταν ευφυής και διέθετε επικοινωνιακές ικανότητες και πειθώ, εθεωρείτο από τη M.

Ε. Τ. ένα από τα ικανότερα στελέχη της στον τομέα της προσωπικής τραπεζικής εξυπηρέτησης (private banking). Ήδη, από τις αρχές της απασχόλησής της στην τράπεζα, ήτοι εντός του 2008, η Μ. - Ε. Μ. απευθύνθηκε σε ορισμένους ευκατάστατους πελάτες του υποκαταστήματος, στο οποίο εργαζόταν και συμφώνησε με αυτούς να τους εξασφαλίζει μεγαλύτερα επιτόκια από τα προσφερόμενα εκ μέρους της τράπεζας και γενικότερα του τραπεζικού τομέα για τις προθεσμιακές καταθέσεις, με την προϋπόθεση ότι η ίδια θα αναλάμβανε τη διαχείριση των κεφαλαίων τους, που θα τα επένδυε σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα υψηλού ρίσκου (κυρίως αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού ή εξωτερικού).

Με τον τρόπο αυτό αποσκοπούσε στην αποκόμιση και για τον εαυτό της μεγάλων ωφελημάτων από την προσδοκώμενη υψηλή απόδοση των επενδύσεων, στις οποίες θα προέβαινε. Η δραστηριότητά της αυτή, που στην αρχή ήταν περιορισμένη, εντάθηκε εντός του 2009 και κορυφώθηκε το 2010 μέχρι τον Ιούλιο του 2011, οπότε αποκαλύφθηκε η παράνομη δράση της.

Συγκεκριμένα, αρχικά η Μ.-Ε. Μ. προέβαινε σε μεταφορές μικροποσών, μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής (web banking) από τους προσωπικούς της λογαριασμούς σε λογαριασμούς διαφόρων πελατών του υποκαταστήματος, με τους οποίους η ίδια είχε κάνει σχετικές συμφωνίες, τα οποία (ποσά) αντιστοιχούσαν στις υπεσχημένες αποδόσεις των χρημάτων τους.

Στην περίοδο της πλήρους ανάπτυξης της άνω δραστηριότητας της δεύτερης εναγόμενης η μεθόδευσή της ήταν η ακόλουθη: 1) Σε συνεννόηση με επτά πελάτες του υποκαταστήματος, έλαβε από τους λογαριασμούς τους διάφορα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 1.500.000 ευρώ περίπου, (κυρίως από τους λογαριασμούς του πελάτη Μ.

Π., από όπου έλαβε το μεγαλύτερο ποσό, ύψους 1.065.150 ευρώ), συμφωνώντας στην επιστροφή των χρημάτων αυτών στους λογαριασμούς τους με υψηλούς τόκους. 2) Με τα ποσά αυτά η Μ.-Ε. Μ. άνοιξε κοινούς λογαριασμούς στα ονόματα των ως άνω πελατών και της στενής της φίλης Μ. Β., που γνώριζε το γεγονός αυτό. 3) Από τους λογαριασμούς αυτούς η Μ.-Ε.

Μ., μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής, πίστωνε με διάφορα ποσά τους λογαριασμούς πελατών του υποκαταστήματος (44 συνολικά), με τους οποίους είχε συνάψει τις προαναφερόμενες συμφωνίες, επιπλέον δε τροφοδότησε με διάφορα ποσά τρεις προσωπικούς της λογαριασμούς, καθώς επίσης και έναν προσωπικό λογαριασμό της ως άνω φίλης της Μ.

Β.. Η δημιουργία των ενδιάμεσων αυτών λογαριασμών για τη διοχέτευση των χρημάτων στους συναλλαγέντες μ` αυτήν έγινε αφενός μεν προκειμένου να διευκολυνθεί στη μεταφορά χρηματικών ποσών, αφού αρκούσε η κατοχή εκ μέρους της των κωδικών της φίλης της Μ. Β., αφετέρου δε για να μη δημιουργηθούν υποψίες από ενδεχόμενες πολλές, μεγάλες κινήσεις δικών της λογαριασμών, 4) Συνήθως, τα χρήματα των συνεργαζόμενων με τη Μ.-Ε.

Μ. πελατών επενδύονταν σε αμοιβαία κεφάλαια. Η ανωτέρω μετερχόταν διάφορες μεθόδους προς τους συναλλασσόμενους με αυτήν και ιδίως: α) κατέβαλλε απευθείας τις υπέρμετρες συμφωνημένες αποδόσεις με μεταφορές ποσών στους λογαριασμούς τους, κατά τα ανωτέρω ..., β) συνέτασσε αποδεικτικά προθεσμιακών καταθέσεων ή εταιρικών ομολόγων, που εμπεριείχαν τις υπέρτερες αποδόσεις, οι οποίες όμως δεν καταχωρίζονταν στο σύστημα της τράπεζας, ενώ επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, γίνονταν και μεταφορές χρημάτων στους λογαριασμούς των πελατών αυτών από τη δεύτερη εναγόμενη ..., γ) συνέτασσε αποδεικτικά προθεσμιακών καταθέσεων με υπέρμετρα επιτόκια (οι οποίες καταχωρίζονταν στο σύστημα της τράπεζας με τα κανονικά επιτόκια) ή εταιρικών ομολόγων, που επρόκειτο να λήξουν μετά από αρκετά έτη, σημειώνοντας παράτυπα σ' αυτά ότι θα γινόταν ανάκληση των ομολόγων εντός έτους, ενώ, προσθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατέθετε τα επιπλέον συμφωνηθέντα ποσά στους λογαριασμούς των πελατών αυτών ..., δ) στις αναλυτικές καταστάσεις των επενδυτικών τους λογαριασμών (statement) της M.

Α.ΕΔΑΚ και της M. Ε. Τ.ς, που ελάμβαναν τακτικά όλοι οι συναλλαγέντες με τη Μ.-Ε. Μ., η τελευταία προέβαινε σε χειρόγραφες σημειώσεις προσδιορίζοντας την αξία των χαρτοφυλακίων τους σε μεγαλύτερα ποσά από τα αναγραφόμενα, είτε εκτύπωνε η ίδια ανυπόγραφες καταστάσεις με μεγαλύτερη την αξία των επενδύσεών τους, που τους παρέδιδε, δεσμευόμενη να πληρώσει τα ποσά αυτά, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατέθετε και διάφορα ποσά στους λογαριασμούς των πελατών αυτών ....

Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η Μ.-Ε. Μ., εν αγνοία της M. Ε. Τ.ς, λειτουργούσε μία παρατράπεζα, συναλλασσόμενη για λογαριασμό της με πολλούς ευκατάστατους πελάτες του υποκαταστήματος της Βασ. Όλγας, οι οποίοι κατ' ουσίαν έθεταν στη διάθεση αυτής τα κεφάλαιά τους για να τα διαχειριστεί κατά την κρίση και τις επιθυμίες της, συμφωνώντας και λαμβάνοντας από αυτήν τόκους υπέρτερους των τραπεζικών για τα συνομολογούμενα χρονικά διαστήματα, η δε Μ.-Ε.

Μ. προσέβλεπε για τον εαυτό της στην αποκόμιση κερδών από τις προσδοκώμενες μεγάλες αποδόσεις των επενδύσεων υψηλού ρίσκου, στις οποίες προέβαινε.... Στο τέλος Ιουλίου του 2011, αποκαλύφθηκε η παράνομη συμπεριφορά της Μ.-Ε. Μ., η οποία από την 1-8-2011 υποχρεώθηκε να λάβει κανονική άδεια, ενώ στις 15-9-2011 καταγγέλθηκε από τη M.

Ε. Τ. η εργασιακή της σύμβαση. Στις αρχές Αυγούστου του 2011 οι ενάγοντες και η Α. Γ. απευθύνθηκαν στη M. Ε. Τ., προβάλλοντας αορίστως διάφορες αξιώσεις από τοποθετήσεις σε αμοιβαία κεφάλαια με ποσά συμμετοχής πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Εξάλλου, στις 11-8-2011 οι ανωτέρω υπέβαλαν γραπτό αίτημα προς την τράπεζα, αναφέροντας ως αιτούντες επιπλέον και τους Α.

Γ., Ε. Π., Ε. Α., Β. Α., Μ.-Ε. Α. και Γ. Α.. Με το αίτημά τους αυτό ζητούσαν την αποπληρωμή προβαλλόμενων επενδύσεών τους, που αποτελούσαν το υπόλοιπο του χαρτοφυλακίου τους, συνολικού ποσού 29.086.021,32 ευρώ. Συγκεκριμένα, τα αιτήματα αυτά στηρίζονταν στα ακόλουθα προσκομισθέντα έγγραφα: 1) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B.

W. G., ποσού 129.300 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 1-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ. και Ε. Α.. 2) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. G., ποσού 12.922.550 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ. και Δ. Γ.. 3) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο S. G. & M., ποσού 12.922.550 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α.

Γ., Γ. Γ. και Α. Γ.. 4) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. G., ποσού 1.271.500 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ. και Ε. Π.. 5) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. G., ποσού 503.000 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6- 2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Α. Γ., Β. Α., Γ. Α. και Μ.-Ε. Α.. 6) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B.

W. A. A. U., ποσού 257.631,79 δολλαρίων ΗΠΑ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ., Δ. Γ. και Α. Γ.. 7) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο FR. GOLD PREC METALS USD, ποσού 288.836,13 δολλαρίων ΗΠΑ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ., Δ. Γ. και Α. Γ.. 8) Αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο M.

S. C. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ της M. G. A., ποσού 380.000 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 6-7-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ., Δ. Γ. και Α. Γ.. 9) Επιβεβαίωση συναλλαγής πώλησης τίτλων E. G., ποσού 410.653,40 ευρώ, με ημερομηνία εκτέλεσης την 29-4-2011 και εντολείς τους Γ. Γ. και Δ. Γ., μέσω της τρίτης εναγόμενης, Επενδυτικής Τράπεζας.

Παρόμοιο αίτημα όλοι οι ανωτέρω υπέβαλαν προς τη M. Ε. Τ. την 26-9-2011. Επίσης, όλοι οι ανωτέρω κοινοποίησαν στη M. Ε. Τ. στις 8-11-2011 την από 31-10-2011 εξώδικη δήλωσή τους, ζητώντας ορισμένα στοιχεία και επαναλαμβάνοντας τις ως άνω αξιώσεις τους. Εξάλλου, οι ανωτέρω, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, προσκόμισαν στην τράπεζα και πλήθος άλλων εγγράφων και συγκεκριμένα αποδεικτικά προθεσμιακών καταθέσεων, αιτήσεις συμμετοχών σε επενδυτικά προϊόντα, βεβαιώσεις συμμετοχών/εξαγορών αμοιβαίων κεφαλαίων, αναλύσεις λογαριασμών κινητών αξιών και επιβεβαιώσεις συναλλαγών αγοραπωλησίας τίτλων μέσω της Επενδυτικής Τράπεζας.

Από τα 123 προσκομισθέντα συνολικά έγγραφα μόνο τα 37 ήταν γνήσια και αφορούσαν σε πραγματικές επενδύσεις, που αυτοί είχαν διενεργήσει, κατά τα ανωτέρω και είχαν καταχωρισθεί στα συστήματα της τράπεζας, ενώ τα υπόλοιπα 86 έγγραφα, ήταν πλαστά και οι φερόμενες σ' αυτά συναλλαγές δεν είχαν καταχωρισθεί στα συστήματα της τράπεζας.

Ειδικότερα, τα ως άνω εννέα προσκομισθέντα στη M. Ε. Τ. έγγραφα περιλαμβάνονται στα πλαστά έγγραφα, εκ των οποίων τα πρώτα οκτώ (αιτήσεις συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια) φέρουν γνήσιες υπογραφές της δεύτερης εναγόμενης, Μ.-Ε. Μ. και πλαστές υπογραφές του προϊσταμένου του υποκαταστήματος Βασ. Όλγας της M.

Ε. Τ., ενώ το ένατο έγγραφο (επιβεβαίωση συναλλαγής πώλησης τίτλων) φέρει μηχανογραφημένη υπογραφή του εκπροσώπου της τρίτης εναγόμενης Π. Ψ.. Όπως αποδείχθηκε, πέραν των προαναφερόμενων νόμιμων συναλλαγών της οικογένειας Γ. και των ανωτέρω προσώπων του συγγενικού και φιλικού τους περιβάλλοντος με τη M.

Ε. Τ. και την τρίτη εναγόμενη, Επενδυτική Τράπεζα, αυτοί (ιδίως η οικογένεια Γ.) είχαν αναπτύξει ευρείας κλίμακας τοκογλυφική δραστηριότητα με τη δεύτερη εναγόμενη, Μ.-Ε. Μ., που ενεργούσε εξωτραπεζικές συναλλαγές εντός του προεκτεθέντος πλαισίου. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω (ιδίως η Γ. Γ., ο Δ. Γ. και ο Α. Γ.) διέθεταν στη δεύτερη εναγόμενη διάφορα χρηματικά ποσά, που η τελευταία μπορούσε να τα επενδύει κατά την κρίση της, αποκομίζοντας τις αποδόσεις, που προσδοκούσε ότι θα ήταν υψηλές.

Σε αντάλλαγμα, η Μ.-Ε. Μ. συνομολογούσε την παροχή προς αυτούς εξαιρετικά υψηλών (τοκογλυφικών) επιτοκίων. Η δεύτερη εναγόμενη, για την παρακολούθηση των αποδόσεων των χρημάτων, που της διατέθηκαν και του εκάστοτε συνολικού ύψους τους, χορηγούσε στους ανωτέρω ανυπόγραφες αυτοσχέδιες αποτιμήσεις (excel), στις οποίες αναγράφονταν για την κάθε ημέρα, οι πραγματικές τιμές αγοράς και πώλησης του χρυσού (ανά ουγγιά) στις διεθνείς αγορές και παραπλεύρως οι αποτιμήσεις των χρηματικών καταθέσεων των ανωτέρω προσώπων.

Σε ορισμένες μάλιστα από τις αυτοσχέδιες αυτές αποτιμήσεις αναγράφεται ότι πρόκειται δήθεν για συναλλαγές χρηματιστηριακώς διακινούμενων αγροτικών προϊόντων (σιτηρά - USD). Οι αποτιμήσεις αυτές (που έχουν την ως άνω μορφή, ήτοι παράθεση των τιμών του χρυσού ή αναφορά σε χρηματιστηριακά προϊόντα, προκειμένου να μπορέσουν οι ενάγοντες και τα λοιπά πρόσωπα, εάν καθίστατο αναγκαίο, να τις επικαλεσθούν προς ενίσχυση της θέσης τους ότι δήθεν προέβαιναν καλόπιστα σε νόμιμες επενδυτικές συναλλαγές), εμφανίζουν διαρκή μεγάλη αύξηση της χρηματικής θέσης (χρηματικών καταθέσεων) των ανωτέρω προσώπων, ακόμη και όταν η τιμή του χρυσού στις διεθνείς αγορές είναι καθοδική, γι' αυτό κατ' ουσίαν, όπως προεκτέθηκε, πρόκειται για καταθέσεις με υπέρογκα επιτόκια, εμφανιζομένων των αποδόσεων, στις ως άνω αυτοσχέδιες αποτιμήσεις, ανά ημέρα.

Στα έγγραφα αυτά υπάρχει πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων, ιδίως της Γ. Γ., με υπολογισμούς του αθροίσματος των διάφορων λογαριασμών, επισημάνσεις για ορισμένες εσφαλμένες καταγραφές, που θεωρούσε ότι είχαν γίνει και άλλες παρατηρήσεις της, αναγραφή χρηματικών ποσών, που είχε λάβει από τη Μ.-Ε. Μ. [βλ. για παράδειγμα αναγραφή ότι πήρε την 29-6-2010 ποσό 60.000 ευρώ και τη 16-7-2010 ποσό 50.000 ευρώ, (εμπρόσθια σελίδα της περιόδου 1-6-2010 έως 9-6- 2010 και οπίσθια σελίδα της περιόδου 10-6-2010 έως 19-6-2010) και ότι πήρε την 9-9-2010 ποσό 70.000 ευρώ (οπίσθια σελίδα της περιόδου 23-8-2010 έως 1-9-2010 και εμπρόσθια σελίδα της περιόδου 1-9-2010 έως 8-9-2010)] και άλλα.

Οι συμφωνηθείσες αποδόσεις για τη διάθεση των χρημάτων αυτών προς τη δεύτερη εναγόμενη ήταν τεράστιες. Για παράδειγμα, στις ως άνω αυτοσχέδιες αποτιμήσεις, τα ποσά δύο λογαριασμών του Α. Γ.. και ενός λογαριασμού του Β. Α. στις 31-8-2009 ανέρχονται σε 101.700 ευρώ, 20.000 ευρώ και 45.000 ευρώ, ήτοι συνολικά σε 166.700 ευρώ, ενώ στις 30-9-2009 ανέρχονται σε 125.668 ευρώ, 22.321 ευρώ και 54.985 ευρώ αντιστοίχως, ήτοι συνολικά σε 202.974 ευρώ.

Επίσης, τα ποσά των λογαριασμών αυτών στις 23-3-2010 ανέρχονται σε 494.995 ευρώ, 537.020 ευρώ και 157.301 ευρώ, ήτοι συνολικά σε 1.189.316 ευρώ, ενώ οι ίδιοι λογαριασμοί στις 23-4-2010 ανέρχονται σε 590.427 ευρώ, 639.522 και 188.176 ευρώ αντιστοίχως, ήτοι συνολικά σε 1.418.125 ευρώ. Εξάλλου, ένας λογαριασμός του Δ. Γ. την 1-2-2011 ανέρχεται σε 439.913 ευρώ, ενώ στις 28-2-2011 ανέρχεται σε 555.970 ευρώ.

Δηλαδή, οι αποδόσεις των ως άνω ενδεικτικών περιπτώσεων ανέρχονταν, για ένα μόνο μήνα, στην πρώτη περίπτωση σε 21,76%, στη δεύτερη περίπτωση σε 19,24% και στην τρίτη περίπτωση σε 26,38%. Προς μεγαλύτερη εξασφάλιση των χρημάτων, που είχαν διαθέσει στη Μ.-Ε. Μ. και των ως άνω συμφωνημένων υπέρογκων αποδόσεών τους, οι ανωτέρω ελάμβαναν από τη δεύτερη εναγόμενη διάφορα πλαστά έγγραφα, τα οποία υποτίθεται ότι εμφάνιζαν επενδύσεις, στις οποίες είχαν προβεί, ιδίως σε αμοιβαία κεφάλαια εξωτερικού.

Τα πλαστά αυτά έγγραφα τους τα παρέδιδε, συνήθως ημιτελή, η δεύτερη εναγόμενη, η οποία α) εφόσον επρόκειτο για έγγραφα της M. Ε. Τ.ς, τα υπέγραφε η ίδια και επιπλέον είτε ετίθετο σ` αυτά δεύτερη υπογραφή εξουσιοδοτημένου στελέχους της τράπεζας, που η Μ.-Ε. Μ. παραπλανούσε παριστάνοντας ότι πρόκειται για έγκυρα έγγραφα, είτε, συχνότερα, η ίδια πλαστογραφούσε την υπογραφή του και β) εφόσον επρόκειτο για έγγραφα της Επενδυτικής Τράπεζας (επιβεβαιώσεις-πινακίδια συναλλαγών), δεν ετίθετο κάποια υπογραφή, αφού τα χρησιμοποιούμενα έγγραφα είχαν δοθεί ασυμπλήρωτα από την Επενδυτική Τράπεζα στη M.

Ε. Τ. (στα πλαίσια της ως άνω συνεργασίας μεταξύ των δύο τραπεζών), με ήδη τεθείσα τη μηχανογραφημένη υπογραφή του εξουσιοδοτημένου σχετικώς υπαλλήλου της τρίτης εναγόμενης, Π. Ψ.. Στη συνέχεια, οι ανωτέρω προέβαιναν στη συμπλήρωση ελλειπόντων στοιχείων των εγγράφων αυτών σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Εξαιτίας του ως άνω τρόπου συμπληρώσεως των παραπάνω πλαστών εγγράφων, παρατηρούνται χονδροειδή λάθη, παραλείψεις και ανακολουθίες σ' αυτά, κάτι που βέβαια δεν θα συνέβαινε αν συμπληρώνονταν εξ ολοκλήρου από την (ανεξαρτήτως της παραπάνω παράνομης δράσης της) πολύ έμπειρη, ευφυή και ικανή υπάλληλο της M.

Ε. Τ.ς, Μ.-Ε. Μ.. Ενδεικτικά του τρόπου ενέργειας των εναγόντων και των λοιπών προσώπων είναι α) το γεγονός ότι τα οκτώ πρώτα από τα προαναφερόμενα εννέα πλαστά έγγραφα, που προσκομίσθηκαν απ' αυτούς αρχικά στη M. Ε. Τ., δεν έφεραν υπογραφές των υποτιθέμενων αιτούντων (εναγόντων και λοιπών προσώπων του συγγενικού και φιλικού τους περιβάλλοντος), επιπλέον β) το υπό στοιχείο 5, από τα προαναφερόμενα, πλαστό έγγραφο έφερε (χειρόγραφες) ημερομηνίες εντολής, συναλλαγής και παραλαβής την 30-6-2011, ενώ το ίδιο έγγραφο, που μετά την αποκάλυψη της υποθέσεως υποβλήθηκε από τα ως άνω πρόσωπα, μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα, στο Συνήγορο του Καταναλωτή, έφερε ημερομηνίες 30-6-2009 (βλ.

σελ,18-19 της από 30-7- 2012 εκθέσεως ειδικού ελέγχου). Δηλαδή, οι ενάγοντες και οι λοιποί, με τα διάφορα πλαστά έγγραφα, που έθετε στη διάθεσή τους η δεύτερη εναγόμενη, προέβαιναν σε συμπλήρωση και χρήση τους, κατά το δοκούν. Ορισμένα δε εξ αυτών κατάρτισαν μετά την αποκάλυψη της τοκογλυφικής δράσης της δεύτερης εναγόμενης, με προγενέστερες ημερομηνίες.

Εξάλλου, ενόψει των υπέρογκων τοκογλυφικών αποδόσεων, που συμφωνούσε να παράσχει η δεύτερη εναγόμενη, οι εμφανιζόμενες υποχρεώσεις της προς τους ανωτέρω αυξάνονταν ραγδαία, γι' αυτό ανέκυπτε, σε σύντομα χρονικά διαστήματα, η ανάγκη προς σύνταξη νέων πλαστών εγγράφων, κατά τα προεκτεθέντα, ώστε να περιληφθούν σ' αυτά και τα πρόσθετα ποσά.

Αυτό συνέβαινε κατόπιν αιτήματος προς τη Μ.-Ε. Μ. των φερόμενων ως δικαιούχων των ως άνω τοκογλυφικών λογαριασμών, που συνήθως απηύθυνε και για λογαριασμό των λοιπών η Γ. Γ. [βλ. για παράδειγμα, χαρακτηριστικά τις χειρόγραφες σημειώσεις της, προς υπόμνηση, στην οπίσθια σελίδα της περιόδου από 18-4-2011 έως 29-4-2011 των ως άνω αυτοσχέδιων αποτιμήσεων, όπου, μετά τους υπολογισμούς - αθροίσεις ορισμένων εκ των φερόμενων απαιτήσεων του Δ.

Γ. κατά της Μ.-Ε. Μ., αναγράφει, μεταξύ άλλων: "..." και ομοίως στην οπίσθια σελίδα της ημερομηνίας 28-4-2011 (ΤΑ 330.000 ...]. Οι ενάγοντες, όπως άλλωστε και όλοι οι συναλλασσόμενοι-πελάτες της δεύτερης εναγόμενης, ελάμβαναν κανονικά μέσω του ταχυδρομείου ανά τρίμηνο τις επίσημες ενημερώσεις της M. Ε. Τ.ς και της M. Α.ΕΔΑΚ και στο τέλος του έτους, ως πελάτες της Επενδυτικής Τράπεζας, ελάμβαναν και την επίσημη ενημέρωση αυτής.

Στα έγγραφα αυτά παρουσιαζόταν η πορεία των επενδύσεών τους με όλα τα πραγματικά δεδομένα των συναλλαγών και αποδόσεών τους και ασφαλώς δεν εμπεριέχονταν σ' αυτά οι συναλλαγές, που ήδη επικαλούνται οι ενάγοντες. Άλλωστε, οι τελευταίοι γνώριζαν πολύ καλά ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους στη M. Ε.

Τ. δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα για την κάλυψη των επενδύσεων, στις οποίες αυτοί δήθεν προέβησαν. Οι ισχυρισμοί τους, ότι δήθεν κατέβαλλαν όλα τα χρηματικά ποσά προς τη Μ.-Ε. Μ. σε μετρητά, δεν είναι εύλογοι, κατά τα συναλλακτικά ήθη, καθόσον πρόκειται για χρηματιστηριακές συναλλαγές, με πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά, ενώ προσθέτως δεν προσκομίζονται από αυτούς έστω κάποια αποδεικτικά (π.χ αναλήψεως χρημάτων από λογαριασμούς τους σε άλλες τράπεζες) ότι υπήρχαν στη διάθεσή τους τα ποσά αυτά κατά τους χρόνους των ως άνω υποτιθέμενων συναλλαγών.

Επιπλέον, εάν καθ' υπόθεση οι ενάγοντες έδιναν πράγματι τα χρήματα στη Μ.-Ε. Μ. σε μετρητά, για να τα καταθέσει για λογαριασμό τους προς αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων, αυτονοήτως θα ζητούσαν και θα ελάμβαναν από αυτήν, έστω εκ των υστέρων, τα αποδεικτικά των ταμειακών καταθέσεων της τράπεζας, πράγμα που βέβαια δεν συμβαίνει.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, κατά τη διάρκεια των ως άνω τοκογλυφικών συναλλαγών και συγκεκριμένα από τον Απρίλιο του 2010 μέχρι και τον Ιούλιο του 2011, η Μ.-Ε. Μ. μετέφερε με 20 συναλλαγές, μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής, στους διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς της οικογένειας Γ. στη M. Ε. Τ., το συνολικό ποσό των 844.000 ευρώ, από τους προαναφερόμενους ενδιάμεσους (τροφοδότες) τραπεζικούς κοινούς λογαριασμούς της φίλης της Μ.

Β. με ορισμένους συνεργαζόμενους με την ίδια (δεύτερη εναγόμενη) πελάτες της τράπεζας και σε μία περίπτωση από ατομικό λογαριασμό της τελευταίας. Τα χρήματα αυτά αφορούσαν σε τοκογλυφικές αποδόσεις, που είχε συμφωνήσει η δεύτερη εναγόμενη να παράσχει στους ανωτέρω, γι' αυτό στις ως άνω μεταβιβάσεις, προς συγκάλυψη της πραγματικότητας, χρησιμοποιούσε παραπλανητικές αιτιολογίες, όπως χαλιά, αγορά, έναντι αγοράς οικοπέδου κ.λ.π.

Δηλαδή, στους λογαριασμούς της οικογένειας Γ. κατέληξε το μέγιστο μέρος των χρηματικών ποσών, που διακινήθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, από τη δεύτερη εναγόμενη προς συναλλαγέντες με αυτήν μέσω των ως άνω ενδιάμεσων (τροφοδοτών) λογαριασμών, ποσά τα οποία ακολούθως οι δικαιούχοι των λογαριασμών σταδιακά εισέπρατταν.

Από το γεγονός αυτό, για το οποίο τόσο η Γ. Γ. όσο και ο σύζυγός της Α. Γ. δεν δίνουν οποιαδήποτε εξήγηση, δηλώνοντας άγνοια (βλ. τις από 6-5-2014 ανωμοτί καταθέσεις τους ενώπιον της Ανακρίτριας του 7ου Ανακριτικού Τμήματος ...ς), σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα, καθίσταται προφανές ότι οι ενάγοντες επιδίδονταν σε ευρείας κλίμακας εξωτραπεζικές συναλλαγές και συγκεκριμένα τοκογλυφικές συναλλαγές με τη δεύτερη εναγόμενη, Μ.-Ε.

Μ., είναι δε ψευδή τα προβαλλόμενα από αυτούς ότι δήθεν θεωρούσαν ότι προέβαιναν σε νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές (επενδύσεις) μέσω της δεύτερης εναγόμενης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες ζητούν να αποζημιωθούν για επένδυσή τους, της 16-11-2010, οπότε, κατά τους ισχυρισμούς τους, κατέβαλαν στη δεύτερη εναγόμενη, σε μετρητά, το συνολικό ποσό των 227.182,56 ευρώ και ειδικότερα ο καθένας το ποσό των 113.591,28 ευρώ, εν συνεχεία δε τους απεστάλη το αντίστοιχο έγγραφο - πινακίδιο, όπου υπήρχε η μηχανογραφημένη υπογραφή του εκπροσώπου της τρίτης εναγόμενης, στο οποίο βεβαιωνόταν η προβαλλόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, δηλαδή η αγορά εκ μέρους τους 1000 μεριδίων E. G.

σε τιμή 227.182,56 ευρώ. Προσθέτως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, κατόπιν συστάσεων της δεύτερης εναγόμενης, η οποία τους παρουσίασε ότι η επένδυσή τους ήταν κερδοφόρα, έκαναν, σε συνεννόηση μ' αυτήν, τις ακόλουθες επενδυτικές ενέργειες, για τις οποίες επίσης έλαβαν ταχυδρομικώς τα αντίστοιχα παραστατικά έγγραφα - πινακίδια της τρίτης εναγόμενης:

α) στις 31-12-2010 προέβησαν στην πώληση των ως άνω μεριδίων E. G. σε τιμή 278.987,97 ευρώ, β) στις 3-1-2011 προέβησαν στην αγορά 1000 μεριδίων E. G. στην ίδια τιμή, ήτοι 278.987,97 ευρώ και γ) στις 29-4-2011 προέβησαν στην πώληση των εν λόγω μεριδίων σε τιμή 410.653,40 ευρώ, συναλλαγή που εκκαθαρίστηκε στις 3-5-2011. Όμως, κατά τους ισχυρισμούς τους, οι ανωτέρω συναλλαγές, που πίστευαν ότι είχαν διενεργηθεί και αφορούσαν στις αγοραπωλησίες των μεριδίων E. G., δεν είχαν καταχωρισθεί στο σύστημα της τράπεζας και, όπως ενημερώθηκαν στη συνέχεια, τα πινακίδια, που τους είχαν αποσταλεί, ήταν πλαστά έγγραφα, τα οποία είχε συντάξει η δεύτερη εναγόμενη και δεν αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές.

Προς απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών τους, προσκομίζουν τα ακόλουθα (πλαστογραφημένα) έγγραφα, που φέρονται ότι έχουν εκδοθεί από την τρίτη εναγόμενη: 1) την από 16-11-2010 επιβεβαίωση συναλλαγής (αγορά), 2) την από 31-12-2010 επιβεβαίωση συναλλαγής (πώληση), 3) την από 3-1-2011 επιβεβαίωση συναλλαγής (αγορά) και 4) την από 29-4-2011 επιβεβαίωση συναλλαγής (πώληση).

Οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγόντων είναι παντελώς ψευδείς, καθόσον και αυτές οι συναλλαγές τους εντάσσονται στο προαναφερόμενο γενικό πλαίσιο της τοκογλυφικής δραστηριότητας, που είχαν αναπτύξει με τη Μ.-Ε. Μ.. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για μία από τις επιμέρους τοκογλυφικές καταθέσεις, που οι ενάγοντες διατηρούσαν στην παρατράπεζα της δεύτερης εναγόμενης, η οποία (κατάθεση) έχει όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.

Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, το πρώτο από τα προσκομιζόμενα πλαστά έγγραφα (επιβεβαιώσεις συναλλαγής) καταρτίσθηκε με υποτιθέμενη αγορά (στις 16-11-2010) αμοιβαίων κεφαλαίων εξωτερικού συνολικής αξίας 227.182,56 ευρώ. Σχετικώς, η δεύτερη εναγόμενη παρέδωσε στους ενάγοντες την προσκομιζόμενη ανυπόγραφη κατάσταση (φερόμενη ως εκδοθείσα από την τρίτη εναγόμενη), στην οποία υπό τον τίτλο (ΚΙΝΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ) εμφανίζεται η καθημερινή (αυξητική) διαμόρφωση του λογαριασμού τους από τις 16-11-2010 (227.182,56 ευρώ) μέχρι τις 31-12-2010 (278.987,97 ευρώ), μετά την οποία οι ενάγοντες, σε συνεργασία με τη Μ.-Ε.

Μ., μεθόδευσαν την απεικόνιση και των πρόσθετων "αποδόσεών τους" (ανερχόμενων σε ποσοστό 22,80% εντός ενάμισι μήνα), με την κατάρτιση των ως άνω πλαστών εγγράφων, ήτοι της από 31-12-2010 επιβεβαίωσης συναλλαγής (πώλησης) για το ποσό των 278.987,97 ευρώ και της από 3- 1-2011 επιβεβαίωσης συναλλαγής (αγοράς) για το ίδιο ποσό.

Σημειώνεται ότι το τελευταίο πλαστό έγγραφο αυτού του λογαριασμού, ήτοι η από 29-4-2011 επιβεβαίωση συναλλαγής (πώληση), ποσού 410.653,40 ευρώ, ήταν μεταξύ των προαναφερόμενων εννέα (9) πλαστών εγγράφων, που είχαν προσκομίσει αρχικά, μεταξύ άλλων και οι ενάγοντες, στη M. Ε. Τ., επιχειρώντας να εισπράξουν από αυτήν το συνολικό ποσό των 29.086.021,32 ευρώ.

Τα ως άνω πλαστά έγγραφα της υπό κρίση υποθέσεως καταρτίσθηκαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, από τους ενάγοντες, γι' αυτό παρατηρούνται σ' αυτά διάφορα εμφανή λάθη και ανακολουθίες. Ενδεικτικά, α) σε όλες τις πλαστές βεβαιώσεις συναλλαγής- πινακίδια αναγράφεται ότι πρόκειται για συναλλαγή 1.000 μεριδίων του αναφερόμενου αμοιβαίου κεφαλαίου εξωτερικού με τιμή μεριδίου 47,67 δολλάρια ΗΠΑ, οπότε η αξία της "συναλλαγής" θα έπρεπε να είναι κάθε φορά 47.670 δολλάρια ΗΠΑ, ενώ στα παραπάνω έγγραφα αναγράφονται διαφορετικά (πολύ μεγαλύτερα) ποσά, β) Στα δύο πρώτα έγγραφα, ήτοι της 16-11-2010 (αγοράς) και της 31-12-2010 (πώλησης) οι αναφερόμενες ώρες συναλλαγής (11:57:26) ταυτίζονται και ως προς το δευτερόλεπτο, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι αυτά καταρτίσθηκαν από το ίδιο εν μέρει συμπληρωμένο έντυπο, που τους είχε χορηγήσει η δεύτερη εναγόμενη, γ) Στο από 29-4-2011 έγγραφο, που αναφέρεται σε πώληση, τα ποσά της προμήθειας, των φόρων και των εξόδων της συναλλαγής προστίθενται στην αξία της συναλλαγής (όπως συμβαίνει σε περίπτωση αγοράς) αντί να αφαιρούνται.

δ) Δεν αναγράφονται στα ως άνω πλαστά έγγραφα, όπως κανονικά συμβαίνει, αριθμοί πινακιδίων δίπλα στη φράση "ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ". Επιπλέον, πέραν όλων των άλλων, εφόσον η τελευταία από τις προβαλλόμενες ως άνω "συναλλαγές" τους αφορά σε πώληση την 29-4-2011, δεν εξηγείται από τους ενάγοντες γιατί δεν αναζήτησαν το τίμημα της υποτιθέμενης πωλήσεως (410.653,40 ευρώ), το οποίο έπρεπε να κατατεθεί στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους στη M.

Ε. Τ., επί τρεις και πλέον μήνες, ήτοι μέχρι την αποκάλυψη της υποθέσεως. Σημειώνεται σχετικώς ότι, σύμφωνα με τις ως άνω συμβάσεις, που οι ενάγοντες είχαν υπογράψει, όλα τα ποσά που θα διέθεταν για επενδύσεις μέσω της τρίτης εναγόμενης, έπρεπε να διακινούνται από και προς τους ορισθέντες λογαριασμούς τους στη M.

Ε. Τ.. Εξάλλου, οι ενάγοντες γνώριζαν ότι η τρίτη εναγόμενη, μετά από κάθε εντολή που εκτελούσε, επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον εντολέα-πελάτη της για να του επιβεβαιώσει ότι η συναλλαγή του εκτελέσθηκε, πράγμα που βέβαια δεν συνέβη στις ως άνω περιπτώσεις. Τέλος, ουδόλως εξηγείται από τους ενάγοντες γιατί, εφόσον θεωρούσαν ότι είχαν εξαπατηθεί από ενέργειες προσώπων, που ενεργούσαν για λογαριασμό της τρίτης εναγόμενης, συνέχισαν τις συναλλαγές τους με αυτήν μέχρι τις αρχές του 2012, όπως προεκτέθηκε.

Ενόψει των ανωτέρω, η νομική κατάσταση, που διαμορφώνεται έχει ως ακολούθως: α) Η δεύτερη εναγόμενη, Μ.-Ε. Μ., ασκούσε παρανόμως τοκογλυφικές δραστηριότητες, που βέβαια βρίσκονταν εκτός των αρμοδιοτήτων της, κατά κατάχρηση της υπηρεσίας, που της είχε ανατεθεί, γεγονός που καλά γνώριζαν οι ενάγοντες, οι οποίοι άλλωστε συμμετείχαν στην παράνομη δραστηριότητα της δεύτερης εναγόμενης, επωφελούμενοι από αυτήν.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η M. Ε. Τ. και εν τέλει η πρώτη εναγόμενη, C. P. B. P. C. L. (Σ. Π. Μ. Π. Κ. Λ.), ως καθολική διάδοχός της, ουδεμία ευθύνη φέρει, ως προστήσασα, για τις σχετικές ενέργειές της. β) Η τρίτη εναγόμενη, Επενδυτική Τράπεζα, ουδεμία σχέση πρόστησης ή υποπρόστησης είχε με τη δεύτερη εναγόμενη, που ήταν αποκλειστικά υπάλληλος και προστηθείσα της M.

Ε. Τ.ς. Απλώς, η τρίτη εναγόμενη είχε την προαναφερόμενη σύμβαση συνεργασίας με τη M. Ε. Τ.... και συνεπώς, προεχόντως για το λόγο αυτό, ουδεμία ευθύνη φέρει για τις ως άνω παράνομες δραστηριότητες της Μ.-Ε. Μ.. γ) Όπως αποδείχθηκε, η ιστορική βάση της αγωγής των εναγόντων (αδικοπραξία σε βάρος τους από τη δεύτερη εναγόμενη κατά τη διενέργεια επενδυτικών συναλλαγών τους) είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε, αυτοί είχαν αναπτύξει μεταξύ τους εκτεταμένη εξωτραπεζική, τοκογλυφική δραστηριότητα, στα πλαίσια της παρατράπεζας, που λειτουργούσε η δεύτερη εναγόμενη, συνάπτοντας απαγορευμένες και συνεπώς άκυρες δικαιοπραξίες.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε αδικοπραξία σε βάρος τους από την προβαλλόμενη στην αγωγή αιτία.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, σε σχέση με όλους τους εναγομένους ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς όλους τους εναγόμενους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποδιδομένης στις αναιρεσίβλητες αδικοπρακτικής ευθύνης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 914, 922, 297 και 298 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες δεν επέδειξαν αδικοπρακτική, σε βάρος των αναιρεσειόντων, συμπεριφορά, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό παραδοχές α) ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπάλληλος της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ασκούσε παρανόμως τοκογλυφικές δραστηριότητες, που βρίσκονταν εκτός των αρμοδιοτήτων της, κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί, γεγονός που καλά γνώριζαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι άλλωστε συμμετείχαν στην παράνομη δραστηριότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, επωφελούμενοι από αυτήν, με συνέπεια να μη φέρει καμία ευθύνη η πρώτη αναιρεσίβλητη ως προστήσασα για τις ενέργειες της δεύτερης αναιρεσίβλητης, β) ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν είχε καμία σχέση πρόστησης ή υποπρόστησης με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ήταν αποκλειστικά υπάλληλος και προστηθείσα της M.

Ε. Τ.ς και γ) ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εξαπάτησε τους αναιρεσείοντες κατά τη διενέργεια των επενδυτικών συναλλαγών τους, καθόσον αυτοί είχαν αναπτύξει μεταξύ τους εκτεταμένη εξωτραπεζική, τοκογλυφική δραστηριότητα, στα πλαίσια της παρατράπεζας, που λειτουργούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Όλες δε οι περί του αντιθέτου συναφείς αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, καθόσον: 1) δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη η έκθεση συγκεκριμένων τοκογλυφικών συναλλαγών, με αναφορά του δανεισθέντος ποσού, του συμφωνηθέντος επιτοκίου και του μέτρου κατά το οποίο υπήρξε υπέρβαση του νομίμου επιτοκίου, καθόσον η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων στηρίζονταν στην επικαλούμενη αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων κατά τα άρθρα 914 επ.

ΑΚ και όχι στη διάταξη του άρθρου 294 ΑΚ για ακυρότητα δικαιοπραξιών, στα πλαίσια δε της αρνήσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων της αδικοπρακτικής τους ευθύνης ερεύνησε το Εφετείο την ύπαρξη ή μη τέτοιας ευθύνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα και των υπολοίπων αναιρεσιβλήτων, καταλήγοντας στην κρίση περί μη ύπαρξης τέτοιας ευθύνης των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εξαπάτησε τους αναιρεσείοντες κατά τη διενέργεια των επενδυτικών συναλλαγών τους, και 2) ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της παραδοχής περί τοκογλυφικών συναλλαγών μεταξύ των αναιρεσειόντων και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της έτερης παραδοχής ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι κατέβαλαν όλα τα χρηματικά ποσά προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη σε μετρητά δεν είναι εύλογοι και ότι ελάμβαναν ενημερωτικά έγγραφα, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση το γενικό πλαίσιο της τοκογλυφικής συνεργασίας των αναιρεσειόντων και των υπολοίπων συγγενών τους με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και ότι οι αναιρεσείοντες δεν κατέβαλαν όλα τα ποσά σε μετρητά, δεν ήταν δε αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των συγκεκριμένων ποσών που διέθεσαν οι αναιρεσείοντες στην δεύτερη αναιρεσίβλητη καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους και το συγκεκριμένο επιτόκιο για κάθε συναλλαγή, αφού από τη μη αναφορά αυτή δεν προκαλείται έλλειψη ή ασάφεια ή αντίφαση της αιτιολογίας ως προς την τοκογλυφική συνεργασία των άνω διαδίκων.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγμα μη προταθέν και ειδικότερα στήριξε την απορριπτική του κρίση στο ότι μεταξύ αυτών και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ελάμβαναν χώρα τοκογλυφικές συναλλαγές, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από καμία από τις αναιρεσίβλητες ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο επικαλούμενος μη προταθείς ισχυρισμός δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, οι όποιοι ισχυρισμοί των εναγομένων συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση, η παραδοχή δε περί τοκογλυφικής συνεργασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και της δεύτερης αναιρεσίβλητης αφορά κρίση και συμπέρασμα του Εφετείου που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων στα πλαίσια της αρνήσεως της αγωγής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.

Έτσι, αν από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, για κάποιο λόγο αναίρεσης, έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 744/2019, ΑΠ 989/2014, ΑΠ 1197/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση της παρά το νόμο απορρίψεως του ισχυρισμού τους ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη συνδεόταν με σχέση πρόστησης με την πρώτη αναιρεσίβλητη και μέσω αυτής με την δεύτερη αναιρεσίβλητη (σχέση υποπρόστησης).

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού τέτοιο έννομο συμφέρον δεν προκύπτει ούτε από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, ούτε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό ότι δεν τελέσθηκε αδικοπραξία σε βάρος των αναιρεσειόντων από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά τη διενέργεια επενδυτικών συναλλαγών τους.

Υπό τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για τους αναιρεσείοντες από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον συγκεκριμένο λόγο, διότι ακόμη και με την εκδοχή ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη συνδεόταν με σχέση πρόστησης με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν υφίστανται οι αναιρεσείοντες βλάβη τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, αφού η μη θεμελίωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δεύτερη αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων από την προβαλλόμενη στην αγωγή αιτία συνεπάγεται την έλλειψη ευθύνης και των φερομένων ως προστησάντων αυτήν.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στους αναιρεσείοντες προς άσκηση του προκείμενου τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.

γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της βασιμότητάς της αγωγής τους και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του α) το από 3.8.2011 εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα της πρώτης αναιρεσίβλητης, β) την από 30.7.2012 εμπιστευτική έκθεση ειδικού ελέγχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, γ) το από 23.10.2012 εμπιστευτικό έγγραφο της M.

Ε. Τ. Α..Ε.., και δ) την από Οκτ. 2012 αναλυτική έκθεση ελέγχου του καταστήματος Βασιλίσσης Όλγας, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα της αγωγής τους. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Υπό την έννοια αυτή, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κύρια βάση και μία επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα (ΑΠ 544/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1514/2018).

Αντίθετα, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 1026/2019, ΑΠ 920/2011, ΑΠ 994/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν,, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται τα ακόλουθα:

Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους, Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων.

Δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ. Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος (ΑΠ 263/2021, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 54/2019).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες, προς θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας αξιώσεώς τους προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, στήριξαν την αγωγή τους σε δύο κύριες βάσεις και δη τόσο στην αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και τη συνακόλουθη ευθύνη των πρώτης και τρίτης των εναγομένων, λόγω της επικαλούμενης σχέσης προστήσεως που τις συνέδεε με τη δεύτερη, όσο και στην ιδία (πρωτογενή) αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης και της τρίτης των εναγομένων, απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 71 και 914 ΑΚ.

Ειδικότερα, πέραν της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της δεύτερης εναγομένης, ισχυρίσθηκαν τα εξής: Ότι ο διευθύνων σύμβουλος αρχικά της "M. Ε. Τ. Α..Ε.." Κ. Β. και στη συνέχεια, μετά την απορρόφησή της από την πρώτη εναγομένη Τράπεζα στις 31.3.2011, ο διευθύνων σύμβουλος αυτής Ε. Μ. και τα λοιπά εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ.

της πρώτης εναγομένης, που αποτελούν καταστατικά όργανά της, επέτρεψαν αφενός στο προσωπικό της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας να ασκεί πλημμελώς τα ελεγκτικά καθήκοντά του, αφετέρου στους προστηθέντες υπαλλήλους της να μετέρχονται την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, επί πολύ μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς ποτέ να προβούν στην άμεση, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, λήψη μέτρων προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου, εποπτείας και επιτόπιας έρευνας, κατάλληλων για την προστασία των καλόπιστων τρίτων πελατών τους, που συναλλάσσονταν με την Τράπεζα, μεταξύ των οποίων και αυτοί.

Ότι με τις παραλείψεις τους αυτές, επιτράπηκε στη δεύτερη εναγομένη να προβεί σε πλήθος παράνομων ενεργειών, τελείως αντίθετων με τις διαδικασίες και τους κανονισμούς των δύο τραπεζών, με σχεδόν καθημερινές επεμβάσεις της, υπό την παράνομη και υπαίτια ανοχή του Διευθυντή και του Προϊσταμένου του οικείου καταστήματος, με συνέπεια επί πολλούς μήνες να διαπράττονται ποινικά αδικήματα σε βάρος πελατών της τράπεζας, χωρίς κανείς από τα ορισμένα όργανα να αντιληφθεί τίποτε, αν και τους δόθηκαν συχνά πολλές και σοβαρές αφορμές.

Ότι η εγκληματική δράση των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης και των προσώπων που χρησιμοποιούσε η τρίτη εναγομένη για την προώθηση των προϊόντων της, διήρκεσε επί δύο έτη, χωρίς ποτέ να γίνει αντιληπτή από τα καταστατικά της όργανα, τα οποία αν ενεργούσαν με τον ενδεδειγμένο και προσήκοντα τρόπο, η εγκληματική δραστηριότητα της δεύτερης εναγομένης θα είχε εντοπιστεί έγκαιρα και αν δεν είχε αποφευχθεί, τουλάχιστον θα είχε περιοριστεί σε αρχικό στάδιο, πλην όμως η αδικαιολόγητη αδράνεια των καταστατικών οργάνων των πρώτης και τρίτης των εναγομένων Τραπεζών επέτρεψε τη γένεση και εξασφάλισε τη συνέχιση της εγκληματικής δραστηριότητας επί μία ολόκληρη διετία.

Ότι επέδειξαν πρωτοφανή και αδικαιολόγητη αδιαφορία στη διερεύνηση επισταμένως όλων των περίεργων περιστατικών, που κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου εμφανίστηκαν, ενώ παρέλειψαν τη διενέργεια ελέγχου, επίβλεψης και γενικότερης εποπτείας των προστηθέντων υπαλλήλων τους, που θα επέτρεπε τις παράνομες πράξεις, καίτοι είχαν υποχρέωση προς τούτο και από το καταστατικό τους, το νόμο, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να ασκούν ενδελεχείς και συνεχείς ελέγχους στο γενικότερο προσωπικό τους, ώστε να προστατεύονται οι συναλλασσόμενοι πελάτες τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 13164/2017 οριστική του απόφαση δέχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη διέπραξε τις αναφερόμενες στην αγωγή παράνομες πράξεις εις βάρος των εναγόντων και ότι η πρώτη και η τρίτη των εναγομένων ευθύνονται για την εις βάρος τους τελεσθείσα από τη δεύτερη εναγομένη αδικοπραξία, λόγω του ότι συνδέονταν με αυτήν με σχέση προστήσεως, κατόπιν δε αυτού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσία βάσιμη, χωρίς να έχει προβεί (όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης) στον έλεγχο της νομιμότητας της δεύτερης κύριας βάσεως της αγωγής που στηρίζονταν στην ιδία ευθύνη των εναγομένων τραπεζών με βάση τις διατάξεις των άρθρων 71 και 914 ΑΚ, που κατά τα προαναφερόμενα θεμελίωνε το αίτημα της αγωγής κατά την περί αδικοπραξίας βάση του και συνακόλουθα και της ουσιαστικής βασιμότητάς της.

Οι ενάγοντες και οι εναγόμενες με τις αντίθετες εφέσεις τους προσέβαλαν την άνω απόφαση σε σχέση με την πρώτη κύρια βάση της αγωγής που είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ευλόγως δε δεν διατύπωσαν ειδικό λόγο εφέσεως, παραπονούμενοι για την παράλειψη έρευνας της βάσεως αυτής (από τα άρθρα 71 και 914 ΑΚ). Το Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε την εκκαλούμενη, δεχόμενη τους σχετικούς λόγους των εφέσεων των εναγομένων, δεν ασχολήθηκε με την έρευνα της δεύτερης κύριας βάσεως της αγωγής, ούτε προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα και απόρριψη της βάσεως αυτής, την οποία αγνόησε, καίτοι ήταν σαφώς διατυπωμένη στο δικόγραφο της αγωγής.

Ενόψει όμως του ότι η δεύτερη αυτή κύρια βάση της αγωγής δεν είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, είχε υποχρέωση το Εφετείο, μετά την απόρριψη της πρώτης κύριας βάσης της αγωγής, να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω δεύτερης κύριας βάσης της αγωγής, που δεν είχε εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεση δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Επομένως, ιδρύεται εν προκειμένω ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού κατά τα προαναφερόμενα το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την δεύτερη κύρια βάση της αγωγής και τους εμπεριεχόμενους σ' αυτήν ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς των εναγόντων, που τείνουν στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος αποζημιώσεως, δηλαδή ισχυρισμούς που κατά το νόμο (άρθρα 71 και 914 ΑΚ) ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση αυτή είναι βάσιμος, λόγω δε της εμβέλειας αυτής παρέλκει η εξέταση του έκτου λόγου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικουρικά και δη για την περίπτωση απορρίψεως του πέμπτου λόγου, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών για την απόρριψη της άνω βάσεως της αγωγής τους.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος θεσπίζεται, ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 52 παρ. 1 περ. στ' του ΚΠολΔ και 6 παρ. 1 της άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), οι οποίες υπηρετούν πρωτίστως την αμεροληψία των δικαστηρίων, σαφώς προκύπτει ότι οι δικαστές μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, περίπτωση η οποία συντρέχει και όταν σε ζήτημα που τίθεται ενώπιόν τους, έχουν εκφέρει γνώμη σε άλλη δίκη, η οποία είχε ως αντικείμενό της το ίδιο βιοτικό συμβάν μεταξύ των αυτών διαδίκων με τη δικαζόμενη υπόθεση (ΑΠ 159/2020, ΑΠ 138/2018, ΑΠ 1029/2011).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι δικαστές πολυμελών δικαστηρίων και εισαγγελείς, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσης τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον πρόεδρο του δικαστηρίου και ότι το δικαστήριο αποφασίζει χωρίς τη συμμετοχή εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση και χωρίς συζήτηση στο ακροατήριο.

Τέλος, κατά το άρθρο 39 παρ. 1 του ΚΠΔ "1. Όταν κατά τη διάρκεια πολιτικής ή διοικητικής ή ποινικής δίκης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηριστεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο δικαστής οφείλει να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα...".

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ...ς, αφού με βάση τα παραπάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά κατέληξε στην απόρριψη της ένδικης αγωγής ως ουσία αβάσιμης, δέχθηκε στη συνέχεια και τα εξής: "Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω: 1) Οι ενάγοντες με την αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι ...

Όμως, όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή, καθόσον μεταξύ των εναγόντων και της δεύτερης εναγόμενης δεν είχαν γίνει συναλλαγές με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, αλλά είχε υπάρξει μεταξύ τους μεγάλου εύρους τοκογλυφική συνεργασία, τα δε προσκομισθέντα από τους ενάγοντες πλαστά έγγραφα (επιβεβαιώσεις συναλλαγών-πινακίδια) δεν αφορούσαν σε πραγματικές συναλλαγές, αλλά είχαν καταρτισθεί από κοινού από τους ενάγοντες και τη δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να μπορούν να χρησιμεύσουν στους ενάγοντες, εάν καθίστατο αναγκαίο, ως αποδεικτικό μέσο δήθεν νόμιμων χρηματιστηριακών συναλλαγών τους.

Με τους ως άνω ισχυρισμούς, που ενίσχυσαν με την προσκόμιση ψευδών αποδεικτικών μέσων, οι ενάγοντες επιδίωξαν την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, προκειμένου (ενόψει και της αυτοτελούς εφέσεως, που άσκησαν) να εκδοθεί απόφαση, με την οποία να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, σε ολόκληρο, να τους καταβάλουν τα αιτούμενα με την αγωγή τους ποσά, για την ως άνω, μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, αιτία, προς κάλυψη των προβαλλόμενων ζημιών τους, ως δήθεν καλοπίστως συμβληθέντων, που θεωρούσαν ότι συναλλάσσονται στα πλαίσια τραπεζικών συναλλαγών.

Τέλεσαν δηλαδή απόπειρα απάτης στο δικαστήριο. 2) Οι ενάγοντες, που πρόβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς, τους οποίους επίσης υποστήριξαν με ψευδή αποδεικτικά μέσα, τέλεσαν απάτη στο δικαστήριο, καθόσον έπεισαν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να δεχθεί εν μέρει την παραπάνω αγωγή τους με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 13.164/2017 απόφαση. 3) Οι ενάγοντες και άλλα πρόσωπα του συγγενικού και φιλικού τους περιβάλλοντος, την 11-8-2011, προσκόμισαν στη M.

Ε. Τ. τα αναφερόμενα στο σκεπτικό εννέα πλαστά έγγραφα, που παρουσίασαν ότι δήθεν εκδόθηκαν για χρηματιστηριακές συναλλαγές, τις οποίες είχαν συνάψει συμβαλλόμενοι καλόπιστα με την προστηθείσα της M. Ε. Τ.ς και της τρίτης των εναγομένων, δεύτερη εναγόμενη, η οποία δεν είχε διαβιβάσει προς εκτέλεση τις σχετικές εντολές, υπεξαιρώντας τα αντίστοιχα ποσά, ισχυριζόμενοι ότι τα ως άνω πλαστά έγγραφα και τα πινακίδια, που τους είχαν αποσταλεί για τις συναλλαγές τους της τελευταίας περιπτώσεως (με την τρίτη εναγόμενη), τα οποία ήταν επίσης πλαστά, τα είχε συντάξει η δεύτερη εναγόμενη.

Επιδίωξαν δε την αποζημίωσή τους από την ως άνω τράπεζα με την καταβολή σ' αυτούς του συνολικού ποσού των 29.086.021,32 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό, αποπειράθηκαν να εξαπατήσουν τη M. Ε. Τ., διότι όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή, καθόσον μεταξύ των εναγόντων και των λοιπών προσώπων αφενός και της δεύτερης εναγόμενης αφετέρου δεν είχαν γίνει συναλλαγές με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, αλλά είχε υπάρξει μεταξύ τους μεγάλου εύρους τοκογλυφική συνεργασία, τα δε προσκομισθέντα από τους ενάγοντες και τα λοιπά πρόσωπα πλαστά έγγραφα δεν αφορούσαν σε πραγματικές συναλλαγές, αλλά είχαν καταρτισθεί από κοινού από τους ενάγοντες και τα άλλα πρόσωπα του οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος αφενός και τη δεύτερη εναγόμενη αφετέρου, προκειμένου να μπορούν να χρησιμεύσουν στους πρώτους, εάν καθίστατο αναγκαίο, ως αποδεικτικά μέσα δήθεν νόμιμων χρηματιστηριακών συναλλαγών τους, ενώ ορισμένα εξ αυτών των πλαστών εγγράφων είχαν καταρτισθεί από τους ανωτέρω μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας της Μ.-Ε.

Μ., που έλαβε χώρα περί τα τέλη Ιουλίου 2011. 4) Κατά τη διάρκεια των ως άνω τοκογλυφικών συναλλαγών τους, μεταβιβάσθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόντων και άλλων προσώπων του οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος, που διατηρούσαν στη M. Ε. Τ., το συνολικό ποσό των 844.000 ευρώ, που προήλθε από σκοπίμως δημιουργηθέντες από τη δεύτερη εναγόμενη ενδιάμεσους (τροφοδότες) τραπεζικούς κοινούς λογαριασμούς της φίλης της Μ.

Β. με ορισμένους συνεργαζόμενους με την ίδια (δεύτερη εναγόμενη) πελάτες της τράπεζας και σε μία περίπτωση από ατομικό λογαριασμό της τελευταίας. Τα χρήματα αυτά αφορούσαν σε υπέρογκες τοκογλυφικές αποδόσεις, που είχε συμφωνήσει να παράσχει η δεύτερη εναγόμενη στους ανωτέρω και διοχετεύθηκαν στους λογαριασμούς των προσώπων αυτών με τον προαναφερόμενο τρόπο και με παραπλανητικές αιτιολογίες, για να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση και η πραγματική αιτία μεταβιβάσεως αυτών.

Στον ίδιο σκοπό κατέτεινε και η εξασφάλιση από ορισμένα πρόσωπα της οικογένειας Γ., με τη συνδρομή της δεύτερης εναγόμενης, τριών πλαστών βεβαιώσεων υπεραξίας, συνολικού ποσού 245.312,79 ευρώ, για τη διαχειριστική χρήση 2010, που κατέθεσαν στην αρμόδια ΔΟΥ, προερχόμενων δήθεν από τη εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων εξωτερικού (βλ.

σελ. 20 της από 30-7-2012 εκθέσεως ειδικού ελέγχου). Έλαβε χώρα δηλαδή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. 5) Με την υπ' αριθμ. 10.478/2018 προσκομιζόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς έγινε εν μέρει δεκτή η υπ' αριθμ. καταθ. 107.410/28-7-2017 αγωγή των εναγόντων στην υπό κρίση υπόθεση, καθώς επίσης και των Α.

Γ.., Ε. Π., Ε. Α., Α. Γ., Β. Α., Μ.-Ε. Α., Γ. Α., Μ. Σ., Σ. Σ. και Μ. Σ. κατά των α) C. P. B. P. C. L. (Σ. Π. Μ. Π. Κ. Λ.), β) Μ.-Ε. Μ. και γ) της ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία CPB ASSET MANAGEMENT ΑΕΔΑΚ (πρώην M. G. A. M. ΑΕΔΑΚ) και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά. Η αγωγή αυτή είχε την ίδια νομική και ιστορική βάση με την υπό κρίση αγωγή.

Δηλαδή, οι ως άνω ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή πλαστές αιτήσεις συμμετοχής σε αμοιβαία κεφάλαια εκδόθηκαν για χρηματιστηριακές συναλλαγές, τις οποίες είχαν συνάψει, συμβαλλόμενοι καλόπιστα με την προστηθείσα της M. Ε. Τ.ς και της τρίτης των εναγομένων, δεύτερη εναγόμενη, Μ.-Ε.

Μ., η οποία δεν είχε διαβιβάσει προς εκτέλεση τις σχετικές εντολές στη M. Ε. Τ. και στην τρίτη των εναγομένων, υπεξαιρώντας τα αντίστοιχα ποσά, τα ως άνω δε πλαστά έγγραφα, που τους είχαν παραδοθεί για τις συναλλαγές τους με τη M. Ε. Τ. και τη M. G. A. M. ΑΕΔΑΚ τα είχε συντάξει η δεύτερη εναγόμενη. Ζητούσαν δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, σε ολόκληρο, να τους καταβάλουν τα αιτούμενα ποσά, κατά τα οποία ζημιώθηκαν από την ως άνω συμπεριφορά της Μ.-Ε.

Μ.. Όμως, όπως προεκτέθηκε, όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή, καθόσον, μεταξύ των εναγόντων της ως άνω υπ' αριθμ. καταθ. 107.410/12.581/28-7-2017 αγωγής και της δεύτερης εναγόμενης, Μ.-Ε. Μ., δεν είχαν γίνει συναλλαγές με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, αλλά είχε υπάρξει μεταξύ τους μεγάλου εύρους τοκογλυφική συνεργασία, τα δε προσκομισθέντα από τους ενάγοντες πλαστά έγγραφα (αιτήσεις αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων) δεν αφορούσαν σε πραγματικές συναλλαγές, αλλά είχαν καταρτισθεί από κοινού από τους ενάγοντες και τη δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να μπορούν να χρησιμεύσουν στους ενάγοντες, εάν καθίστατο αναγκαίο, ως αποδεικτικό μέσο δήθεν νόμιμων χρηματιστηριακών συναλλαγών τους.

Με τους ως άνω ισχυρισμούς, που ενίσχυσαν με την προσκόμιση ψευδών αποδεικτικών μέσων, οι ενάγοντες της ως άνω αγωγής πέτυχαν την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και επομένως διέπραξαν απάτη στο δικαστήριο. Με παρόμοιες υποθέσεις είχε ασχοληθεί το παρόν Δικαστήριο, τόσο υπό την τριμελή του σύνθεση (υπ' αριθμ. 1878/2015 απόφαση), όσο και υπό τη μονομελή του σύνθεση ( υπ' αριθμ. 1421/2017 και 1843/2018 αποφάσεις), ως προς τις οποίες ζητήθηκε η ποινική τους διερεύνηση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών ...ς.

Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι η συνεργαζόμενη με την Εθνική Κτηματική τράπεζα της Ελλάδος (ΕΚΤΕ), που εν τέλει απορροφήθηκε από την Εθνική τράπεζα της Ελλάδος, δικηγόρος, Πηνελόπη Καμπουράκη λειτουργούσε μία παρατράπεζα με τεράστιο κύκλο εργασιών, συναλλασσόμενη με πολλούς πελάτες της τράπεζας και σταδιακά με πολλά άλλα πρόσωπα.

Στα πλαίσια της ως άνω παράνομης δραστηριότητας της, οι πελάτες της Π. Καμπουράκη, που ήταν ευκατάστατα πρόσωπα, συνήθως υψηλού μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου, διέθεταν σ` αυτήν μεγάλα χρηματικά ποσά και ως αντάλλαγμα αποκόμιζαν πολύ υψηλές, τοκογλυφικές αποδόσεις των χρημάτων τους, που συνήθως ανέρχονταν σε 50 έως 70% ετησίως.

Προς μεγαλύτερη εξασφάλιση των ως άνω συναλλασσόμενων με την Π. Καμπουράκη, η τελευταία τους παρέδιδε διάφορα πλαστά έγγραφα, στα οποία αναγράφονταν τα συμφωνημένα προς είσπραξη ποσά μετά την πάροδο των συνομολογούμενων χρονικών διαστημάτων, όπως εξουσιοδοτήσεις - ομόλογα, σημειώματα απόδοσης δεσμευμένης κατάθεσης, γραμμάτια είσπραξης και άλλα, τα οποία υποτίθεται ότι οι πελάτες της θα μπορούσαν να εισπράξουν, εάν καθίστατο αναγκαίο, από τράπεζα ή το Ελληνικό Δημόσιο ή από ορισμένες ιδιωτικές εταιρείες, αναλόγως του είδους του παραστατικού..

Οι πελάτες της Π. Καμπουράκη, σχεδόν στο σύνολό τους, γνώριζαν την πλαστότητα των εγγράφων αυτών, που συχνά περιείχαν εμφανή λάθη, πλην όμως τα ελάμβαναν προς διασφάλισή τους, έτσι ώστε, εάν καθίστατο αναγκαίο, να μπορούσαν να ισχυρισθούν ότι, στο πλαίσιο δήθεν τραπεζικών συναλλαγών, που διενήργησαν με την Π.

Καμπουράκη εξαπατήθηκαν από αυτήν (με τη συνδρομή και ορισμένων υπαλλήλων της τράπεζας), προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν τις αξιώσεις τους (περιλαμβανομένων των τοκογλυφικών τόκων) από την Π. Καμπουράκη, αλλά και από την τράπεζα, προσθέτως δε για να έχουν μία ευλογοφανή αιτιολόγηση των συναλλαγών τους, ώστε να μην κινδυνεύσουν να κατηγορηθούν για τοκογλυφία (βλ.

ιδίως για το τελευταίο σελ. 17-18 της υπ' αριθμ. 1843/2018 αποφάσεως). Μολονότι, προδήλως, επρόκειτο για εξωτραπεζικές συναλλαγές, μεγάλος αριθμός προσώπων, συναλλαγέντων κατά τον ως άνω τρόπο με την Π. Καμπουράκη, ασκώντας ψευδείς αγωγές, παρουσιάζοντας με ψευδείς μαρτυρίες ότι δήθεν είχαν καταβάλει στην Π. Καμπουράκη σε μετρητά (όχι μέσω τραπεζικών λογαριασμών) μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου αυτή να αγοράσει για λογαριασμό τους διάφορα επενδυτικά προϊόντα της τράπεζας και χρησιμοποιώντας τα ως άνω πλαστά έγγραφα, πολλά εκ των οποίων είχαν καταρτισθεί μετά την αποκάλυψη της παράνομης δράσης της Π.

Καμπουράκη, πέτυχαν σε πολλές περιπτώσεις να εξαπατήσουν τα δικαστήρια, που τους επιδίκασαν τεράστια χρηματικά ποσά σε βάρος της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος. Μεταξύ των προσώπων που είχαν συνεργαστεί κατά τον ως άνω τρόπο με την Π. Καμπουράκη και άσκησαν σχετικές αγωγές κατά της Εθνικής τράπεζας είναι η Γ.

Γ. και τα μέλη της οικογένειάς της (βλ. αναφορά του ονόματος της Γ. Γ. στις σελ. 41, 42 και 23 των υπ' αριθμ. 1878/2015, 1421/2017 και 1843/2018 αποφάσεων αντιστοίχως). Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι, επειδή προκύπτουν γεγονότα, που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, πρέπει κατ' άρθρο 39 του ΚΠΔ, να διαταχθεί η διαβίβαση της παρούσας αποφάσεως στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...ς με τα σχετικά έγγραφα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".

Με βάση τα παραπάνω διέταξε, την, με επιμέλεια της γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού, διαβίβαση αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...ς, μαζί με αντίγραφα 1) της από 9-6-2016 (υπ` αριθμ. καταθ. 6471/2016) αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, 2) της υπ' αριθμ. 13.164/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, 3) των α) από 10-11-2017 (υπ` αριθμ.

καταθ. 115.127/4627/14-11-2017) εφέσεως της Γ. συζ. Α. Γ.. και του Δ. Γ., β) από 14-11-2017 (υπ' αριθμ. καταθ. 115.198/4639/15-11-2017) εφέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ε. Τ. Ε. Ανώνυμη Εταιρία, γ) από 13-11-2017 (υπ' αριθμ. καταθ. 115.208/4640/15-11-2017) εφέσεως της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία C. P. B. P. C. L. (Σ. Π. Μ. Π. Κ. Λ.), όπως μετονομάσθηκε η Τράπεζα με την επωνυμία MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, που εδρεύει στη ...

και τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία M. Ε. Τ. Α..Ε.. και δ) από 15-11-2017 (υπ' αριθμ. καταθ. 115.275/4658/15-11-2017) εφέσεως της Μ. - Ε. Μ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, 4) των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, 5) των από 11-8-2011 και 26-9-2011 αιτήσεων, 6) της από 31-10-2011 εξώδικης δηλώσεως με την από 8-11-2011 έκθεση επιδόσεώς της, 7) των εξής πλαστών εγγράφων:

α) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. G., ποσού 129.300 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 1-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ. και Ε. Α., β) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. G., ποσού 12.922.550 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ. και Δ. Γ., γ) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο S. G. & M., ποσού 12.922.550 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α.

Γ., Γ. Γ. και Α. Γ., δ) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. G., ποσού 1.271.500 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ. και Ε. Π., ε) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. G., ποσού 503.000 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Α. Γ., Β. Α., Γ. Α. και Μ.-Ε.

Α., στ) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο B. W. A. A. U., ποσού 257.631,79 δολλαρίων ΗΠΑ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ., Δ. Γ. και Α. Γ., ζ) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο FR. GOLD PREC METALS USD, ποσού 288.836,13 δολλαρίων ΗΠΑ, με ημερομηνία εντολής την 30-6-2011 και δικαιούχους τους Α.

Γ., Γ. Γ., Δ. Γ. και Α. Γ., η) της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο M. S. C. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ της M. G. A., ποσού 380.000 ευρώ, με ημερομηνία εντολής την 6-7-2011 και δικαιούχους τους Α. Γ., Γ. Γ., Δ. Γ. και Α. Γ., θ) της επιβεβαίωσης συναλλαγής πώλησης τίτλων E. G., ποσού 410.653,40 ευρώ, με ημερομηνία εκτέλεσης την 29- 4-2011 και εντολείς τους Γ.

Γ. και Δ. Γ., μέσω της Επενδυτικής Τράπεζας, 8) των από 16-11-2010, 31-12-2010, 3-1-2011, 29-4-2011 πλαστών επιβεβαιώσεων συναλλαγής και της πλαστής ανυπόγραφης κίνησης χρηματικού λογαριασμού, 9) των από 15-3-2011 τριών πλαστών βεβαιώσεων υπεραξίας, 10) της υπ' αριθμ. 1930/25-10-2016 ένορκης βεβαιώσεως δύο μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη ...ς, 11) της υπ' αριθμ. 10.478/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, 12) της υπ' αριθμ. 1878/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ...ς και των υπ' αριθμ. 1421/2017 και 1843/2018 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου ...ς.

Ορμώμενοι από τις ως άνω αναφορές και την βάσει αυτών διαβίβαση της προσβαλλόμενης απόφασης με τα άνω σχετικά έγγραφα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...ς, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της σύμβασης της Ρώμης και του άρθρου 55 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι από το ίδιο το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο δικάσας δικαστής επέδειξε εμπάθεια ως προς το πρόσωπό τους, την αιτία της οποίας αγνοούν και δεν μπορούσαν να γνωρίζουν από πριν, καθόσον ειδικότερα επέδειξε πρωτοφανή και ασυνήθιστο ζήλο, σε τρόπο ώστε όχι μόνον να απορρίψει την ένδικη αγωγή τους, αλλά να κρίνει ως αβάσιμη και άλλη εκκρεμή αγωγή τους και να χαρακτηρίσει ως εσφαλμένες και άλλες τρεις προηγούμενες αποφάσεις που τους αφορούσαν, διατάσσοντας εν τέλει την διαβίβαση αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...ς, μαζί με αντίγραφα των αναφερομένων αγωγών, εφέσεων και λοιπών αποδεικτικών εγγράφων.

Ότι η συμπεριφορά αυτή του δικάσαντος δικαστή μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο υπό την εκδοχή ότι εμφορείτο από εχθρική και μεροληπτική διάθεση έναντι των εναγόντων και συνεπώς επείχε ιδιαίτερη υπηρεσιακή υποχρέωση, εφόσον εμφορείτο από τέτοια αισθήματα, να είχε δηλώσει πάραυτα την αυτοεξαίρεσή του κατ' άρθρο 55 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Οι αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, διότι μόνη η εξενεχθείσα από τον άνω δικαστικό λειτουργό από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού κρίση αφενός μεν ότι δεν συντρέχει περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων και αφετέρου ότι προκύπτουν γεγονότα, που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, και συνακόλουθα, η κατ' άρθρο 39 του ΚΠΔ διαβίβαση της προσβαλλόμενης απόφασης με τα σχετικά έγγραφα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...ς δεν θεμελιώνει λόγο αυτοεξαίρεσης (αποχής) και ειδικότερα δεν δημιουργεί υπόνοιες μεροληψίας για τον εν λόγω δικαστικό λειτουργό σε βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ των αντιδίκων αυτών, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 55 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ενόψει και του ότι δεν εξέφερε αυτός γνώμη σε άλλη δίκη, η οποία είχε ως αντικείμενό της το ίδιο βιοτικό συμβάν μεταξύ των αυτών διαδίκων με τη δικαζόμενη υπόθεση.

Επομένως, ο προκείμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της άνω αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Καθόσον όμως αφορά τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, εφόσον γίνεται δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που αφορά μόνον αυτές, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 2301/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς κατά ένα μέρος και δη ως προς το κεφάλαιο της ένδικης από 9-6-2016 αγωγής των αναιρεσειόντων, που αφορά στην λόγω ιδίας (πρωτογενούς) αδικοπρακτικής ευθύνης των άνω αναιρεσιβλήτων και μόνον.

Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά το ανωτέρω κεφάλαιο) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.

Τα δικαστικά έξοδα των άνω διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διαδίκου (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-12-2019 αίτηση των 1) Γ. συζ. Α. Γ.. και Δ. Γ. για αναίρεση της με αριθ. 2301/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...ς, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ.-Ε. Μ..

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Αναιρεί την με αριθ. 2301/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, ως προς τις πρώτη (τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "C. P. B. P. C. L.") και τρίτη (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Τ. Ε. Ανώνυμη Εταιρία") των αναιρεσιβλήτων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των αναιρεσειόντων και της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ