Legislator Case Law & Legislation
786/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on lack of reasoning regarding adult child's expenses in debt insolvency case.

Case Number 786/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding debt insolvency. The court found that the lower court failed to provide reasoning for including the monthly expenses of an adult child in the family's total living needs calculation. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remitted to the same court for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept appeals based on lack of reasoning when the omission affects the outcome, specifically regarding the inclusion of adult family members' expenses in insolvency liquidation.

Keywords

AI generated
debt insolvency lack of reasoning adult child expenses family living needs remittal for retrial Code of Civil Procedure insolvency liquidation

Cited Legislation

AI generated
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 786 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 786/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Β. του Ι., 2) Δ. συζ. Κ. Β., το γένος Χ. Π., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος και η 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ρέλλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2013 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 347/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12222/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575 και 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ` αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα, μόνο δε αν συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο, διαδίκου.

Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της μιας ή της άλλης από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στην αρχική δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π.350/2008). Κατά την παρ.2 του άρθρου 83 ν. 4790/2021 σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Από τα προαναφερθέντα σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση του άρθρου 83 παρ. 2 ν. 4790/2021 η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον βεβαίως έχουν επισπεύσει την συζήτηση ή έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα κληθεί για την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αρ. 7358/3-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 27-12-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 115925/182/2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 2-4-2021, για την οποία είχε προσδιοριστεί αρχικά προς συζήτηση η υπόθεση και κατά την οποία ματαιώθηκε αυτή (συζήτηση) λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την παραπάνω δικάσιμο για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας λόγω της πανδημίας του κορωνοιού, προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους, εφόσον όμως είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κληθεί για την αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...", Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη, η οποία νομίμως είχε κληθεί για την αρχική δικάσιμο, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η κρινόμενη από 27-12-2019 (αρ. κατ. 115925/182/2019/31-12-2019) αίτηση αναίρεσης της, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 739 επ. Κ.Πολ.Δ.), εκδοθείσης υπ' αρ. 12222/2019 οριστικής απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ,μη αποδεικνυομένης της επικαλουμένης από το αναιρεσείον επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, την 2-12-2019,από την οποία άλλωστε δεν έχει παρέλθει προθεσμία 30 ημερών (άρθρο 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 10-1-2013 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 23/10-1-2013 αίτησή τους οι αιτούντες επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών τους προς το αναιρεσείον και την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Τράπεζα Πειραιώς (τρίτη αναιρεσίβλητη) ζήτησαν να επικυρωθεί το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, επικουρικά δε την ρύθμιση των χρεών τους, με εξαίρεση από την εκποίηση του περιγραφομένου ακινήτου συνιδιοκτησίας τους, το οποίο αποτελεί την κυρία κατοικία τους, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση και με σκοπό την απαλλαγή τους.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 347/2017 οριστική απόφαση του, δέχτηκε μερικά την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη προβαίνοντας σε ρύθμιση των χρεών των αιτούντων και σε εξαίρεση από την εκποίηση της κυρίας κατοικίας αυτών. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-2-2018 έφεση του.

Το ως Εφετείο δικάσαν πιο πάνω δικαστήριο με την με αρ. 12222/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της. Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ίδιου νόμου (ν. 3969/2010), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 ν. 4161/2013 και ισχύει από την δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Φ.Ε.Κ. 143/Α/14-6-2013) κατ' άρθρο 24 αυτού και εφαρμοζόταν στην προκειμένη περίπτωση, πριν αντικατασταθεί με την παρ. 17 άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 άρθρου 2 Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 του αυτού άρθρου και νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο." Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων..

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).Στην έννοια του προστατευόμενου μέλους εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και συνεπώς αυτός επιβαρύνεται εξ αιτίας του λόγου αυτού.

Δικαίωμα διατροφής δε, σύμφωνα με το άρθρο 1486 Α.Κ., έχει μόνον όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του. Το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμη έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 12222/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, 739 ΚΠολΔ), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι αιτούντες που γεννήθηκαν τα έτη 1968 (ο αιτών) και 1971 (η αιτούσα), είναι σύζυγοι και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο (2) παιδιά, που γεννήθηκαν τα έτη 1998 (η κόρη) και 2002 (ο υιός) μαθητής Λυκείου (ανήλικος). Είναι καθηγητές της Μέσης εκπαίδευσης με καθαρούς μηνιαίους μισθούς , 1091,736 (ο αιτών) και 972,416 (η αιτούσα) αντίστοιχα. Κατοικούν με τα παιδιά τους σε μονοκατοικία συνολικής επιφάνειας 170,74 τμ (κύριοι και βοηθητικοί χώροι) κτισμένη επί οικοπέδου, επιφάνειας 337,69 τμ, που βρίσκεται στην ..., στην οδό .... Είναι συγκύριοι της ως άνω κάθετης ιδιοκτησίας, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας...

Από την παράθεση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της Εφορίας και των δηλώσεων φόρου εισοδήματος που οι αιτούντες προσκομίζουν, προκύπτει ότι το ετήσιο εισόδημά τους κατά τα οικονομικά έτη 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 και τα φορολογικά έτη 2014 και 2015 ανερχόταν σε 20.179,66 ευρώ (αιτών), 15.708,32 ευρώ (αιτούσα), 22.203,92 ευρώ (αιτών), 16.001,41 ευρώ (αιτούσα), 21.245,20 ευρώ (αιτών), 17.019,80 ευρώ (αιτούσα), 24.693,24 ευρώ (αιτών), 17.762,11 ευρώ (αιτούσα), 25.710,64 ευρώ (αιτών), 18.677,80 ευρώ (αιτούσα), 22.174,71 ευρώ (αιτών), 17.272,24 ευρώ (αιτούσα), 19.944,89 ευρώ (αιτών), 16.310,80 ευρώ (αιτούσα), 15.664,20 ευρώ (αιτών), 11.880,63 ευρώ (αιτούσα), 15.125,70 ευρώ (αιτών), 11.793,94 ευρώ (αιτούσα), 16.752,58 ευρώ (αιτών), 11.552,09 ευρώ (αιτούσα), 17.420,47 ευρώ (αιτών), 11.549,90 ευρώ (αιτούσα), 16.736,62 ευρώ (αιτών), 11.972,67 ευρώ (αιτούσα) αντίστοιχα.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής των οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους, όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης, ληξιπρόθεσμα, και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους, κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, εκτός από τα εμπραγμάτως ασφαλισμένο στεγαστικό δάνειο που αναφέρεται πιο κάτω, του οποίου ο εντοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο εκδόσεως της παρούσας απόφασης άρθρο 6 παρ. 3 του νόμου 3869/2010 Α) Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 155.025,64 ευρώ.

Συγκεκριμένα ο αιτών οφείλει 1) στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" α) από την υπ' αρ. λογ/σμού 1/107180/00/01 του στεγαστικού δανείου που συνήφθη στις 24/05/2007, με επιτόκιο 4,9%, το ποσό των 125.717,84 ευρώ (κεφ. 98.590,726 τόκοι 27.127,126) (βλ. την από 12/06/2017 κατάσταση οφειλών του νπδδ. Η απαίτηση αυτή ασφαλίζεται με υποθήκη επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος (βλ.

το υπ' αριθμ. 3726/2012 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Σπάτων), β) από το υπ' αριθμ. λογ/σμου 21/51005/ δανείου μικροεπισκευών που συνήφθη στις 21/06/2005 με επιτόκιο 6%, το ποσό των 584,86 ευρώ (βλ. ίδια παραπάνω κατάσταση οφειλών του νπδδ), 2) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, υπό την αριθμ. 10-2078-00002169407 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό 28.722,94 ευρώ (κεφ. 28.704,82 €, τόκοι 18,126).

Η απαίτηση αυτή ασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος (βλ. ίδιο παραπάνω πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Σπάτων). Β) Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της αιτούσας ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 154.440,78 ευρώ. Συγκεκριμένα η αιτούσα οφείλει 1) στο νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" από την υπ' αρ. 1/107180/00/01 σύμβαση στεγαστικού δανείου, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυήτρια - εκ τρίτου συμβαλλόμενη στις 24/05/2007, με επιτόκιο 4,9% το ποσό των 125.717,84 ευρώ (κεφ. 98,590,72 ευρώ, τόκοι 27.127,12 ευρώ) (βλ.

την από 12.6.2017 κατάσταση οφειλών του ν.π.δ.δ.). Η απαίτηση αυτή ασφαλίζεται με υποθήκη επί της κυρίας κατοικίας της αιτούσας βλ. το υπ' αριθμ 3726/2012 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Σπάτων και 2) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, από την υπ' αριθμ. 10-2078-00002169407 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό 28.722,94 ευρώ (κεφ. 28.704,82 ευρώ τόκοι 18,12 ευρώ).

Η απαίτηση αυτή ασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας (βλ. το υπ' αρ. 3726/2012 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Σπάτων). Οι αιτούντες βρέθηκαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, χωρίς υπαιτιότητά τους, να ανταπεξέλθουν στα χρέη τους από το έτος 2012 (εισοδήματα 2013), λόγω της σοβαρής μείωσης των αποδοχών τους (βλ.

τα εκκαθαριστικά σημειώματα της Εφορείας των οικ. Ετών 2006, 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 όπου τα συνολικά ετήσια εισοδήματα των αιτούντων ανέρχονταν σε 35.887,98 ευρώ, 38.205,33 ευρώ, 38.265 ευρώ, 42.455,35 ευρώ, 44.388,44 ευρώ, 39.446,95 ευρώ, 36.255,69 ευρώ αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα μετέπειτα ετήσια εισοδήματα των, των οικον. ετών 2013, 2014 και των φορολογικών ετών 2014, 2015 και 2016,από 27.544,83 ευρώ, 26.919,64 ευρώ, 28.304,67 ευρώ, 28.970,37 ευρώ, 28.709,29 ευρώ αντίστοιχα).

Αποδείχθηκε ότι οι λόγοι που τους οδήγησαν σε δανεισμό αφορούσαν την ανάγκη για την απόκτηση κύριας κατοικίας, για την οποία έλαβαν τα δύο στεγαστικά δάνεια που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών τους. Τα σημερινά τους εισοδήματα, συγκρινόμενα με τις άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές τους και το ολοένα αυξανόμενο κόστος φορολόγησης, δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των χρεών τους.

Η αδυναμία τους οφείλεται στο ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση του συνόλου των, δανείων που έχουν λάβει, που ξεπερνά το μηνιαίο τους εισόδημα. Με βάση όσα αναφέρθηκαν, το εκτιμώμενο ελάχιστο μηνιαίο κόστος διαβίωσης των αιτούντων και των παιδιών τους, ανέρχεται σήμερα, κατά την εύλογη εκτίμηση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, περίπου στο ποσό των 1700 ευρώ μηνιαίως για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, για διατροφή, θέρμανση, ΔΕΗ, ύδρευση κλπ, λαμβανομένων υπόψη και των αυξανόμενων δαπανών μετακίνησης και μετάβασης στον τόπο της εργασίας των, (ο αιτών από ...

στα ... και η αιτούσα από την ... στα ...), όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτόμενου στην ουσία του τρίτου λόγου της εφέσεως, καθώς το υποδεικνυόμενο από την ΕΛΣΤΑΤ όριο διαβίωσης των 1.347 ευρώ δεν ευσταθεί στην υπό κρίση υπόθεση. Επομένως απομείνει προς διάθεση προς τους πιστωτές ποσό 320 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση τα παραπάνω το ως Εφετείο δίκασαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση των αιτούντων και ρυθμίστηκαν οι οφειλές τους όπως σε αυτή αναφέρεται.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν.3869/2010 καθόσον οι περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες δεν δικαιολογούν επαρκώς το συμπέρασμα, ότι συντρέχει στην περίπτωση των αιτούντων μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους, με βάση τη σχέση ρευστότητας προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, λαμβανομένης υπόψη και της ανάγκης κάλυψης των βιοτικών αναγκών και δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει την συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής των αιτούντων στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν.3869/2010, υπολογίζει την ρευστότητα που διαθέτουν σε σχέση με τις οφειλές τους. Συγκεκριμένα όσον αφορά στην ρευστότητα, αναφέρεται στο εισόδημά τους, σταθμιζόμενο με το σύνολο των μηνιαίων δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους, τις οποίες εκτιμά στο ποσό των 1700 ευρώ μηνιαία, συμπεριλαμβάνοντας όμως στο ύψος αυτό και τις δαπάνες για την κάλυψη των αναγκών, του ηλικίας 21 ετών, ήδη ενηλίκου και κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τέκνου τους, οι οποίες μηνιαίες δαπάνες εμφανίζονται, κατά το αντίστοιχο μέρος, αυξημένες, χωρίς να αιτιολογεί, αν και για ποιο λόγο θεωρεί το ενήλικο τούτο τέκνο των αιτούντων προστατευόμενο κατά τον νόμο μέλος, ώστε να είναι δυνατός ο συνυπολογισμός των μηνιαίων εξόδων του στο σύνολο των βιοτικών αναγκών της οικογένειας.

Έτσι όμως δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος των διατάξεων που εφαρμόστηκαν δια του υπολογισμού της πραγματικής ρευστότητας των αιτούντων σε σχέση με τις οφειλές τους, που συναρτάται αναγκαίως και με το σύνολο των μηνιαίων δαπανών για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, γεγονός που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και μάλιστα στο ζήτημα της περιέλευσης τους σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπροθέσμων οφειλών τους, διότι η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του και οι οποίες δαπάνες αν εμφανίζονται αυξημένες σε σχέση με τις πραγματικές δαπάνες δεν δίδουν την αληθινή εικόνα της ρευστότητας του οφειλέτη.

Επομένως τα υποστηριζόμενα με τον πρώτο αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγο ως και τα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας για την λήψη υπόψη των βιοτικών εξόδων του ενηλίκου παραπάνω τέκνου στο σύνολο των βιοτικών εξόδων της οικογένειας των αιτούντων πρέπει να γίνουν δεκτά, καθώς και οι αντίστοιχοι πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα α) των λοιπών από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, λόγων, αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης που έγινε δεκτός και αφορά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, που πλήττεται με τον λόγο αυτό.

Κατόπιν τούτου πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της (και κατά το περί δικαστικής δαπάνης κεφάλαιο της), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, διότι ανεξαρτήτως της έλλειψης σχετικού αιτήματος, η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 12222/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ