Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for missing court fee and failure to raise new substantive arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Serres, ruling the appeal inadmissible. The appellant failed to pay the required court fee, creating a procedural defect under Article 559(6) of the Code of Civil Procedure rather than Article 560(1a). Furthermore, the court rejected substantive arguments regarding violent eviction and constitutional violations because they were not raised during the prior appeal proceedings and challenged the court's non-appealable assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(6), 560(1a), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the required court fee is not paid, constituting a defect under Article 559(6) rather than Article 560(1a), and arguments challenging the court's assessment of evidence are inadmissible as they do not fall within the scope of cassation review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 786 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 786/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Β. και Δ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κοντοθανάση και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Χ. του Λ. και Σ., κατοίκου της Τοπικής Κοινότητας ..., της Δημοτικής Ενότητας ..., του Δήμου ..., της Περιφερειακής Ενότητας …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Καρπάτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ροδολίβους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 10-3- 2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 28/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών (το οποίο δίκασε ως Εφετείο). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 , 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ροδολίβους, από 10-11 -2016 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε ν' αναγνωριστεί κύριος των περιγραφομένων ακινήτων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ο οποίος τον είχε αποβάλει από αυτά, να του τα αποδώσει, επικαλούμενος παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας επ' αυτών.
Επί της αγωγής αυτής το Ειρηνοδικείο Ροδολίβους, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων εξέδωσε την υπ' αριθ. 187/2017 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 5-1-2018 έφεση, επί της οποίας το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία την υπ' αριθ. 28/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (18.3.2017), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων α' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με το πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ. Δ συνισταμένη στο ότι το εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα και όχι στην υπ'αυτού προσκομισθείσα δημόσια διαθήκη και δέχθηκε τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό περί κτήσεως κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων ακινήτων.
Με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, επικαλούμενος την πλήρη αλλοίωση του εγγράφου της διαθήκης του διαθέτη του (αναιρεσείοντος) και τη διαστρέβλωση του προσαχθέντος αποδεικτικού υλικού, με το να θεωρήσει και να κρίνει ότι ο διαθέτης του, εποιείτο χρήση των επιδίκων λόγω χρησιδανείου, ενώ από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις αυτού με τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ήταν εχθρικές και ο ισχυρισμός περί χρησιδανείου αντιφάσκει με τα παραπάνω.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, διότι, από το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (όπως στην προκείμενη περίπτωση) επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό, όπως παραπάνω αναφέρονται και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι αντίστοιχοι από τον αριθ. 12 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγοι.
Σε κάθε περίπτωση, δε, με τους λόγους αυτούς, υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.).
Ο οπό τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 Κ.Πολ., Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Τέλος, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο αυτοτελής ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας Και στις δύο δε περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη) πρέπει να αναφέρεται ποια ουσιώδη επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (Ολ.Α.Π.25/2003, 12/2000, 3/1997).
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (Α.Π. 44/2019).
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ (και όχι από το άρθ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (κατόπιν διαστρέβλωσης του αποδεικτικού υλικού) δέχθηκε, με ανεπαρκή αιτιολογία, ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος δεν απέκτησε κυριότητα με (έκτακτη) χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο, αλλά το κατείχε δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που συνήψε με τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ.5 Κ.Πολ.Δ, παραθέτει μόνο νομικές σκέψεις, ως προς την έννοια του όρου "πράγματα", γεγονός που καθιστά και τον λόγο αυτό, επίσης, απαράδεκτο ως αόριστο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α του Κ.Πολ.Δ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 1/2016). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.
ΑΠ 28/1998, ΑΠ 403/2019).
Με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, μέμφεται την προσβαλλόμενη, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ , ότι παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθ. 249 Α.Κ, περί παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντα αναιρεσιβλήτου, χωρίς όμως να παραθέτει τις σχετικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να κριθεί αν παραβιάσθηκε ή όχι η πιο πάνω διάταξη.
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα στη πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π 24/1992).
Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών ( Α.Π 74/2019,ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011).
Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 6 Κ.Πολ Δ (και όχι 19 όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) της έλλειψης νόμιμης βάσης συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες, και, ειδικότερα, ότι κατά τρόπο τελείως αναιτιολόγητο δεν δέχθηκε την άσκηση νομής και κατοχής διανοία κυρίου επί σειρά τριάντα και πλέον ετών από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος επί των επιδίκων και εδέχθη τον ισχυρισμό περί καταρτίσεως άτυπης συμβάσεως χρησιδανείου μεταξύ του τελευταίου και του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των κανόνων δικαίου που παραβιάστηκαν, ποιες είναι οι ανεπάρκειες και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνονται στην απόφαση ώστε να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες, ενώ η διαφορετική εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων, στην οποία προβαίνει με το λόγο αυτό, εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου κατ' άρθ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.
Στο άρθρο 560 αρ. 1 β ΚΠολΔ, στοιχειοθετείται αναιρετικός λόγος για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή, των αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση. (Ολ. ΑΠ 8/2005).
Με τους τρίτο και τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους της αίτησης αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτούς, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ.1 περ.β του Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία όποιος συντάσσει και υποβάλλει στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία φορολογική δήλωση Ε9, που περιέχει τ' ακίνητα ιδιοκτησίας του, ενεργεί με διάνοια κυρίου, δεδομένου μάλιστα ότι η δήλωση αυτή συνεπάγεται επιβολή στον δηλούντα φορολογούμενο ΕΤΑΚ, ΦΑΠ και ΕΝΦΙΑ και είναι τεκμήριο φοροδοτικής ικανότητας, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να μην για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 974, 976, 983, 1051, 1872 παρ. 1, 1846, 1045 και 249 Α.Κ. περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος με έκτακτη χρησικτησία και περί παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα περιστατικά, δεν αποτελούν, κατά την προαναφερόμενη έννοια, διδάγματα κοινής πείρας.
Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ (και 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, για αποφάσεις Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων), ενώ αν συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, στηρίζονται στο άρθρο 559 αρ. 19 ή 560 αρ.6 Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα (Α.Π 1610/2007).
Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως, σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως, από την άποψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 25/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος, δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο, την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος.
Εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι ο νομέας ή κάτοχος, κατά το χρόνο έγερσης αυτής και δεν είναι ανάγκη να νέμεται για τον εαυτό του, ούτε να αφαιρέσει τη νομή του διεκδικουμένου από τον ίδιο τον ενάγοντα. Για τη νομιμοποίηση, δηλαδή, του εναγομένου στην πιο πάνω αγωγή, αρκεί ότι αυτός νέμεται ή απλά κατέχει το πράγμα κατά το χρόνο της εγέρσής της.
Ο εναγόμενος πρέπει να εξακολουθεί κατά την έγερση της αγωγής να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα. Αν έπαυσε πριν από την έγερση της αγωγής να το νέμεται ή να το κατέχει, δεν νομιμοποιείται παθητικά και η αγωγή τότε πρέπει να εγερθεί κατά του τωρινού νομέα ή κατόχου. Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος και η απόδοση του πράγματος σ' αυτόν.
Για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής κατά τα άρθρα 68 και 216 ΚΠολΔ αρκεί για τη νομιμοποίηση του εναγομένου η επίκληση της νομής ή κατοχής του, χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό ως π.χ. τίτλος δυνάμει του οποίου κατέχει ο εναγόμενος. Αν από τις αποδείξεις προκύψει ότι ο εναγόμενος δεν είναι υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης, ήτοι ότι δεν είναι νομέας ή κάτοχος του διεκδικουμένου ακινήτου, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επιδίκου δικαιώματος και όχι για έλλειψη νομιμοποίησης.
Έτσι, αν ο εναγόμενος επί διεκδικητικής αγωγής αντιτάξει ότι δεν είναι νομέας, ούτε κάτοχος του διεκδικουμένου ακινήτου, δεν συνιστά ο ισχυρισμός αυτός ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (Α.Π 24/1992, Α.Π 554/2016).
Με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου και με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις που διέπουν την παθητική νομιμοποίησή του με το να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της υπ'αριθ. 187/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ροδολίβους, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε αυτός κύριος των επίδικων ακινήτων και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος (αναιρεσείων) να του τα αποδώσει.
Ενώ, κατά τα αναφερόμενα στους παραπάνω λόγους, το Εφετείο έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος και ν'απορρίψει την ένδικη αγωγή ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως του, διότι με την υπ' αριθ. 126/2014 (αμετάκλητη κατά τον αναιρεσείοντα) απόφαση του Ειρηνοδικείου Ροδολίβους, όπως έγινε δεκτό και με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνωρίστηκε κυρία των επιδίκων η σύζυγος του αναιρεσείοντος -εναγόμενου, Ε.
Π., με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άτυπης δωρεάς, των πιο πάνω ακινήτων, σ'αυτή από τον αδελφό του αναιρεσιβλήτου Ν. Χ., το έτος 1989. Οι λόγοι αυτοί, που αφορούν σε αρνητικό ισχυρισμό και όχι σε ένσταση, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, γιατί αφορούν στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δέχθηκε μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος έχει καταστεί κύριος των επιδίκων ακινήτων με τον αναλυτικά περιγραφόμενο στην απόφαση παράγωγο τρόπο και ότι η νομή αυτών παρέμεινε στον ίδιο, ο οποίος παραχώρησε, λόγω χρησιδανείου, στον αδελφό του Ν.
Χ. μόνο την κατοχή των πιο πάνω ακινήτων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μη μπορεί να χρησιδεσπόσει επ' αυτών μέχρι το θάνατο του το έτος 2015; ούτε να τα περιλάβει στην υπ' αριθ. …/2013 δημόσια διαθήκη του, διότι είχαν εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας του. Οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, σε κάθε περίπτωση, διότι είναι αντιφατικοί, σε σχέση με τον αναφερόμενο στο προεισαγωγικό μέρος του αναιρετηρίου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο ίδιος, η σύζυγος και τα τέκνα του έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά από την πιο πάνω διαθήκη του Ν.
Χ., δυνάμει της από 13/2/2017 έκθεσης αποδοχής κληρονομιάς, με βάση το υπ' αριθ. 12 πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας του Ειρηνοδικείου Ροδολίβους, που έχουν μεταγράψει νόμιμα με το υπ'αριθ. πρωτ. … και …/…-2-2017 πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Ροδολίβους.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο οποίος ταυτίζεται με αυτόν του άρθρου 560 αριθ.1α Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ως κανόνας δε ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνος, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (ΑΠ 608/2008).
Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/42 και η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 11 του ν.δ. 4189/1961, 70 παρ. 3 και 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 και το άρθρο 21 του ν. 4055/2012, διότι οι διατάξεις αυτές εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, που καθορίζουν, ως προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, την προηγούμενη καταβολή δικαστικού ενσήμου, στις οριζόμενες σ’ αυτές υποθέσεις, στο πλαίσιο όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, αλλά του δικονομικού δικαίου, ήτοι των κανόνων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σε περίπτωση μη καταβολής του οφειλόμενου δικαστικού ενσήμου ο ενάγων θεωρείται, ότι δικάζεται ερήμην και, συνεπώς σε περίπτωση παράβασης αυτών, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνον ο από τον αριθ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1485/2018). Στη περίπτωση όμως αυτή, θα πρέπει η άκυρη ερημοδικία να χώρησε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και όχι σε προηγούμενη συζήτηση του εφετείου ή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Α.Π 708/2008) Με το πρώτο σκέλος του έβδομου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ.1 α Κ.Πολ.Δ, διότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4, 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, παρά την μη καταβολή του απαιτουμένου τέλους δικαστικού ενσήμου για το αντικείμενο της διαφοράς, δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, λόγω της ερημοδικίας του ενάγοντος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον στην περίπτωση μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1α' αλλά από το άρθρο 559 αριθ.6 του Κ.Πολ.Δ, περίπτωση που δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (όπως στην προκείμενη περίπτωση).
Με το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4, 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, όσον αφορά την βίαιη αναγκαστική αποβολή, στην οποία προέβη ο αναιρεσείβλητος εναντίον του, τόσο από τα επίδικα ακίνητα όσο και από το τμήμα του οικοπέδου, ενώ είχε λάβει απόγραφο της υπ' αριθ. 187/2017 πρωτόδικης (προσωρινά εκτελεστής) απόφασης του Ειρηνοδικείου Ροδολίβους, μόνο για το οικόπεδο. Ο ως άνω λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις που προβάλλονται με αυτόν δεν είχαν προβληθεί με τους λόγους έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 5-1-2018 δικογράφου της.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος} σε σχέση με πραγματικά περιστατικά που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει ο ίδιος από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκείμενη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 10-3-2019 αίτηση για αναίρεση της 28/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 18-3-2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σερρών. Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του που υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολ.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.3.2019 αίτηση του Π. Π. του Β., για αναίρεση της 28/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης