Legislator Case Law & Legislation
786/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional and substantive grounds regarding animal release and contract disputes.

Case Number 786/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's suit. The appellant argued the lower court exceeded jurisdiction and ignored relevant documents regarding animal release and service contracts. The court found the lower court correctly applied the law and considered all evidence, rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 564, 559, 94 of the Code of Civil Procedure; Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of Law 3463/2006: An appeal is rejected when the appellate court has properly exercised its jurisdiction and evaluated the evidence without violating substantive or procedural laws.

Keywords

AI generated
appeal dismissal excess of jurisdiction substantive review court costs civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 94, paragraphs 1, 2 and 3 of the Constitution
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 904, 300 and 281 of the Civil Code
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281, paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 113/2016 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 786 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 786/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ-ΟΤΑ) με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φιλιππόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 999/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1745/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη από 19-10-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1745/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 999/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 9-7-2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατ' αυτού.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω , απορριπτομένου του ,προβληθέντος με τις προτάσεις, ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί αποδοχής της προσβαλλομένης απόφασης με την καταβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος του καταψηφιστικώς επιδικασθέντος με την προσβαλλομένη απόφαση ποσού των 36945,02 ευρώ την 29-12-2016, μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αφού μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου η παραίτηση η ενέχουσα αποδοχή της απόφασης πρέπει να γίνεται ρητά, κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους και δεν μπορεί να γίνει σιωπηρώς (ΑΠ 113/2016), η δε καταβολή του άνω ποσού από τον αναιρεσείοντα έγινε προδήλως για την αποφυγή της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.

Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559αρ 4 ΚΠοΛΔ, λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας στοιχειοθετείται όταν το πολιτικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεως, η οποία κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία πλην άλλων, των διοικητικών δικαστηρίων .

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ.1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ.2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ.3).

Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.

Επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (Α.Ε.Δ.18/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ.2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων, περιελήφθησαν στα εδάφια ί και ία αυτής οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά τις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση, καθώς και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (Ν.Δ.356/1974 ΦΕΚ 90).

Ειδικότερα, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.

Έτσι, συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, 28/2011, Ολ.ΑΠ 8/2000, 7/2001, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 1523/2013).

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 4 ΚΠοΛΔ. Σχετικά με το άνω γεγονός το εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής : "Στην προκειμένη περίπτωση με την από 09-07-2010 αγωγή του (αρ.κατ.δικ: .../23-07-2010) ο ενάγων εκθέτει ότι κατόπιν διενέργειας ανοικτού δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού, με βάση την απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του εναγόμενου ...

με αρ. ...-08-2007, που είχε εγκριθεί με την απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής με αρ.πρωτ, .../30-08-2007, αναδείχθηκε ανάδοχος για την εκτέλεση της εργασίας "Παροχή υπηρεσιών φιλοξενίας αδέσποτων ζώων σε κυνοκομείο" συνολικού προϋπολογισμού 350.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Ότι ακολούθως, δυνάμει της σύμβασης παροχής υπηρεσιών με αρ.

πρωτ. .../01-10-2007 ο εναγόμενος Δήμος του ανέθεσε και εκείνος ανέλαβε την υποχρέωση να φιλοξενεί κάθε ζώο στο ξενοδοχείο μικρών ζώων με το δ.τ "..." που ο ίδιος διατηρούσε στο Δημοτικό Διαμέρισμα Ελαιώνα του ... και να μεριμνά για την διατροφή, την καθαριότητα, την τακτική εξωτερική αποπαρασίτωση και την καθημερινή ιατρική παρακολούθηση τους.

Ότι η διάρκεια της σύμβασης ήταν ορισμένη και αφορούσε στο χρονικό διάστημα από 01-10-2007 έως 30-09-2008, η δε αμοιβή του ενάγοντος για τις παρεχόμενες υπηρεσίες ορίστηκε ημερησίως στο ποσό των 4,50 ευρώ χωρίς ΦΠΑ για κάθε φιλοξενούμενο ζώο και συνολικά στο ποσό των 347.004 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%. Ότι, μετά τη λήξη της σύμβασης στις 30-09-2008, έλαβε χώρα προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και των αρμοδίων φορέων του εναγομένου ΝΠΔΔ για την παράταση της ισχύος της με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο.

Ότι σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας, ο ενάγων εξακολούθησε να φιλοξενεί τα αδέσποτα ζώα και να τους εξασφαλίζει τις κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης με δικές του δαπάνες μέχρι και τον Νοέμβριο του 2009. Ότι, αν και ο ενάγων εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από την ανωτέρω προφορική συμφωνία, ο ... δεν του κατέβαλε το συμφωνημένο τίμημα που ανερχόταν σε 199.147,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, για τις υπηρεσίες Απριλίου - Δεκεμβρίου όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται αναλυτικά ανά μήνα, ημέρα, αριθμό ζώων και ημερήσιο κόστος στην αγωγή.

Περαιτέρω, επικαλούμενος ο ενάγων την ακυρότητα της προφορικής παράτασης της σύμβασης, μεταξύ αυτού και του εναγομένου ΝΠΔΔ, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου εγγράφου συστατικού τύπου, ισχυρίζεται ότι το τελευταίο κατέστη αδικαιολόγητα, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερο σε βάρος του, αποφεύγοντας να καταβάλει την αντίστοιχη αμοιβή σε άλλον, στον οποίο θα ανέθετε την παροχή των ιδίων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση.

Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν του περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να του καταβάλει το ποσό των 25.313,09 ευρώ, που αντιστοιχούν στο οφειλόμενο για τον μήνα Ιούλιο 2009 ποσό, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα αυτού, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β] να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 173.834,04 ευρώ, νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα, οπότε το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται από 11-6- 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητος πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ.ΑΠ 138/1966).

Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2 1993, Ολ.ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ.2 του ίδιου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ.1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010).

Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ.ΑΠ 7/2001, 8/2000).

Με βάση τα ανωτέρω και το περιεχόμενο της αγωγής ως προαναφέρθηκε, η κρινόμενη αγωγή υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών Δικαστηρίων, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα σε αυτήν, αλλά και από το περιεχόμενο της ληξάσης έγγραφης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, στους όρους της οποίας κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παρέπεμψαν οι διάδικοι με την μεταγενέστερη προφορική τους συμφωνία, η τελευταία δεν διέπεται από εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς, ούτε από συμβατικές ρήτρες που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και εξασφαλίζουν στο Δήμο άσκηση δημόσιας εξουσίας και υπερέχουσα θέση έναντι του εφεσιβλήτου, όπως απαιτείται για τον χαρακτηρισμό της ως διοικητικής και τη συνακόλουθη στοιχειοθέτηση αρμοδιότητας των διοικητικών Δικαστηρίων".

Οι παραπάνω ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές του εφετείου δικαιολογούν την εκτίμησή του ότι αντικείμενο της δίκης αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγόμενη εντεύθεν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο αναιρετική αιτίαση να αξιολογείται ως αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ23/2008). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων - προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σοφής και ορισμένη επίκληση αυτών, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 9/2000).

Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομιστεί, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (ΑΠ 360/2008).Περαιτέρω το άρθρο 559 αρ 11 γ ΚπολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο ...δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.

Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003). Δεν είναι "πράγματα" όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/ 2008).

Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ12/1991), έστω και εάν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ358/2017).

Εξάλλου, η παράβαση του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠολΔ "μη κήρυξη απαραδέκτου από το δικαστήριο συμπορεύεται με τη διάταξη του αρ 8 του ίδιου άρθρου στην περίπτωση που λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προβλήθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναίρεσης στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 128/2008).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται ως προς το πρώτο σκέλος του ότι το εφετείο, προκειμένου να κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αξίωση του αναιρεσιβλήτου έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις ενώπιον του (άρθρο 559 αρ 11β ΚΠοΛΔ και όχι ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και ειδικότερα ότι αναφέρεται σ'αυτές αορίστως "όλα τα προσαγόμενα κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία σχετικό μου έγγραφα (σχετ.3-20) όπως αναφέρονται στις πρωτόδικες προτάσεις μου" και με το δεύτερο σκέλος ότι καίτοι με την προσθήκη -αντίκρουση των προτάσεων του προέβαλε το λόγο ότι η επίκληση των άνω αποδεικτικών εγγράφων δεν ήταν νόμιμη το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτόν τον ισχυρισμό του για να μην λάβει αυτά υπόψη του.

Από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του εφετείου ο αναιρεσίβλητος προκύπτει αφενός μεν ότι πέραν των αναφερομένων σχετικών στην τρίτη σελίδα των προτάσεων του αναφέρει στο υπ'αριθ 9 αυτών "όλα τα προσαγόμενα κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία σχετικά μου έγγραφα (σχετ.3-20) όπως αναφέρονται στις πρωτόδικες προτάσεις μου" και στη συνέχεια ενσωματώνει τις πρωτόδικες προτάσεις του στις κατατεθείσες ενώπιον του εφετείου, έτσι ώστε να αποτελούν ένα σύνολο, όπου και περιέχονται τα άνω σχετικά.

Εξάλλου, η προσβαλλομένη απόφαση κατά την ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση της περιλαμβάνει τις εξής παραδοχές: "Από το σύνολο των εγγράφων που αμφότεροι οι διάδικοι προσκομίζουν νομίμως και επικαλούνται αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την με αριθμό ...-05-2006 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του ..., που διαβιβάσθηκε στην Περιφέρεια Αττικής με το με αρ.

πρωτ ...19- 05-2006 έγγραφο του ..., με την οποία εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε το από 03-05-2006 πρακτικό διενέργειας ανοικτού δημόσιου διαγωνισμού της Δημαρχιακής Επιτροπής του ... με σφραγισμένες προσφορές, με συμπλήρωση τιμολογίου και αξιολόγηση με κριτήριο κατακύρωσης την χαμηλότερη τιμή για την ανάδειξη αναδόχου εκτέλεσης του έργου "Παροχή υπηρεσιών φιλοξενίας αδέσποτων ζώων σε κυνοκομείο" ο εφεσίβλητος-ενάγων αναδείχθηκε ανάδοχος εκτέλεσης του ως άνω έργου συνολικής κατά τον προϋπολογισμό της με αρ 5Κ/06 μελέτης δαπάνης 350.000 ευρώ [συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ], με ημερήσια αμοιβή ποσού 3,99 ευρώ [μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ] για τη φιλοξενία κάθε ζώου, στο ξενοδοχείο μικρών ζώων με το διακριτικό τίτλο "...", που ο εφεσίβλητος-ενάγων διαθέτει και την άδεια λειτουργίας ενδιαιτήματος μικρών ζώων στη θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελαιώνα του ....

Με την από 09-06-2006 με αριθμό πρωτ ... σύμβαση παροχής υπηρεσιών ο εκκαλών - εναγόμενος ... ανέθεσε στον εφεσίβλητο - ενάγοντα την εκτέλεση του ως άνω έργου στην τιμή των 341.863,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, σύμφωνα με την από 03-05-2006 υποβληθείσα προσφορά του σε βάρος των σχετικών πιστώσεων του οικείου προϋπολογισμού του ..., η διάρκεια της οποίας ορίστηκε για χρονικό διάστημα ενός έτους αρχόμενη από την έναρξη εκτέλεσης την 09-06-2006 και λήγουσα την 08-06-2007.

Στη συνέχεια με την με αριθμό ...-08-2007 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του ..., που διαβιβάσθηκε στην Περιφέρεια Αττικής με το με αρ. πρωτ. .../10/8/2007 έγγραφο του ... και εγκρίθηκε με την με αριθμό πρωτ .../30-08-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε το από 17-07-2007 πρακτικό διενέργειας ανοικτού δημόσιου διαγωνισμού της Δημαρχιακής Επιτροπής του ...

με σφραγισμένες προσφορές, με συμπλήρωση τιμολογίου και αξιολόγηση με κριτήριο κατακύρωσης την χαμηλότερη τιμή για την ανάδειξη αναδόχου εκτέλεσης του έργου "Παροχή υπηρεσιών φιλοξενίας αδέσποτων ζώων σε κυνοκομείο" ο εφεσίβλητος-ενάγων αναδείχθηκε ανάδοχος εκτέλεσης του ως άνω έργου συνολικής κατά τον προϋπολογισμό της με αρ 20/07 μελέτης δαπάνης 350.000 ευρώ [συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ], με ημερήσια αμοιβή ποσού 4,50 ευρώ [μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ] για τη φιλοξενία κάθε ζώου, στο ανωτέρω ξενοδοχείο - ενδιαίτημα μικρών ζώων με το διακριτικό τίτλο " ...", που διατηρεί ο εφεσίβλητος-ενάγων.

Με την από 01-10-2007 με αριθμό πρωτ ... σύμβαση παροχής υπηρεσιών ο εκκαλών - εναγόμενος ... ανέθεσε στον εφεσίβλητο-ενάγοντα την εκτέλεση του ως άνω έργου στην τιμή των 347.004,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ σύμφωνα με την από 17-07-2007 υποβληθείσα προσφορά του σε βάρος των σχετικών πιστώσεων του οικείου προϋπολογισμού του ..., η διάρκεια της οποίας ορίστηκε για χρονικό διάστημα ενός έτους αρχόμενη από την έναρξη εκτέλεσης την 01-10-2006 και λήγουσα την 30-09-2008.

Στο πιο πάνω αντάλλαγμα περιλαμβανόταν η παραμονή των ζώων στα ενδιαιτήματα του ξενοδοχείου μικρών ζώων του εφεσίβλητου-ενάγοντος, η φροντίδα διατροφής και καθαριότητας τους, η τακτική εξωτερική αποπαρασίτωση τους για λόγους υγιεινής καθώς και η καθημερινή ιατρική παρακολούθηση τους. Η αμοιβή του εφεσιβλήτου-ενάγοντος καταβαλλόταν από τον Εργοδότη ... , με βάση συγκεντρωτική πιστοποίηση της αρμόδιας υπηρεσίας στο τέλος κάθε μήνα, με έκδοση χρηματικού εντάλματος από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου εντός δέκα ημερών από το πέρας του πιστοποιούμενου μήνα.

Κατά την λήξη της από 01-10-2007 σύμβασης με τον ... την 30-09-2008 ο εφεσίβλητος-ενάγων φιλοξενούσε στο ξενοδοχείο μικρών ζώων, που διαθέτει συνολικά 214 ζώα, τα οποία συνέχισε να φιλοξενεί παρά το γεγονός ότι είχε λήξει η ισχύς της έγγραφης σύμβασης του, κατόπιν προφορικής συμφωνίας με' τα αρμόδια όργανα του Δήμου, παρέχοντας σε αυτά όλα όσα προέβλεπε η ως άνω έγγραφη σύμβαση, στα οποία περιλαμβανόταν η παραμονή των ζώων στα ενδιαιτήματα του, η φροντίδα διατροφής και καθαριότητας τους, η τακτική εξωτερική αποπαρασίτωση τους για λόγους υγιεινής, καθώς και η καθημερινή ιατρική παρακολούθηση τους, με δαπάνες του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, λόγω της λήξεως της ως άνω έγγραφης σύμβασης.

Ο αριθμός των φιλοξενούμενων ζώων κατά το χρονικό διάστημα από 30-09-2008 έως 30-11-2009 αυξομειωνόταν, είτε λόγω νέων αφίξεων είτε με υιοθεσίες ζώων και ο τελικός αριθμός των ζώων που παρέμειναν στο ως άνω ξενοδοχείο την 30-11-2009 ανερχόταν σε 159. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον εκκαλούντα-εναγόμενο ΔΗΜΟ, ο εφεσίβλητος ενάγων υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του τις συγκεντρωτικές καταστάσεις των μηνών Απριλίου έως και Νοεμβρίου 2009, δηλαδή συνολικά οκτώ μηνών, από τις οποίες προκύπτουν αναλυτικά τα υπάρχοντα ζώα, το σύνολο αυτών που παρελήφθησαν, το σύνολο αυτών που παρεδόθησαν, οι τυχόν θάνατοι, τα πιστοποιητικά κτηνιάτρου, το τελικό σύνολο ζώων που παραμένουν καθώς και το κόστος αυτών κατά ημέρα, η συνολική καθαρή αξία, το ΦΠΑ και το συνολικό ποσό εκάστης ημέρας κατά μήνα.

Για κάθε μία από τις ως άνω συγκεντρωτικές καταστάσεις ο εφεσίβλητος-ενάγων έλαβε τις κάτωθι βεβαιώσεις παροχής υπηρεσιών από τον Δήμο, υπογεγραμμένη από τον Αντιδήμαρχο Διοικητικού αυτού Ν. Λ..

Συνεπώς, από τις ως άνω καταστάσεις προκύπτει ότι για το χρονικό διάστημα από 01-04-2003 έως 31-11-2009 ο εκκαλών-εναγόμενος Δήμος έπρεπε να καταβάλει στον εφεσίβλητο - ενάγοντα το συνολικό ποσό των 199.147,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ για το ως άνω παρασχεθέν έργο, το οποίο ο ... αρνείται να καταβάλει παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα - εφεσίβλητου.

Τόσο από τις ως άνω καταστάσεις, όσο και από τις με αριθμό πρωτ .../04-06-2009 και .../04-12-2009 βεβαιώσεις παροχής υπηρεσιών του ..., που υπογράφει ο Ν. Λ. Αντιδήμαρχος Διοικητικού, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος, μετά από προφορική συμφωνία με τον εκκαλούντα Δήμο, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του, φιλοξένησε το επίδικο χρονικό διάστημα για λογαριασμό του Δήμου το ευρισκόμενα εις το ενδιαίτημα του ζώα του Δήμου και παρείχε τις αντίστοιχες ως άνω υπηρεσίες.

Ο εκκαλών - εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ποσοστό 50% περίπου των ζώων, που φιλοξενήθηκαν στις εγκαταστάσεις του εφεσίβλητου, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν αδέσποτα, επειδή ήταν ηλικίας έως δύο μηνών [κουτάβια], πλην όμως τέτοια διάκριση δεν προκύπτει ούτε από τις προϊσχύουσες έγγραφες συμφωνίες των διαδίκων, σε κάθε δε περίπτωση το εκκαλούν δεν ισχυρίζεται ότι τέτοιο διάκριση προβλεπόταν από οποιονδήποτε συμβατικό όρο ή προφορική συμφωνία, ενώ τέτοια διάκριση δεν προβλέπεται ούτε από τις διατάξεις του ισχύοντος κατά τον επίδικο χρόνο Ν. 3170/2003, κατά το άρθρο 1 περ β του οποίου αδέσποτο είναι κάθε ζώο συντροφιάς, το οποίο είτε δεν έχει κατοικία είτε βρίσκεται έξω από τα όρια της κατοικίας του ιδιοκτήτη ή συνοδού, χωρίς να γίνονται διακρίσεις ηλικίας ζώου, ή τις διατάξεις της με αριθμό 280239/2003 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας [ΦΕΚ 1712Β/2003], που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 7 του ανωτέρω νόμου 3170/2003.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο εκκαλών-εναγόμενος ότι η παραλαβή των αδέσποτων από τον εφεσίβλητο ενάγοντα δεν γινόταν νομότυπα, επειδή τα σχετικά δελτία παράδοσης παραλαβής δεν έφεραν τις υπογραφές εκπροσώπου του Δήμου κτηνιάτρου, εκπροσώπου φιλοζωικής οργάνωσης, ούτε τις υπογραφές της επιτροπής περισυλλογής αδέσποτων του Δήμου, όμως η τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων ως προϋπόθεση της εγκυρότητας της παροχής του έργο φιλοξενίας των ζώων δεν προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου 3170/2003 και της 280239/2003 υπουργικής απόφασης, ούτε από τους όρους των προαναφερόμενων έγγραφων συμφωνητικών, στους οποίους στην συνέχεια παρέπεμψαν οι διάδικοι με την προφορική τους συμφωνία.

Συνεπώς, αμφότεροι οι ως άνω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι [πρβλ και την με 134/2016 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου], όπως απορριπτέος είναι και ο συνδεόμενος με αυτούς τους ισχυρισμούς 1γ λόγος έφεσης. Απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο εφεσίβλητος- ενάγων αρνήθηκε την παράδοση των ζώων και συνεπώς ο ίδιος κατέστη υπερήμερος, αφού ως προκύπτει από το σχετικό από 21-05- 2010 πρακτικό επιτροπής παραλαβής αδέσποτων ζώων, ο ...

το πρώτον προέβη στην ενέργεια για την παραλαβή και μεταφορά των ζώων σε έτερο κυνοκομείο την 21-05-2010, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του επίδικου της αγωγής και σε χρόνο που ήδη είχαν γεννηθεί οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος - εφεσιβλήτου. Σε κάθε δε περίπτωση αποδεικνύεται ότι η μη παραλαβή και μεταφορά των ζώων από το ενδιαίτημα του ενάγοντος στο ενδιαίτημα του κτηνιάτρου Π.

Π., ο οποίος αναδείχθηκε ανάδοχος στην συνέχεια μετά την διενέργεια ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού δυνάμει της με αριθμό …2009 απόφασης του ..., δεν έλαβε χώρα από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, αλλά επειδή δεν ενέκρινε την μεταφορά αυτή η Διεύθυνση Κτηνιατρικής Αγροτικού ..., διότι σύμφωνα με το με αριθμό ...-04-2010 έγγραφο αυτής, δεν εγκρίνεται η μεταφορά αυτή στο ενδιαίτημα του Π.

Π. στο ..., διότι δεν διαθέτει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια βάσει του νόμου 3170/2003. Τέλος απορριπτέος ως ουσιαστικό αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος θα μπορούσε να αφήσει ελεύθερα στη φύση μετά τον εμβολιασμό τους τα ζώα που φιλοξενούσε αφού τέτοια υποχρέωση για αυτόν δεν προέκυπτε από τις μεταξύ τους έγγραφες συμφωνίες και στην συνέχεια προφορική συναφθείσα συμφωνία.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Για τους ίδιους λόγους αλλά και με βάση όσα αποδείχθησαν κατά τα ανωτέρω απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι 1] τόσο ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος - εφεσίβλητου στην επελθούσα σε αυτόν ζημία (ΑΚ 300) σε ποσοστό 95% που προβάλει ο εκκαλών-εναγόμενος με τον τρίτο λόγο της έφεσης του, 2] όσο και ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής [281 ΑΚ ] που στηρίζεται στους ίδιους ως άνω ισχυρισμούς.

Συνεπώς, απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι είναι και οι συνδεόμενοι με αυτούς τους ισχυρισμούς δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ως άνω προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο έως και Νοέμβριο του 2009, είναι άκυρη σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, λόγω μη τήρησης του έγγραφου συστατικού τύπου σύμφωνα με το Ν.

Δ 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ". Πλην όμως ο εναγόμενος-εκκαλών Δήμος κατέστη από το παρασχεθέν έργο του ενάγοντα αδικαιολογήτως πλουσιότερος, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, και επομένως υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας, η οποία και σώζεται εις χείρας του εκκαλούντος-εναγομένου, συνισταμένη στην αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλον εργολάβο, με τον οποίο θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση και αυτός θα εκτελούσε το ίδιο έργο κατά την ίδια ημερομηνία και με τις αυτές περιστάσεις.

Η ωφέλεια δε αυτή ανέρχεται στο ποσό των 199.147,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και α) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.313.09 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου ΝΠΔΔ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 173.834,04 ευρώ νομιμοτόκως για αμφότερα τα κονδύλια, από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής [ΑΕΔ 7/2011] και με νόμιμο τόκο 6% ετησίως [ άρθρα 276 παρ 3 Ν. 3463/2006,7 παρ 2 Ν.Δ496/1974".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε νόμιμη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο των ανωτέρω αναφερομένων εγγράφων και επομένως, ο σχετικός λόγος ο οποίος σύμφωνα με τα αναφερόμενα εκτιμάται ως λόγος εκ του αριθ 11β και όχι γ ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά την επίκληση από μέρους του στον ίδιο λόγο παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ 8 και 14 ΚΠοΛΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού των άνω εγγράφων έγινε νόμιμη επίκληση και το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του, απόρριψαν σιγή τον ισχυρισμό του περί μη νόμιμης επίκλησής τους από τον αναιρεσίβλητο .

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 89/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δετού δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 651/2010).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ον και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των, ποίον δηλαδή το ελλείπον στοιχείον που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Ο δε αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι χωρίς αιτιολογία δέχθηκε το εφετείο ως νόμιμη την επίκληση των εγγράφων του αναιρεσίβλητου και στη συνέχεια τα αγωγικά του κονδύλια και απέρριψε τους αντίθετους ισχυρισμούς του χωρίς κάποιο νομικό συλλογισμό και αιτιολογία καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθμ. ...

σχετικά έγγραφά του ήτοι τις από 12-4- 2010, 7-5-2010 και 9-7-2010 εξώδικες δηλώσεις - διαμαρτυρίες του, όπου σαφώς προκύπτει η αξίωσή του περί παραδόσεως των αδέσποτων και μάλιστα στην από 7-5-2010 εξώδικη δήλωση του, συγκοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο το υπ' αριθ. πρωτοκ. ...28-4-2010 έγγραφο της Ν.Α Αττικής, σύμφωνα με το οποίο αφ' ενός το ενδιαίτημα του κ.

Π., ήταν νόμιμα σδειοδοτημένο, αφ' ετέρου το επικαλούμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα με αριθ. ...2010 της Κτηνιατρικής υπηρεσίας Θηβών, ήταν έγγραφο αναρμοδίου οργάνου, διότι το ενδιαίτημα του κ. Π. ευρίσκετο στο ... (ήτοι αρμοδιότητας Περιφέρειας Αττικής) και σε κάθε περί ήταν νόμιμα αδειοδοτούμενο από του έτους 2003 και εντεύθεν, καταλήγοντας έτσι στην παρεμπίπτουσα κρίση του, ότι "δεν εγκρίνεται η μεταφορά αυτή στο ενδιαίτημα του Π.

Π. στο ..., διότι δεν διαθέτει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια βάσει του νόμου 3170/2003" Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της όλα τα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και συνακόλουθα και τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα ,είναι ανεξάρτητο βεβαίως πως εκτίμησε αυτά, ελλείψεις δε αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ26/2004).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) όταν στην απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Α.Π, 338/2016). Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 1039/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, κατά την ερμηνεία της μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου σύμβασης παρέβη τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δεν διαπίστωσε κάποιο κενό προκειμένου να χαρακτηρίσει την υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1β ν3170/2003 "Αδέσποτα ζώα συντροφιάς είναι κάθε ζώο συντροφιάς το οποίο είτε δεν έχει κατοικία είτε βρίσκεται έξω από τα όρια της κατοικίας του ιδιοκτήτη του ή συνοδού του και δεν τελεί υπό την άμεση επίβλεψη και τον έλεγχο ιδιοκτήτη ή συνοδού..." ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 7 αρ 4 παρ γ "Οι σκύλοι που παραμένουν στο καταφύγιο, εφόσον σύμφωνα με τη γνωμάτευση του κτηνιάτρου του καταφυγίου κρίνονται υγιείς, επιτρέπεται να επαναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον, με απόφαση της αρμόδιας δημοτικής ή κοινοτικής αρχής εντός των διοικητικών τους ορίων και κατά προτίμηση στην περιοχή από όπου περισυνελέγησαν αφού προηγουμένως σημανθούν, καταγραφούν και υποβληθούν σε αποπαρασιτισμό, εμβολιασμό και στείρωση ...".

Με το δεύτερο σκέλος του άνω λόγου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο παρέβη τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1, 11, 14 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ισχυρίζεται τα εξής: "διότι εάν έκρινε ορθά και νόμιμα θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή του αντιδίκου, άλλως να δεχθεί ότι τα αδέσποτα δεν ήταν περισσότερα από εξήντα (60) και όχι 180 που ισχυρίζεται αναποδείκτως ο αντίδικος και δέχθηκε η προσβαλλόμενη, αφού προέκυπτε εκ της υπ' αριθμ.πρωτ. .../1-10-2007 διοικητικής συμβάσεως με τον αντίδικο, ισχύουσα μέχρι 30-9- 2008, στην β'σελίδα αυτής υπό στοιχείο (δ) αναφέρεται στην ....δ.

την με αριθμό επιτροπής (βλ. προσαγόμενο έγγραφο No 7- εκ αριθμητικής παραδρομής αναφέρεται ως υπ' αριθμ....2009 πράξη), η οποία διαβιβάσθηκε στην περιφέρεια και εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.α.π .../30-8-07 απόφαση του γ.γ. Περιφέρειας Αττικής...Όμως όπως αποδεικνύεται και προκύπτει εκ της υπ' αριθμ. ...2007 απόφασης της δημαρχιακής επιτροπής η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ως άνω υπ' αριθμ. ... /2007 διοικητικής συμβάσεως, στην εν λόγω ...2007 απόφαση, ρητά και κατηγορηματικά, αποφασίσθηκε η απ' ευθείας ανάθεση στον αντίδικο, για την περισυλλογή και φιλοξενία εξήντα (60) αδέσποτων ζώων από την πλατεία της … και την παραλία, τη σύνταξη και υπογραφή της σύμβασης και στη συνέχεια την επανένταξη των ζώων στο φυσικό περιβάλλον ".Άλλως και διότι σε κάθε περίπτωση δεν ερμηνεύθηκαν ορθά οι διατάξεις του ν. 3170/1993, σύμφωνα με τις οποίες τα αδέσποτα ζώα(όχι τα κουτάβια) μετά τον εμβολιασμό τους και τα οποία ο δήμος μας είχε εκ του νόμου (ν3170/1993) υποχρέωση περισυλλογής, φροντίδας, στείρωσης και επαναφοράς στο χώρο τους μπορούσαν να αφεθούν ελεύθερα στη φύση τους και ουδείς λόγος προς φύλαξη αυτών υπήρχε.

Άλλωστε η διατυπωθείσα πρόθεση των αρμοδίων ήταν να αφεθούν τα ζώα ελεύθερα στη φύση τους......Τέλος διαλαμβάνει στην κρίση του το υπ' αριθμ. ...-4-2010 έγγραφο του Αγροτικού ..., ενώ με την υπ' αριθμ. .../24-4-2010 έγγραφο - βεβαίωση του αρμοδίου οργάνου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αττικής [του οποίου έλαβε γνώση ο αντίδικος με την από 7-5-2010 εξώδικη δήλωση], προκύπτει και αποδεικνύεται οτι ο κος Π.

ήταν νόμιμα αδειοδοτημένος, η δε επικαλούμενη από τον αντίδικο βεβαίωση της αναρμόδιας κτηνιατρικής υπηρεσίας Βοιωτίας, δεν είχε καμία απολύτως ισχύ και δόθηκε δι' ευνόητους λόγους στον αντίδικο με σκοπό να μην παραληφθούν τα ζώα από την αρμόδια επιτροπή του Δήμου μας, η οποία είχε μεταβεί στις εγκαταστάσεις του αντιδίκου".

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν 3170/2003 προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να αφεθούν τα ζώα ελεύθερα στη φύση τους είναι να υπάρχει απόφαση της αρμόδιας δημοτικής αρχής και κάτι τέτοιο δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ως εκ τούτου με τις άνω παραδοχές του το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου το v.3170/2003 και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .

Εξάλλου, από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της όλα τα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, τα δε υποστηριζόμενα παραπάνω από τον αναιρεσείοντα πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο άνω λόγος αναίρεσης κατά τα λοιπά στοιχεία πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος .

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται αφενός μεν ότι το εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠοΛΔ δεν έλαβε υπόψη του τα εξής έγγραφα: την υπ' αριθ. ...-5-2006 απόφαση της Δημαρχικής επιτροπής του ... σε συνδυασμό και με την από 9-6-2006 με αριθ. πρωτοκ. ... σύμβαση παροχής υπηρεσιών, τη νέα ετήσια σύμβαση, υπ' αριθ. ... /1-10-2007 για παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών από 1- 10-2007 μέχρι 30-9-2008, οπότε και έληξε και δεν ανανεώθηκε για τους λόγους που αναφέρομε κατωτέρω, καθόσον ο δήμος προκήρυξε νέο ανοικτό διαγωνισμό την υπ' αριθ. ...2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Γλυφάδας, κατόπιν της υπ' αριθμ. ...2009 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής αυτού και αναδείχθηκε ανάδοχος ο διαγωνιζόμενος κτηνίατρος κ. Π., την οποία ο αντίδικος δεν αποδέχθηκε και προσέφυγε στη Δ/νση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για την ακύρωση της πράξεως, ισχυριζόμενος αβασίμως όπως αποδείχθηκε, ότι δήθεν ο ανάδοχος δεν είχε άδεια λειτουργίας.

Από τις άνω παραδοχές την προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της και εκτίμησε όλα τα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα από τους διαδίκους και συνακόλουθα και τα ανωτέρω. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .

Τέλος, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (άρθ.559 αρ.1 και 19) τα άρθρο 904, 300 και 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης το δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις. Απορριπτομένης της ένδικης αναίρεσης στο σύνολο της θα πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθ 176, 183, 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-10-2016 αναίρεση κατά της 1745/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια τριακόσια πενήντα (1350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ