Supreme Court allows appeal against lower court failure to address good faith breach claim regarding contract termination and termination damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's failure to address the appellant's claim that the defendants breached the principle of good faith by suing after agreeing to terminate employment contracts with full compensation. The appellant argued that the defendants negotiated a settlement for termination but later filed a lawsuit for breach of contract, violating ethical principles. The Court found the lower court committed a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure by omitting this substantive argument in its judgment. Consequently, the appeal was accepted, the lower decision was annulled, and the case was remitted to a different judge at the Court of First Instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: The Court of First Instance commits a procedural error if it fails to address substantive arguments raised by the parties regarding the breach of good faith principles or contractual termination, necessitating the annulment of the decision and remittal of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 786 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 786/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Μαλλιαρίτση, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Γ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 4) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Δ. Τ. του Ζ., κατοίκου ..., 6) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 7) Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Ε. Σ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 9) Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 10) Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 11) Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 12) Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 13) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 14) Τ.Μ. του Κ. Μ., κατοίκου ..., 15) Β.Μ. του Ν., κατοίκου ..., 16) Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 17) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 18) Α. Κ. του Γ., 19) Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 20) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 21) Α. Γ. του Γ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 6ος, 7ος, 9ος, 10ος, 11ος, 13ος, 16ος, 17ος, 19ος, 20ος και 21ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά που κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (5ος, 8ος, 12ος, 14ος, 15ος και 18ος) δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/3/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εκθέσεις επιδόσεως: α) υπ’ αριθ. ...12.5.2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Π. Ζ., β) υπ’ αριθ. .../11.6.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Δ., μετά των συνημμένων φύλλων της …2015 της εκδιδομένης στην Αθήνα ημερήσιας εφημερίδας "..." και της …2015 της εκδιδομένης στην Αθήνα επίσης ημερήσιας εφημερίδας "...", γ) υπ’ αριθ. .../14.5.2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θήβας Κ.
Α., δ) υπ’ αριθ. .../13.5.2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Π. Ζ., ε) υπ’ αριθ ...19.5.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Θ. Α. και στ) υπ’ αριθ .../11.6.2015 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Δ., μετά των συνημμένων φύλλων της ….2015 της εκδιδομένης στην Αθήνα ημερήσιας εφημερίδας "..." και της …2015 της εκδιδομένης στην Αθήνα επίσης ημερήσιας εφημερίδας "...", προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 24.11.2015, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο της 19.1.2016, στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 17.5.2016 και ακολούθως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (28.2.2017), επιδόθηκε στους πέμπτο, όγδοο, δωδέκατο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο όγδοο, των αναιρεσιβλήτων με την επιμέλεια του, παραδεκτά διορισθέντος, πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, Γ.
Μ.. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η Οδηγία 75/129, η οποία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 100 της Συνθήκης της ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 100 της Συνθήκης Ε.Κ., τώρα άρθρο 94 Ε.Κ.), αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης εντός της κοινότητας. Ως "ομαδικές απολύσεις", κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδ.
α’ της οδηγίας αυτής, νοούνται οι απολύσεις που πραγματοποιούνται από ένα εργοδότη για ένα ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εφόσον ο αριθμός των απολύσεων ανέρχεται, ανάλογα με την επιλογή των κρατών μελών, στις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις. Κατά δε την παράγραφο 2 εδ.
δ’ του ίδιου άρθρου 1 η παρούσα Οδηγία δεν εφαρμόζεται επί των εργαζομένων που θίγονται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως. Το άρθρο της εν λόγω Οδηγίας προβλέπει ορισμένες υποχρεώσεις του εργοδότη που προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις.
Κατ’ αρχάς ο εργοδότης αυτός υποχρεούται να προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, οι οποίες αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως των ομαδικών απολύσεων, καθώς και τις δυνατότητες αμβλύνσεως των συνεπειών τους. Επίσης, προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να υποβάλουν εποικοδομητικές προτάσεις, ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί στους εκπροσώπους των εργαζομένων κάθε χρήσιμη πληροφορία και, σε κάθε περίπτωση, να τους ανακοινώνει εγγράφως τους λόγους των απολύσεων, τον αριθμό των υπό απόλυση εργαζομένων, τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων, καθώς και την περίοδο μέσα στην οποία πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι απολύσεις.
Το άρθρο 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας (75/129) ορίζει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί εγγράφως στην αρμόδια αρχή κάθε σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση. Η κοινοποίηση πρέπει να περιέχει κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με τη σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση, και τις διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, που προβλέπονται στο άρθρο 2, και ιδίως τους λόγους της απολύσεως, τον αριθμό των υπό απόλυση εργαζομένων, τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων και την περίοδο μέσα στην οποία πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι απολύσεις.
Οι ομαδικές απολύσεις το σχέδιο των οποίων έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια αρχή ισχύουν, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας, το νωρίτερο 30 ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 1. Η Οδηγία 75/129 τροποποιήθηκε με την Οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992 (EEL 245, σ. 3), κατόπιν της εγκρίσεως του κοινοτικού χάρτη των θεμελιωδών κοινοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Στρασβούργο στις 9ης Δεκεμβρίου 1989.
Η τροποποίηση αυτή περιλαμβάνει κυρίως την επέκταση των προβλεπομένων στο άρθρο 2 της Οδηγίας 75/129 υποχρεώσεων του εργοδότη σε θέματα ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Στο πλαίσιο της τροποποίησης επήλθε κατάργηση του στοιχείου δ’ του άρθρου 1 παράγρ. 2 της Οδηγίας 75/129 και προστέθηκε, μετά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας, το ακόλουθο εδάφιο : "Εντούτοις, τα κράτη - μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι, στην περίπτωση ενός σχεδίου ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, ο εργοδότης υποχρεούται να το κοινοποιήσει γραπτώς στην αρμόδια δημόσια αρχή μόνον κατόπιν αιτήσεώς της".
Οι τροποποιήσεις που επέφερε η Οδηγία 92/56 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τους νόμους 2736/1999 και 2874/2000. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 της Οδηγίας 92/56 προθεσμία μεταφοράς των εν λόγω τροποποιήσεων στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε την 24η Ιουνίου 1994. Περαιτέρω από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μη εφαρμογή της Οδηγίας είναι δυνατή μόνον όταν η διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως και ότι σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ιδίως όταν η οριστική διακοπή των δραστηριοτήτων της οικείας επιχειρήσεως αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη και θεμελιώνεται σε εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως ή άλλες, οι απορρέουσες από την Οδηγία 75/129 υποχρεώσεις του εργοδότη παραμένουν στο ακέραιο (απόφαση Δ.Ε.Κ.
από 7ης Σεπτεμβρίου 2006, ΑΠ 1681/2007). Εξάλλου με το νόμο 1387/1983 "έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις", ο οποίος αποτελεί μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, θεσπίζεται ειδική διαδικασία για την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων, η οποία εξασφαλίζει α) την πλήρη πληροφόρηση των εργαζομένων σχετικά με τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις, β) στάδιο διαβουλεύσεων του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και γ) σε περίπτωση ασυμφωνίας των μερών αποφασιστική παρέμβαση της διοικητικής αρχής.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού, ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επομένης παραγράφου.
Το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. γ’ ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατόπιν πρωτόδικης απόφασης. Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους. 2.
Ο εργοδότης οφείλει α) να γνωστοποιήσει εγγράφως στους εκπροσώπους των εργαζομένων τους λόγους, για τους οποίους σχεδιάζει να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις, τον αριθμό εκείνων που θέλει να απολύσει κατά φύλο, ηλικία και ειδικότητα και τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί και β) να παρέχει κάθε πληροφορία που μπορεί να τους διευκολύνει στη διατύπωση εποικοδομητικών προτάσεων. 3.
Αντίγραφα των εγγράφων αυτών υποβάλλονται από τον εργοδότη στο Νομάρχη και τον Επιθεωρητή Εργασίας. Τέλος κατά το άρθρο 5 παρ. 1 η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων.
Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3. 2. Εάν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν αφού περάσουν δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας κατά περίπτωση. 3.
Εάν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του παραπάνω πρακτικού και αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία του φακέλλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, την κατάσταση της επιχείρησης καθώς και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, μπορεί είτε να προτείνει για είκοσι ακόμη ημέρες τις διαβουλεύσεις ύστερα από αίτηση ενός των ενδιαφερομένων μερών, είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζομένων απολύσεων. 4.
Ο εργοδότης μπορεί να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις στην έκταση που καθορίζει η απόφαση του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας. Αν δεν εκδοθεί τέτοια απόφαση μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται στην έκταση που δέχθηκε ο εργοδότης κατά τις διαβουλεύσεις. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων λόγω οριστικής παύσεως της λειτουργίας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως η οποία αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη και θεμελιώνεται σε εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως, χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση, ο εργοδότης αυτός πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, υποχρεούται να προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, οι οποίες αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως των ομαδικών απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών (ΔΕΚ αποφάσεις C-187/2005 έως C-190/2005, ολ.ΑΠ 39/2007, ΑΠ 1681/2007).
Επίσης, υποχρεούται να τους γνωστοποιεί εγγράφως τους λόγους των απολύσεων, τον αριθμό των υπό απόλυση εργαζομένων κατά φύλο, ηλικία και ειδικότητα και τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί και να τους παρέχει κάθε πληροφορία προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να υποβάλουν εποικοδομητικές προτάσεις.
Αντίγραφα δε των εγγράφων αυτών υποχρεούται ο εργοδότης να υποβάλει στο Νομάρχη ή τον Επιθεωρητή Εργασίας. Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας. Σε περίπτωση που υπάρξει ή δεν υπάρξει συμφωνία του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ακολουθείται η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 του πιο πάνω νόμου 1387/1983 (ΑΠ 1681/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν 1387/1983 ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση του νόμου αυτού είναι άκυρες (ΑΠ 1541/2011). Τέλος κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (ολ.ΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αιτήσεως αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία "... ΑΕ" διατηρεί από ετών στη θέση "..., σε εγκαταστάσεις που μισθώνει από την εταιρία ...
ΑΕ, αποθήκη προϊόντων ξηρού φορτίου, με την οποία εξυπηρετείται το δίκτυο καταστημάτων της (...). Τη διαχείριση - λειτουργία της αποθήκης ξηρού φορτίου η ως άνω εταιρεία "... ΑΕ" είχε αναθέσει, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, δυνάμει σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών στην εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "... ...", η οποία ανέλαβε την εκτέλεση του ως άνω έργου με δικό της εξοπλισμό και προσωπικό.
Αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης, ήταν η παραλαβή στον προαναφερθέντα αποθηκευτικό χώρο των προϊόντων του αποθηκευτού ("... ΑΕ"), η ταξινόμηση ανά είδος και κωδικό, η φύλαξη, η προετοιμασία των παραγγελιών των καταστημάτων (...) του ομίλου και η παράδοση των εμπορευμάτων των παραγγελιών στα μεταφορικά μέσα, φορτηγά αυτοκίνητα συνεργατών του αποθηκευτού, τα οποία θα τα μετέφεραν στα ως άνω καταστήματα.
Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έκαστος των εναγόντων προσλήφθηκε και απασχολήθηκε από την εναγομένη στην ως άνω αποθήκη μέχρι την 31.5.2012. Ειδικότερα: 1) Ο πρώτος ενάγων (Γ. Κ.) από 13.1.2003 με την ειδικότητα του ελεγκτή παραλαβών και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.259,08 ευρώ κατά την 31.5.2012, 2) η δευτέρα ενάγουσα (Β.
Μ.) από 10.2.2003 ως υπάλληλος γραφείου και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.205,73 ευρώ, 3) ο τρίτος ενάγων (Γ. Ι.) από 29.7.2002 ως βοηθός αποθήκης και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 995 ευρώ, 4) ο τέταρτος ενάγων (Ε. Κ.) από 17.3.2005 ως βοηθός χειριστή κλαρκ και ήδη από 22.5.2012, έχοντας λάβει σχετική άδεια, που είχε καταθέσει ως χειριστής κλαρκ και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.225 ευρώ, 5) ο πέμπτος ενάγων (Δ.
Τ.) από 11.6.2004 ως βοηθός αποθήκης και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 955 ευρώ, 6) ο έκτος ενάγων (Σ. Μ.) από 2.12.2002 ως ελεγκτής προετοιμασίας και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.275 ευρώ, 7) ο έβδομος ενάγων (Χ. Μ.) από 2.9.2002 ως βοηθός αποθήκης και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.119,75 ευρώ, 8) ο όγδοος ενάγων (Ε. Σ. Θ.) από 11.3.2008 ως βοηθός αποθήκης και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 955 ευρώ, 9) ο ένατος ενάγων (Δ.
Μ.) από 1.2.2002 ως εργοδηγός και μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.281 ευρώ, 10) ο δέκατος ενάγων (Β. Μ.) από 6.10.2002, ως ελεγκτής παραλαβών και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.224,17 ευρώ, 11) ο ενδέκατος ενάγων (Π. Μ.) από 6.9.2004 ως ελεγκτής παραλαβών και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 977,17 ευρώ, 12) ο δωδέκατος ενάγων (Χ. Κ.) από 27.5.2002 ως εργοδηγός και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.286,61 ευρώ, 13) ο δέκατος τρίτος (Κ.
Π.) από 20.1.2003 ως βοηθός χειριστή κλαρκ και ήδη από 22.5.2012, έχοντας λάβει σχετική άδεια, που είχε καταθέσει ως χειριστής κλαρκ και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.190 ευρώ, 14) ο δέκατος τέταρτος (Τ. Μ.) από 27.8.2007 ως βοηθός αποθήκης και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.080 ευρώ, 15) ο δέκατος πέμπτος (Β. Μ.) από 1.7.2005 ως βοηθός αποθήκης και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 997,50 ευρώ, 16) ο δέκατος έκτος ενάγων (Ι.
Μ.) από 1.7.2005 ως χειριστής κλαρκ και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.301,62 ευρώ, 17) ο δέκατος έβδομος ενάγων (Α. Μ.) από 9.6.2013 ως εργοδηγός και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.281 ευρώ, 18) ο δέκατος όγδοος ενάγων (Α. Κ.) από 7.7.2008 ως αποθηκάριος παραλ. φορτίων και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 977,16 ευρώ, 19) ο δέκατος ένατος ενάγων (Β.
Τ.) από 21.1.2008 ως βοηθός αποθήκης και με μεικτές μηνιαίες 912,50 ευρώ, 20) ο εικοστός ενάγων (Α. Τ.) από 2.9.2004 ως χειριστής κλαρκ και μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.115,68 ευρώ και 21) ο εικοστός πρώτος ενάγων (Α. Γ.) από 11.4.2005 ως χειριστής κλαρκ και με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 1.208,65 ευρώ. Στο τέλος Οκτωβρίου 2011, έξι δηλαδή μήνες πριν από την συμβατική λήξη της σύμβασης με την οποία η "...
ΑΕ" είχε αναθέσει τη διαχείριση-λειτουργία της ως άνω αποθήκης ξηρού φορτίου στην εναγόμενη, η "... ΑΕ" κάνοντας χρήση σχετικού συμβατικού όρου, κατήγγειλε την σύμβαση, εν συνεχεία κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού ανέθεσε από 1.6.2012 το ως άνω έργο, δυνάμει της από 5.4.2012 σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών στην εταιρία με την επωνυμία "..." η οποία ανέλαβε την, εκτέλεσή του (έργου) με δικό της εξοπλισμό και προσωπικό.
Έτσι η εναγόμενη λόγω διακοπής της συνεργασίας με την "... ΑΕ", την 31.5.2012 κατήγγειλε ομαδικά τις συμβάσεις εργασίας τόσο των εναγόντων όσο και άλλων 55 συναδέλφων τους, ήτοι συνολικά 76 (=21+55) εργαζομένων από τους συνολικά 80 στην ως άνω εκμετάλλευση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, παρότι γνώριζε την επικείμενη διακοπή της συνεργασίας της "...
ΑΕ", δεν προχώρησε πριν τις καταγγελίες σε διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζόμενους που προβλέπει ο ν. 1387/1983, αν και οι τελευταίοι κατ’ επανάληψη της το ζήτησαν ακόμη και εγγράφως με εξώδικα που της απέστειλαν. Επομένως, οι εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης από 31.5.2012 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων είναι άκυρες (άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 1387/1983), παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων περί ακυρότητας.
Και τούτο γιατί έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3, 4 και 5 του Ν. 1387/1983 που προβλέπουν υποχρέωση του εργοδότη πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η οποία επίσης είχε κρίνει άκυρες για τον ίδιο λόγο τις καταγγελίες των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο και τα εξής ακόμη περιστατικά:
Ως άκυρες δε οι καταγγελίες θεωρούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ σαν να μην έγιναν, η δε εναγόμενη που δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων κατέστη υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας τους και τους οφείλει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.6.2012 μέχρι 14.3.2013 (χρόνο συζήτησης της αγωγής).
Ήτοι: 1) στον πρώτο ενάγοντα (Γ. Κ.) 11.838,35 ευρώ, 2) στην δευτέρα ενάγουσα (Β. Μ.) 11.333,85 ευρώ, 3) στον τρίτο ενάγοντα (Γ. Ι.) 9.352,98
ευρώ, 4) στον τέταρτο ενάγοντα (Ε. Κ.) 11.514,99 ευρώ, 5) στον πέμπτο ενάγοντα (Δ. Τ.) 8.976.99
ευρώ, 6) στον ενάγοντα (Σ. Μ.) 11.985 ευρώ, 7) στον έβδομο ενάγοντα (Χ. Μ.) 10.525,65 ευρώ, 8) στον όγδοο ενάγοντα (Ε. Σ. Θ.) 8.976,99 ευρώ, 9) στον ένατο ενάγοντα (Δ. Μ.) 12.041,40 ευρώ, 10) στο δέκατο ενάγοντα (Β. Μ.) 11.507,19 ευρώ, 11) στον ενδέκατο ενάγοντα (Π. Μ.) 9.185,40 ευρώ, 12) στο δωδέκατο ενάγοντα (Χ. Κ.) 12.088,38 ευρώ, 13) στο δέκατο τρίτο ενάγοντα (Κ.
Π.) 11.185,98 ευρώ, 14) στο δέκατο τέταρτο ενάγοντα (Τ. Μ.) 10.152 ευρώ, 15) στο δέκατο πέμπτο ενάγοντα (Β. Μ.) 9.376,50 ευρώ, 16) στο δέκατο έκτο ενάγοντα (Ι. Μ.) 12.235,20 ευρώ, 17) στο δέκατο έβδομο ενάγοντα (Α. Μ.) 12.041,40 ευρώ, 18) στο δέκατο όγδοο ενάγοντα (Α. Κ.) 9.185,28 ευρώ, 19) στο δέκατο ένατο ενάγοντα (Β. Τ.) 8.577,48 ευρώ, 20) στον εικοστό ενάγοντα (Α.
Τ.) 10.487,37 ευρώ και 21) στον εικοστό πρώτο ενάγοντα (Α. Γ.) 11.361,30 ευρώ. Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης που αυτή πρότεινε παραδεκτά πρωτόδικα και επαναφέρει και τώρα με αυτοτελή λόγο έφεσης, ότι ενάγοντες, κατά κατάχρηση δικαιώματος, παρέμειναν άνεργοι, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να βρουν άλλη εργασία, στην οποία θα μπορούσαν να απασχοληθούν λόγω της εξειδίκευσής τους, με σκοπό να εισπράττουν απ’ αυτήν μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι λόγω των συνθηκών στην αγορά εργασίας (μηδαμινή ζήτηση) και των ειδικοτήτων τους δεν ήταν δυνατόν να βρουν άλλη εργασία παρά τις προσπάθειές τους.
Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε σιωπηρά τον παραπάνω ισχυρισμό, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, αν και με ελλιπή αιτιολογία, την οποία το παρόν δικαστήριο παραδεκτά αντικαθιστά με την ορθή και πλήρη (ΚΠολΔ 534), ο δε σχετικός λόγος έφεσης της εναγόμενης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο η εναγομένη επανέφερε ενώπιόν του ένσταση συμψηφισμού της αποζημιώσεως που είχε καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητο, στις ως άνω οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, ως αποδοχές υπερημερίας τα εξής ποσά: 1) Στον πρώτο (Γ.
Κ.) τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα ευρώ και εβδομήντα λεπτά (4.490,70), 2) στη δευτέρα (Β. Μ.) τέσσερις χιλιάδες τριακόσια ευρώ και σαράντα λεπτά (4.300,40), 3) στον τρίτο (Γ. Ι.) οκτώ χιλιάδες και είκοσι τρία ευρώ και οκτώ λεπτά (8.023,08), 4) στον τέταρτο (Ε. Κ. εννέα χιλιάδες εννιακόσια εξήντα ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτά (9.960,99), 5) στον πέμπτο (Δ.
Τ.) επτά χιλιάδες εξακόσια ενενήντα ευρώ (7.690), 6) στον έκτο (Σ. Μ.) τέσσερις χιλιάδες εξακόσια τριάντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (4.637,50), 7) στον έβδομο (Χ. Μ.) οκτώ χιλιάδες ενιακόσια πενήντα επτά ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτά (8.957,85), 8) στον όγδοο (Ε. Σ. Θ.) οκτώ χιλιάδες τριακόσια οκτώ ευρώ και σαράντα τέσσερα λεπτά (8.308,44), 9) στον ένατο (Δ.
Μ.) τρεις χιλιάδες και εβδομήντα τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (3.074,40), 10) στον δέκατο (Β. Μ.) τέσσερις χιλιάδες τριακόσια εξήντα έξι ευρώ και δέκα εννέα λεπτά (4.366,19), 11) στον ενδέκατο (Π. Μ.) τέσσερις χιλιάδες εξακόσια είκοσι πέντε ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτά (4.625,28), 12) στον δωδέκατο (Χ. Κ.) τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια εξήντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά (4.860,88), 13) στον δέκατο τρίτο (Κ.
Π.) εννέα χιλιάδες επτακόσια εξήντα ένα ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτά (9.761,58), 14) στον δέκατο τέταρτο (Τ. Μ.) εννέα χιλιάδες τριακόσια ενενήντα έξι ευρώ (9.396), 15) στον δέκατο πέμπτο (Β. Μ.) επτά χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (7.980) ευρώ, 16) στον δέκατο έκτο (Ι. Μ.) τέσσερις χιλιάδες εξακόσια σαράντα δύο ευρώ και σαράντα δύο λεπτά (4.642,42), 17) στον δέκατο έβδομο (Α.
Μ.) τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια εξήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα λεπτά (4.568,90), 18) στον δέκατο όγδοο (Α. Κ.) έξι χιλιάδες εννιακόσια πέντε ευρώ και είκοσι τέσσερα λεπτά (6.905,24), 19) στον δέκατο ένατο (Β. Τ.) επτά χιλιάδες εννιακόσια τριάντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτά (7.938,78), 20) στον εικοστό (Α. Τ.) πέντε χιλιάδες διακόσια ογδόντα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτά (5.280,75) και 21) στον εικοστό πρώτο (Α.
Γ.) πέντε χιλιάδες επτακόσια είκοσι ευρώ και ενενήντα τέσσερα λεπτά (5.720,94). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 του ν. 1387/1983. Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω στον ίδιο λόγο αιτιάσεις κατά τις οποίες αποδείχθηκε ότι οι απολύσεις των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν ομαδικές αλλά συμφωνημένες και ότι στην πραγματικότητα έγινε διαβούλευση με τους αναιρεσιβλήτους πριν από τις καταγγελίες των συμβάσεων, είναι απαράδεκτες διότι με αυτές αποδίδονται πλημμέλειες που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Δεν ιδρύεται λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (ΑΠ 49/2013). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, για να καταλήξει στο ανωτέρω αναφερόμενο πόρισμά της, με το οποίο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε στην κατ’ έφεση δίκη και συγκεκριμένα:
α) δελτίο εργατικής διαφοράς του ... υπ’ αριθ. 7, Απριλίου - Μαΐου 2012, β) την ...2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ειρηνοδίκη Θηβών του Ι. Ρ., γ) την ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου κατάθεση του πρώτου των εναγόντων και δ) την από 11.3.2012 επιστολή των εναγόντων, μετά του παραρτήματος με τα ονόματα των εναγόντων που απολύθηκαν.
Από την υπάρχουσα όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, την ανωμοτί εξέταση του πρώτου ενάγοντος που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, τις αναφερόμενες στην απόφαση ένορκες βεβαιώσεις μεταξύ των οποίων και η αναφερομένη από την αναιρεσείουσα ανωτέρω και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.
Ο εργοδότης, όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 80/2009). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 200/2014, 11/2014). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 200/2014, 11/2014).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του (ΑΠ 534/2014, 259/2014).
Το Εφετείο σε σχέση με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, διότι από οκνηρία και δόλο παρέλειψαν να εργασθούν σε άλλον εργοδότη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός της εναγόμενης που αυτή πρότεινε παραδεκτά πρωτόδικα και επαναφέρει και τώρα με αυτοτελή λόγο έφεσης, ότι οι ενάγοντες, κατά κατάχρηση δικαιώματος, παρέμειναν άνεργοι, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να βρουν άλλη εργασία, στην οποία θα μπορούσαν να απασχοληθούν λόγω της εξειδίκευσής τους, με σκοπό να εισπράττουν απ’ αυτήν μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι λόγω των συνθηκών στην αγορά εργασίας (μηδαμινή ζήτηση) και των ειδικοτήτων τους δεν ήταν δυνατόν να βρουν άλλη εργασία παρά τις προσπάθειές τους".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο εκφραζόταν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης για τη μη αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού ως αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του, συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την υπόθεση ζήτημα της καταχρηστικότητας του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν αποδοχές υπερημερίας και δεν απαιτείτο να αναφέρει επί πλέον ποιες ήταν οι συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι για εξασφάλιση εργασίας, αν ήταν εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ, ως άνεργοι και τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβησαν για αναζήτηση εργασίας και ποια εργασία θα μπορούσαν να μετέλθουν.
Από την διαλαμβανομένη δε στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τ’ αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, την ανωμοτί εξέταση του πρώτου ενάγοντος που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, τις αναφερόμενες στην απόφαση ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δέχθηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις προσκομισθείσες ως άνω αποδείξεις.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τους αρ. 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά την αιτίασή του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν απάντησε στον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για αναζήτηση αποδοχών υπερημερίας, είναι επίσης αβάσιμος, αφού με την ανωτέρω σκέψη του το Εφετείο απάντησε στον ισχυρισμό απορρίπτοντάς τον.
Ως προς την ειδικότερη αναφορά ότι δεν απάντησε το Εφετείο στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ίδια προσέφερε στους αναιρεσιβλήτους εργασία στην εκμετάλλευση ψυχρού φορτίου, την οποία αρνήθηκαν, για να ωφεληθούν τις αποδοχές υπερημερίας ο ίδιος λόγος είναι και πάλι αβάσιμος, αφού η προσφορά αυτή κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας έγινε πριν από τις καταγγελίες των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, πριν δηλαδή αυτή περιέλθει σε υπερημερία και δεν επαναλήφθηκε και μετά την υπερημερία, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αξιώσεως για αποδοχές υπερημερίας.
Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του π.δ. 178/2002 και του άρθρου 479 ΑΚ, με την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της "..." με το διακριτικό τίτλο "...", ως διαδόχου της στην εκμετάλλευση του ξηρού φορτίου για λογαριασμό της "... ΑΕ", είναι απαράδεκτος αφενός μεν διότι η αίτηση αναίρεσης δεν στρέφεται κατά της εν λόγω εταιρείας, αφετέρου δε, διότι προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού και στην περίπτωση αποδοχής της αγωγής κατά της εταιρίας αυτής η ίδια η αναιρεσείουσα δεν απαλλάσσεται των έναντι των αναιρεσιβλήτων υποχρεώσεών της.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με συνοπτική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της και ανάπτυξη στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, ως ασκουμένης καταχρηστικά, διότι οι ενάγοντες, ενώ τους πρότεινε, όταν έγινε γνωστό ότι η "...
ΑΕ", δεν συναινούσε στην ανανέωση της μεταξύ τους συμβάσεως, μετά τη λήξη της κατά την 31.5.2012, να μεταφερθούν στην όμορη εκμετάλλευση ψυχρού φορτίου, με τους ίδιους όρους των συμβάσεών τους που ίσχυαν κατά την απασχόλησή τους στην λήγουσα εκμετάλλευση ξηρού φορτίου, αυτοί διαπραγματεύονταν με την διάδοχό της στην εκμετάλλευση ξηρού φορτίου για λογαριασμό της "...
ΑΕ", την πρόσληψή τους από αυτήν και πρότειναν την καταγγελία των συμβάσεών τους και τη λήψη της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως, πρόταση την οποία αυτή αποδέχθηκε και υπογράφηκε μεταξύ τους σχετική έγγραφη συμφωνία, κατά την οποία θα λύνονταν με συμφωνία την 31.5.2012 οι συμβάσεις τους, με την καταβολή εφάπαξ των δεδουλευμένων και της νομίμου αποζημιώσεως και ότι παρότι αυτή τήρησε τις υποσχέσεις της και κατέβαλε εφάπαξ τις αποζημιώσεις και τα δεδουλευμένα, οι εναγόμενοι άσκησαν την ένδικη αγωγή, κατ’ αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστεως των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού του δικαιώματός τους.
Στον νόμιμο αυτό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας δεν απάντησε το Πρωτοδικείο. Ακολούθως η αναιρεσείουσα με σχετικό λόγο εφέσεως επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του Εφετείου, το οποίο όμως δεν απάντησε με την προσβαλλομένη απόφασή του στο σχετικό λόγο εφέσεως. Με την παράλειψή του αυτή το Εφετείο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατ’ αποδοχή του λόγου αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 176/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ