Supreme Court allows appeal against tax authority's rejection of debt notification as untimely due to missing ministerial service.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the State's claim for debt notification. The State argued that the notification to the Minister of Finance was legally required to start the thirty-day statute of limitations for the debt collection notice. The court held that the lower court erred by declaring the notification untimely without verifying this mandatory service requirement, thus remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 979 §2 of the Code of Civil Procedure and 85 §4 of the Law on the Execution of Judgments; The statute of limitations for the State to file a debt collection notice commences only upon service of the auction summons to both the debtor's representative and the Minister of Finance, and failure to serve the Minister renders the notification inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 786 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 786/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της Α' Δ.Ο.Υ Πατρών που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. του Συμβολαιογράφου Βάρδας Γ. Τ., 2. της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3.του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 4.Ε. Κ., κατοίκου ... και 5. Δ. συζ. Σ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 722/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16 Ιουνίου 2009 αίτησή του .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. …/19-12-13, …, …/23-12-13 και …/7-1-14 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας …( οι τρείς πρώτες) και του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών …(η τελευταία) ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 16-6-09 και με αριθμ. κατάθ. 81/2009, αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-3-14) επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον προς τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν την προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση και επομένως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ και ενόψει του χαρακτήρα της συνδέουσας τους αναιρεσιβλήτους ομοδικίας ως απλής, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών.
Κατά το άρθρο 85 παρ.1 του ν.δ 356/74 "Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), επί δικών κατά το ΝΔ αυτό το Δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημοσίου Ταμείου, ήδη προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ, κατά κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με την ποινή του απαραδέκτου, σε κάθε όμως περίπτωση με την ίδια κύρωση απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.
Με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (Κ.Δ. 26.6/10.7.1944), ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παραλείψεως της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, στην περίπτωση που συντάσσεται πίνακας κατατάξεως, λόγω μη επάρκειας του εκπλειστηριάσματος, η έγγραφη πρόσκληση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού προς το Δημόσιο, ως αναγγελθέντα δανειστή, για να λάβει γνώση του πίνακα, κατά τα άρθρα 58 §4 του ΚΕΔΕ και 979 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να επιδοθεί, με την ποινή του απαραδέκτου, τόσο στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., για απαίτηση της οποίας έγινε η αναγγελία, όσο και στον Υπουργό των Οικονομικών, καθόσον η έγγραφη αυτή πρόσκληση, από την επίδοση της οποίας αρχίζει η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση από το Δημόσιο ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, ως πιστοποιούσα ενέργεια οργάνου της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, έχει χαρακτήρα δικογράφου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, δια των οποίων επιδιώκεται η, σε κάθε περίπτωση, γνώση της σχετικής πράξεως και από τον Υπουργό των Οικονομικών (ΑΠ 15/2011, ΑΠ 432/2002, ΑΠ 1635/2002).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933, 979 Κ.Πολ.Δ.) και των πρόσθετων λόγων αυτών.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ.14Κ.Πολ.Δ. αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως αβάσιμη την από το ίδιο ασκηθείσα έφεση κατά της 8/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, την από το άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή αυτού (αναιρεσείοντος) κατά του .../1999 πίνακα κατάταξης του Σ/φου Βάρδας Γ. Τ. με την αιτιολογία της εκπρόθεσμης άσκησής της, δηλαδή, της άσκησης μετά την πάροδό της, από τις διατάξεις των αρθρ. 979§2 και 85 §4 ΚΕΔΕ τασσομένης τριακονθήμερης, από την επίδοση της σχετικής πρόσκλησης του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου προς τον εκπροσωπούντα αυτό Προϊστάμενο της Α' Δ.Ο.Υ. Πατρών, προθεσμίας, δεχθείσα, εσφαλμένως, ότι για τον αφετηριασμό της εν λόγω προθεσμίας επαρκεί μόνη η προς τον ως άνω Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. επίδοση της πρόσκλησης επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου και δεν απαιτείται, επί πλέον, επίδοση αυτής και προς τον Υπουργό των Οικονομικών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και του δικογράφου της αναιρέσεως προκύπτει ότι, επί της από 15.12.2000 ανακοπής του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητήθηκε η μεταρρύθμιση του από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων συνταχθέντος .../1999 πίνακα κατάταξης δανειστών, εκδόθηκε η 8/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία την απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την αιτιολογία ότι από την 29.10.1999, οπότε επιδόθηκε προς τον εκπροσωπούντα το ανακόπτον-αναιρεσείον Προϊστάμενο της Α' Δ.Ο.Υ.
Πατρών η σχετική πρόσκληση, του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου μέχρι την κατά την 11.1.2001 γενομένη κατάθεση της ένδικης ανακοπής, είχε παρέλθει η απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθ. 979 §2 Κ.Πολ.Δ. και 85 §4 ΚΕΔΕ τριακονθήμερη προθεσμία, κρίνοντας ότι για την έναρξη αυτής (προθεσμίας) δεν απαιτείται επί πλέον επίδοση της παραπάνω πρόσκλησης του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου (και) προς τον Υπουργό των Οικονομικών.
Επί της ασκηθείσας κατά της παραπάνω απόφασης έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η προσβαλλομένη, η οποία επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας, ως αβάσιμο, το σχετικό λόγο έφεσης με την ιδία, όπως και η πρωτόδικη, αιτιολογία. Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτη, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης, την ένδικη ανακοπή δεχθείσα (εσφαλμένως) εκπρόθεσμη άσκηση αυτής με την επίκληση της προαναφερθείσας αιτιολογίας, η οποία όμως δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση αφού η σχετική προς άσκηση της ένδικης ανακοπής προθεσμία δεν είχε αρχίσει να τρέχει καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για την έναρξη της προθεσμίας προς άσκηση της από το άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ.
ανακοπής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, υπό την ιδιότητα του αναγγελθέντος δανειστή, απαιτείται επίδοση της πρόσκλησης του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου όχι μόνο προς τον εκπροσωπούντα αυτό Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. αλλά, επιπλέον, και μάλιστα με ποινή - απαραδέκτου, προς τον Υπουργό των Οικονομικών, η οποία όμως δεν είχε χωρήσει, δεκτής γενομένης, συνακολούθως, ως ουσιαστικά βάσιμης της προβαλλόμενης με τον παραπάνω λόγο αιτίασης.
Κατά ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων μειωμένα όμως, κατά το μέτρο του αρθ. 22 ν.3693/1957 (ΑΠ725/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 722/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ