Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on public health organization employees' salary claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Organization of Pharmaceuticals' appeal against a first-instance judgment awarding specific salary supplements to four employees. The plaintiffs, who were absent from the hearing, argued that the organization violated constitutional equality principles by failing to grant them a €176 monthly allowance under specific laws. The court ruled that because the employees held private law employment contracts, the dispute fell under civil jurisdiction rather than administrative law, making the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(3) and 553(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that disputes arising from private law employment relationships, even when involving public sector salary schemes, fall exclusively within the jurisdiction of civil courts and cannot be challenged via administrative appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 786 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 786/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" ("Ν.Π.Δ.Δ. Ε.Ο.Φ.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Μακαρούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ.-Ε. Κ. του Β., κατοίκου ... 2) Β. Δ. του Ε., κατοίκου ... 3) Α. Π. του Ν., κατοίκου ... 4) Λ. Β. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 953/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/1/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες νομίμως από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ. .../14-2-2012, .../17-2-2012, .../6-2-2012 και .../6-2-2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, στους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ ΑΠ 40/1996, ΟλΑΠ 16/1990). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται α) κατά της 953/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε κατ'ουσίαν λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, την από 24.10.2008 έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης απόφασης 11/2008 του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου και β) κατά της 11/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου. Η αίτηση αναιρέσεως, επομένως, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης και παραδεκτή μόνον κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο.
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του N. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1 παρ.2 εδ. θ' του Ν.1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ.3 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο σχετικός ισχυρισμός παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον κατά την αναιρετική δίκη ως αφορών την δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 γ' ΚΠολΔικ). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι (και άλλοι δεκαπέντε εργαζόμενοι που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) ισχυρίστηκαν ότι είναι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.
και ότι ο τρόπος αμοιβής τους και το ύψος των αποδοχών τους ρυθμίζονται από τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και ειδικότερα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2003 από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 και εντεύθεν από τις διατάξεις του Ν. 3205/2003. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι δικαιούνται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-11-2006 την ειδική παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, που έχει μισθολογικό χαρακτήρα, καθόσον η μη χορήγησή της και σ' αυτούς αποτελεί ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ/τος) και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον (εναγόμενο) να καταβάλει σε καθένα το αναφερόμενο χρηματικό ποσό για την αιτία αυτή.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή εισάγει προς εκδίκαση ιδιωτική διαφορά, αφού εκτίθεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνέδεε τους διαδίκους σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, αφού οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) ζητούν την ως άνω παροχή ως μέρος του μισθού (αποδοχών) τους, χωρίς να υφίσταται σχέση δημόσιου δικαίου, δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας αλλά διαφορά από σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο (στην απόφαση του οποίου ενσωματώθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού η έφεση κατά της αποφάσεως του τελευταίου απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη) δέχθηκε ότι οι ήδη τέσσερις αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες (καθώς και οι λοιποί ενάγοντες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) απασχολούνται ως υπάλληλοι στο αναιρεσείον ν.π.δ.δ.
με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις αναφερόμενες ημερομηνίες των ετών 2002-2006, ότι υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, τους ΟΤΑ και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως ισχύει από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2003 με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 και εντεύθεν με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 και ότι δικαιούνται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-11-2006 την ειδική παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, η οποία αποτελεί προσαύξηση των τακτικών αποδοχών τους, καθόσον η μη χορήγησή της και σ' αυτούς αποτελεί ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ/τος) και υποχρέωσε το αναιρεσείον (εναγόμενο) να καταβάλει σε καθένα το αναφερόμενο χρηματικό ποσό.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού η ένδικη διαφορά στηρίζεται στη ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι διοικητικής και άρα η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ απορρέων, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν τίθεται, διότι οι αναιρεσίβλητοι λόγω της απουσίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-01-2012 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων" (Ε.Ο.Φ.) για αναίρεση της 953/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ