Supreme Court dismisses appeal against property ownership claim due to lack of good faith possession for thirty years.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting their claim for ownership of a property. The appellants argued they acquired ownership through thirty years of possession under Law 3127/2003, but the Court of Appeal found they acted in bad faith because they knew the property belonged to the state since 1965. The Supreme Court upheld this finding, ruling that the lower court properly evaluated the evidence and that the appellants failed to meet the statutory requirement of good faith possession.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 of Law 3127/2003; Art. 1042 of the Civil Code: The right to acquire ownership of a property against the state requires thirty years of uninterrupted possession, and the possessor must be in good faith, meaning they must not have known the property belonged to the state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 786 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 786/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Α. χας Ν.-Δ. Τ., το γένος Σ. Α., κατοίκου ... και 2. Μ. χας Π., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Τσώχου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ..
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4721/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3026/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-11-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 7-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως...ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) ... ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η "κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ενός τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει, πλην άλλων, τη συμπλήρωση τριακονταετούς επ' αυτού νομής έως τις 19-3-2003 που άρχισε να ισχύει ο ν. 3127/2003. Για τη διαδικαστική έτσι πληρότητα του δικογράφου της σχετικής αγωγής αρκεί, σύμφωνα και με το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ενάγων ή και οι δικαιοπάροχοί του ενέμοντο, με συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις, το ακίνητο επί τριάντα έτη συνεχώς μέχρι τις 19-3-2003, χωρίς να απαιτείται και η επίκληση συνδρομής στο πρόσωπο αυτών καλής πίστεως, δηλαδή πεποιθήσεώς τους ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα.
Αντιθέτως, το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003 διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη, περί αναγνωρίσεως κυριότητας, ακινήτου, αγωγή, των ήδη αναιρεσειουσών κατά του αναιρεσιβλήτου: "Η επίδικη έκταση (με αριθμό ...
οικόπεδο) βρίσκεται μέσα στο σχέδιο πόλης του Δήμου Αθηναίων, στην περιοχή Αμπελοκήπων, έχει εμβαδόν 92 τετρ. Μέτρα και συνορεύει σε πλευρά 14,94 μέτρων με την οδό ..., σε πλευρά 8,45 μέτρων με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο ιδιοκτησίας των εναγουσών, σε πλευρά 12 μέτρων με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο ιδιοκτησίας των "Κονστρουτέκ ΑΕ", Ξ.
Κ., Δ. Σ. και Μ. Σ. και σε πλευρά 7,34 μέτρων με ιδιοκτησία της εταιρείας "Δάκων ΑΕ". Η έκταση αυτή αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, εμβαδού 18.954,12 τετρ. μέτρων και περιήλθε στην κυριότητα του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, μετά από αναγκαστική απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 47138/1926 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Υγιεινής (ΦΕΚ 83/2-11-1926) για τη στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων.
Ο πατέρας των εναγουσών Σ. Α., με την από 20-2-1929 (με αρ. πρωτ. 95054/27-11-1929) αίτησή του προς το τότε Υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως, ζήτησε να του παραχωρηθεί το με αριθμό ... οικόπεδο από την παραπάνω απαλλοτριωθείσα έκταση, στη θέση προσφυγικός Συνοικισμός "Ιλισσός" Αμπελοκήπων, προκειμένου να οικοδομήσει σ' αυτό οικία για τη στέγαση της οικογένειάς του.
Το εναγόμενο, με το υπ' αριθμ. 103/8-5-1930 παραχωρητήριο του παραπάνω Υπουργείου, παραχώρησε στον εν λόγω αιτούντα το με αριθμό ... οικόπεδο, εμβαδού 130 τ.μ., το οποίο οριοθετείτο τότε βόρεια με ανώνυμη οδό, νότια με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο, ανατολικά με ανώνυμη οδό και δυτικά με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο του ίδιου συνοικισμού.
Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πρωτ. 40902/2-6-1930 έγγραφο της Διεύθυνσης Πρόνοιας του παραπάνω Υπουργείου, ο Σ. Α. ζήτησε τη χορήγηση άδειας οικοδομής επί του παραχωρηθέντος με αριθμό ... οικοπέδου, και ακολούθως προέβη στην ανέγερση ισόγειας οικίας. Το έτος 1964, ο Σ. Α., με βάση τα υπ' αριθμ. ... και .../1964 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γερ.
Μουστάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, μεταβίβασε στις ενάγουσες θυγατέρες του, ως προίκα, το με αριθμό ... οικόπεδο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά. Ο πατέρας των εναγουσών, μετά την εγκατάστασή του στην ισόγεια οικία, που έχτισε στο με αριθμό ..
οικόπεδο, άρχισε να χρησιμοποιεί και το με αριθμό ... όμορο οικόπεδο για την καλύτερη εξυπηρέτηση της πολυμελούς οικογένειάς του, καλλιεργώντας ένα τμήμα αυτού με κηπευτικά είδη και έχοντας το υπόλοιπο ως αυλή της οικίας του αρχικά, του καφενείου δε και της ταβέρνας, που λειτούργησε σε τμήμα του ισογείου κτίσματος στη συνέχεια.
Από το έτος 1964, που το με αριθμό ... οικόπεδο περιήλθε στις ενάγουσες, αυτές συνέχισαν να χρησιμοποιούν και το υπ' αριθ. ... οικόπεδο ως αύλειο χώρο της ταβέρνας, που λειτουργούσε ήδη από το έτος 1961 στο ισόγειο κτίσμα του υπ' αριθμ. ... οικοπέδου, και εκμίσθωναν το κτίσμα αυτό με την παραπάνω αυλή σε τρίτους. Οι ενάγουσες, όμως, όπως και ο δικαιοπάροχός τους, γνώριζαν, αφότου άρχισαν να χρησιμοποιούν την επίδικη έκταση, ότι αυτή ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις ενέργειες, στις οποίες οι ίδιες οι ενάγουσες προέβησαν, με σκοπό να αποκτήσουν την κυριότητά της. Ειδικότερα, με τις προσκομιζόμενες από το εναγόμενο με επίκληση από 24-5-1965 (με αρ. πρωτ. 10590/28-6-1965) και από 8-5-1968 (με αρ. πρωτ. 9354/8-5-1968) αιτήσεις τους, οι ενάγουσες, επικαλούμενες ότι ο πατέρας τους είχε καταλάβει τμήμα του όμορου με αριθμό ...
οικοπέδου, ζήτησαν την παραχώρηση αυτού από τον εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, έναντι ανταλλάγματος. Το εν λόγω αίτημα των εναγουσών απορρίφθηκε με το υπ'αριθμ. φ. 3611/11267/367/8-6-1968 έγγραφο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας. Στη συνέχεια, το Υπουργείο αυτό, με τα υπ' αριθμ. 9065/3-2-1969 και 21863/7-4-1969 έγγραφά του, έταξε στις ενάγουσες τριήμερη προθεσμία, για να προβούν στο χτίσιμο της θύρας και του παράθυρου, που είχαν ανοίξει προς το όμορο με αριθμό 59 οικόπεδο, και να ελευθερώσουν το χώρο από κάθε αντικείμενο.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το εναγόμενο με επίκληση, με αριθμό 19372/24-3-1972 έγγραφο του τότε Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, ύστερα από αυτοψία, που διενεργήθηκε στο υπ' αριθμ. ... οικόπεδο, διαπιστώθηκε ότι αυτό κατείχετο αυθαίρετα από άλλον (κάποια ...). Ακολούθως, στις 4-4-1973, εκδόθηκε από την Υπηρεσία Πολεοδομίας, Τμήμα Απαλλοτριώσεων, της Νομαρχίας Αθηνών, η με αριθμό 40/1973 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με την οποία το με αριθμό ...
οικόπεδο προσκυρώνεται στο με αριθμό ... κυριότητας των εναγουσών με την καταβολή αποζημίωσης στο Δημόσιο. Η ως άνω πράξη εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 556503/1329/7-6-1974 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, στη συνέχεια, όμως, η τελευταία ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. Ε 31674/8-1-1975 απόφαση του Υφυπουργού Δημοσίων Έργων, με το σκεπτικό ότι, αν και το εν λόγω οικόπεδο προσκυρώνεται ως μη άρτιο, με τα δεδομένα του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών μπορούσε να θεωρηθεί ως άρτιο.
Για την ακύρωση της παραπάνω πράξης η Υπηρεσία Πολεοδομίας με το υπ' αριθμ. 536759/30-1-1975 έγγραφο της, ενημέρωσε τις ενάγουσες. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το έτος 1988, ύστερα από εφαρμογή και αποτύπωση της αντίστοιχης έκθεσης καθορισμού ρυμοτομικών γραμμών της Πολεοδομίας, προέκυψαν τα μετά τη ρυμοτόμηση όρια του με αριθμό ,,, οικοπέδου, το οποίο εμφανίζεται με τα στοιχεία ΓΔΕΖΓ, στο από 5-7-1988 προσκομιζόμενο με επίκληση διάγραμμα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας με τελικό εμβαδόν 92 τ.μ., έναντι αρχικού εμβαδού 165, 85 τετρ.
μ. Απ' όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης αποδεικνύεται, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών γνώριζε επακριβώς τα όρια και το εμβαδόν του παραχωρηθέντος σ' αυτόν με αριθμό οικοπέδου και κατά συνέπεια γνώριζε, ότι η επίδικη έκταση δεν αποτελούσε τμήμα αυτού, αλλά ότι ανήκε κατά κυριότητα στο Δημόσιο ως τμήμα της απαλλοτριωθείσας έκτασης για τη στέγαση των προσφύγων.
Εξάλλου, η γνώση αυτή του δικαιοπαρόχου των εναγουσών συνάγεται και από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, η οποία κατέθεσε "η ανάγκη τον έκανε να προχωρήσει τότε (εννοεί τον Σ. Α.) και στον άλλο χώρο". Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι και οι ενάγουσες απ' το έτος 1964, που άρχισαν να νέμονται το επίδικο τμήμα, γνώριζαν ότι ανήκει, κατά κυριότητα, στο Ελληνικό Δημόσιο και επιδίωξαν με επανειλημμένες αιτήσεις τους, από το έτος 1965 και στο εξής, να τους παραχωρηθεί αυτό έναντι ανταλλάγματος.
Επομένως, δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου τμήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή τους είχε απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχθέν ότι, τόσο ο δικαιοπάροχός τους όσο και οι ίδιες, ουδέποτε απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου, αφού, κατά την κτήση της νομής αυτού, βρίσκονταν σε κακή πίστη, ενόψει του ότι γνώριζαν, από του χρόνου που άρχισαν να το χρησιμοποιούν, ότι αυτό ανήκε στο αναιρεσίβλητο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 1042 ΑΚ και 4 του Ν. 3127/2003), που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περ.α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.10 περ.α' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι τόσο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών όσο και οι ίδιες, κατά την κτήση της νομής του επιδίκου, η οποία όσον αφορά τον δικαιοπάροχο τους έλαβε χώρα το έτος 1930 και όσον αφορά τις ίδιες (αναιρεσείουσες) έλαβε χώρα το έτος 1964, βρίσκονταν σε κακή πίστη, διότι γνώριζαν, ότι το επίδικο ανήκε στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, αφού, εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις (μάρτυρες και έγγραφα) και, συνεπώς, όχι χωρίς απόδειξη. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος τους, που, με επίκληση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμησή τους περιέχουν αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις όποιες κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2010 αίτηση των Α. χας Ν.-Δ. Τ. και M. χας Π. Π., για αναίρεση της 3026/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ