Legislator Case Law & Legislation
786/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and missed filing deadlines.

Case Number 786/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Rethymno's judgment, ruling their appeal grounds inadmissible. The appellants argued the lower court violated procedural rules and common sense, but failed to specify which laws were breached or what evidence was missing. Furthermore, additional appeal arguments were filed after the statutory deadline, rendering them time-barred. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-340, 347, 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c), 569(2) of the Code of Civil Procedure; Appeal grounds must be specific and cite violated substantive laws, while additional arguments filed after the thirty-day deadline are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds missed deadline common sense evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338-340, 347 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2005
OLAP 143/1984
OLAP 123/72

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 786 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 786/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ......, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ντούμα και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης. Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 453/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/12/2006 αίτησή τους και τους από 7/12/2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 18/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά ένα μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τα άρθρα 335,338 έως340 και 347 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι. Διαφορετικά παρέχεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.

γ του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η πλημμέλεια αυτή στοιχειοθετείται και όταν παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι καταλείπεται αμφιβολία αν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο έγγραφο.

Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας απαιτείται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005).

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 723/2000, 441/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από 9-2-2004 γραφολογική έκθεση-πραγματογνωμοσύνη του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ......, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κείμενο της από 10-3-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της Α γράφτηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από την ίδια και ότι δεν παρατηρήθηκαν ίχνη πλαστότητας, β) την υπ' αριθμ. 381/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που δέχτηκε τη γνησιότητα της ανωτέρω διαθήκης και διέταξε την αφαίρεση του ......

κληρονομητηρίου, που είχε λάβει ο αναιρεσίβλητος, γ) την ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, με την οποία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο η ως άνω δικαστική απόφαση, και δ) την ...... έκθεση της γραμματέως του Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία αποδεικνύεται ότι κατατέθηκε στο ως άνω Πρωτοδικείο το ......

κληρονομητήριο. Δεδομένου όμως ότι με την αγωγή είχε ζητηθεί η ακύρωση του αναφερομένου πρακτικού, με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν τη συμβιβαστική επίλυση της αναφερόμενης σ' αυτό διαφοράς τους, λόγω πλάνης, απάτης και απειλής σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, και ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να δέχεται αν είναι πλαστή ή όχι η πιο πάνω ιδιόγραφη διαθήκη, απέρριψε την αγωγή, διότι δεν αποδείχτηκαν τα πιο πάνω ελαττώματα της βούλησης κατά την κατάρτιση του επίδικου συμβιβασμού, είναι φανερό ότι τα ως άνω επίμαχα έγγραφα δεν αφορούν σε ουσιώδη ισχυρισμό.

Σε κάθε περίπτωση, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αοριστίας με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και γ) το νομικό σφάλμα δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει και ειδικότερα προκειμένου για αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών τους προκύπτει ή, προκειμένου για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά της, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.

Τέλος, κατά τη διάταξη της περ. β του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, με το να απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή τους και μάλιστα με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1, άλλως 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου και καθόσον αφορά την πρώτη πλημμέλεια, σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτε, καθόσον αφορά τη δεύτερη πλημμέλεια, αναφέρουν τα ελλείποντα στοιχεία, που ήταν αναγκαία προκειμένου οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης να είναι επαρκείς, ούτε σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποιες αιτιολογίες αυτή προκύπτει.

Άρα, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη τους, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι και γι' αυτό απαράδεκτοι. Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β ΚΠολΔ, με το οποίο ψέγεται το Εφετείο για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ουσιαστική κρίση της, με την οποία απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων.

III. Η διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζει ότι οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων. Αφετηρία της προθεσμίας αποτελεί η ημέρα της συζητήσεως της αναιρέσεως, η οποία είχε αρχικώς ορισθεί από τον Πρόεδρο του ΑΠ ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος και όχι η ημέρα κατά την οποία προσδιορίστηκε η συζήτηση της αναιρέσεως μετά από αναβολή ή ματαίωση αυτής (ΟλΑΠ 143/1984, ΟλΑΠ 123/72). Στην προκείμενη περίπτωση με την από 24 Ιανουαρίου 2007 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε για τις 21 Σεπτεμβρίου 2007, στο Δ' Πολιτικό Τμήμα, με αύξοντα αριθμό πιν. 46, οπότε και αναβλήθηκε για τις 25 Ιανουαρίου 2008. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την οικεία 328/2007 πράξη κατάθεσης, το από 7-12-2007 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο στις 10-12-2007, δηλαδή μετά την αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2006 αίτηση και τους από 7-12-2007 πρόσθετους λόγους των Χ1, κλπ για αναίρεση της 453/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ